Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to propose specific legal argument in first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a promotion dispute. The appellant argued the lower court erred in accepting a procedural objection by a third party, but failed to explicitly raise this specific counter-argument in the first instance. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant did not clearly state in the appeal petition that the contested objection was improperly raised and lacked legal interest, violating the requirement for specific argumentation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Appeals based on arguments not lawfully proposed in the court of first instance are inadmissible unless they concern public order, unless the argument was raised in the appeal petition specifying the time and manner of its proposal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1163 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1163/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη. Της αναιρεσίβλητης: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα Επενδύσεων Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΕΒΑ) ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2361/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8143/2004 του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1612/2007 του ίδιου Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-9-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 3-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των αναιρετικών λόγων, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000, Ολ.ΑΠ 43/1990).
Εξάλλου, η υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα Επενδύσεων Βιομηχανικής Αναπτύξεως" (ΕΤΕΒΑ Α.Ε.), της οποίας καθολική διάδοχος, με συγχώνευση και απορρόφησή της, από 20-12-2002 είναι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", διεπόταν από τον Οργανισμό Κατάστασης Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας Επενδύσεων Βιομηχανικής Αναπτύξεως, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 33700/1579/23-8-1978 κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορίου και Εργασίας, όπως τροποποιήθηκε με την από 30-4-1985 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ της ΕΤΕΒΑ Α.Ε.
και του Συλλόγου Προσωπικού αυτής και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 14439 της 7/8-5-1985 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 263), ο οποίος Οργανισμός έχει συμβατική ισχύ (ΑΠ 636/2008). Έτσι, οι προαγωγές των υπαλλήλων της ως άνω Εθνικής Τράπεζας Επενδύσεων Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΕΒΑ Α.Ε.) τελούσαν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του αρμοδίου οργάνου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 201 ΑΚ).
Αν κριθεί από το αρμόδιο όργανο της Τράπεζας ότι ο υπάλληλος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του και η κρίση αυτή είναι καταφώρως άδικη, λόγω της λίαν σημαντικής υπεροχής του έναντι προαχθέντος ομοιόβαθμου συνάδελφου του, τότε η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ).
Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος που παραλείφθηκε δικαιούται να ζητήσει με αγωγή, στηριζόμενη στο άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ, να αναγνωρισθεί ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί στον ανώτερο βαθμό από τότε που προήχθη ο παραπάνω συνάδελφός του, και να αξιώσει την επιδίκαση διαφορών αποδοχών. Η εναγόμενη Τράπεζα, όμως, δικαιούται, αμυνόμενη κατά της αγωγής, να αντιτάξει την διακωλυτική της γενέσεως του προς προαγωγή δικαιώματος του ενάγοντος ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό, ότι και αν δεν είχε προαχθεί ο αναφερόμενος (ή οι αναφερόμενοι) στην αγωγή υπάλληλος που υστερούσε καταφανώς έναντι του ενάγοντος και πάλι δεν θα προαγόταν ο ενάγων, γιατί είχε σειρά για προαγωγή άλλος, τρίτος, ομοιόβαθμος συνάδελφός του, επίσης παραλειφθείς κατά τις ίδιες προαγωγικές κρίσεις, ο οποίος υπερείχε έστω και απλώς του ενάγοντος ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα.
Η ένσταση αυτή, η οποία ερείδεται στα άρθρα 281, 297, 298 και 914 ΑΚ, σε περίπτωση ευδοκιμήσεώς της, επιφέρει διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραλείψεως του ενάγοντος και της εντεύθεν εν γένει ζημίας του, και της προαγωγής του προτεινομένου από αυτόν προς σύγκριση με την αγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, προσλήφθηκε στις 21-10-1969 από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "Εθνική Τράπεζα Επενδύσεων Βιομηχανικής Αναπτύξεως" (ΕΤΕΒΑ Α.Ε.), της οποίας καθολική διάδοχος από 20-12-2002 είναι η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλος του λογιστηρίου της, εξελίχθηκε δε μέχρι τον βαθμό του Υποδιευθυντή, τον οποίο κατείχε από 1-1-1994.
Ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις, που έγιναν με την υπ' αριθμ. 374/3-4-1998 πράξη του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΕΤΕΒΑ Α.Ε., για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στον βαθμό του Διευθυντή από 1-1-1998, ο ενάγων (αναιρεσείων) δεν προήχθη στον βαθμό αυτόν, στον οποίο προήχθη, κατά τις κρίσεις αυτές, μεταξύ άλλων, και ο προτεινόμενος από τον ενάγοντα προς σύγκριση ομοιόβαθμος συνάδελφός του Α.
Λ., έναντι του οποίου ο ενάγων, όπως έκρινε το Εφετείο, κατόπιν συγκρίσεως των προσόντων του (ενάγοντος) με εκείνα του ως άνω προαχθέντος συναδέλφου του, υπερείχε καταφανώς ως προς όλα τα προσόντα προαγωγής. Περαιτέρω το Εφετείο, εξετάζοντας την διακωλυτική ένσταση, που προέβαλε η εναγομένη (αναιρεσίβλητη), ισχυριζόμενη ότι με την προαγωγή του παραπάνω Α.
Λ. δεν προσβλήθηκε το δικαίωμα προαγωγής του ενάγοντος στον βαθμό του Διευθυντή από 1-1-1998, αλλά το όμοιο δικαίωμα των επίσης παραλειφθέντων, κατά τις εν λόγω προαγωγικές κρίσεις, συναδέλφων του Μ. Β. και Α. Α., οι οποίοι υπερείχαν εκείνου (ενάγοντος), δέχθηκε ότι ο προτεινόμενος με την διακωλυτική ένσταση συνάδελφος του ενάγοντος Α.
Α. υπερείχε πράγματι έναντι του ενάγοντος και ότι, επομένως, αυτός και όχι ο ενάγων είχε δικαίωμα προαγωγής στον βαθμό του Διευθυντή από 1-1-1998. Ακολούθως δε το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 2361/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και κάνοντας δεκτή την προβληθείσα από την εναγομένη διακωλυτική ένσταση, απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά το κύριο αίτημα αυτής, με το οποίο ο ενάγων ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Διευθυντή από 1-1-1998.
Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 201 και 207 του ΑΚ, δέχθηκε την διακωλυτική ένσταση της εναγομένης, καθόσον η ένσταση αυτή ήταν αλυσιτελής και η εναγομένη δεν είχε έννομο συμφέρον να την προβάλει, διότι α) ο προτεινόμενος με την διακωλυτική ένσταση Α.
Α. είχε εγείρει κατά της εναγομένης την από 24-9-2001 αγωγή του, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 773/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και προήχθη στον βαθμό του Διευθυντή από 1-1-1998 και β) την 1-1-1998 υπήρχαν τέσσερις (4) κενές θέσεις Διευθυντών και θα μπορούσαν να προαχθούν, εκτός του Α. Λ., και ο αναιρεσείων και ο Α.
Α.. Όμως ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι κατά της διακωλυτικής ενστάσεως της εναγομένης προέβαλε, κατ' αντένσταση, στον πρώτο βαθμό ή (και) με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, τον παραπάνω ισχυρισμό του, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι η προβολή της διακωλυτικής ενστάσεως ήταν αλυσιτελής και η εναγομένη δεν είχε έννομο συμφέρον να την προβάλει.
Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, προεχόντως, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος. Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζομένων από τον αναιρεσείοντα δικογράφων δεν προκύπτει ότι αυτός είχε προτείνει ορισμένως και παραδεκτώς την παραπάνω αντένσταση.
Ειδικότερα, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, ο αναιρεσείων περιορίσθηκε απλώς να προτείνει ότι "ο κ. Α... ο οποίος αλυσιτελώς προβάλλεται εδώ ως συγκρινόμενος, όπως ορθά δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, καθ' όσον με δικαστική απόφαση προάχθηκε στον βαθμό του Διευθυντή", χωρίς να αναφέρει αν, κατά τον χρόνο προβολής από την εναγομένη της παραπάνω διακωλυτικής ενστάσεως, η απόφαση αυτή - και ποία - είχε καταστεί τελεσίδικη και, κυρίως, δεν αναφέρει από πότε προήχθη ο Α.
Α., δεδομένου ότι η τυχόν μεταγενέστερη του κρίσιμου χρόνου προαγωγή των μετά του αναιρεσείοντος συγχρόνως επίσης παραλειφθέντων, στον βαθμό εκ του οποίου αρχικώς παραλείφθηκαν, δεν καθιστά αλυσιτελή την προβολή της διακωλυτικής ενστάσεως και, συνακόλουθα, η σχετική αντένσταση αποβαίνει απορριπτέα (ΑΠ 1725/2002).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-9-2008 αίτηση του Α. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8143/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 1612/2007 απόφαση του ίδιου Εφετείου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2014. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ