Legislator Case Law & Legislation
1163/2011 AI generated

1163/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1163/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1163/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος αν προταθεί παραδεκτά και αποδειχθεί βάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση του εναγομένου περί υπάρξεως αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων, η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση ορισμένων μόνο κονδυλίων του αλληλόχρεου λογαριασμού δεν απορρίπτεται ως αόριστη αλλά ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1163 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1163/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μάρμαρα Παγγαίου Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, προελθούσας από μετατροπή σε ανώνυμη εταιρεία της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο.Ε. Ε. Σ. και Σια" που είχε την έδρα της στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παναγιωτόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Ανώνυμη Εταιρεία Μάρμαρα-Γρανίτες" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου κατόπιν συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Λευκά Μάρμαρα Στενωπού Α.Ε." που είχε την έδρα της στη ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Κασιμάτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 14-1-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2001 μη οριστική 57/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 376/2006 μη οριστική και 152/2009 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-5-2009 αίτησή της και τους από 6-12-2010 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 7-1-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων της.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 Α.Κ., 112 Εισ.Ν. Α.Κ., 669 Εμπ.Ν. και 64-67 του νομοθετικού διατάγματος της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρησή τους την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (Ολ.Α.Π. 31/1997).

Εντεύθεν συνάγεται ότι αν υπάρχει μια τέτοια σύμβαση και το ένα συμβαλλόμενο μέρος παρά ταύτα απομονώσει και επιδιώξει δικαστικά την επιδίκαση ορισμένων κονδυλίων του αλληλόχρεου λογαριασμού, το άλλο μέρος μπορεί να αποκρούσει την αγωγή του αντιδίκου του, προτείνοντας σχετική ένσταση. Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 262 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία "η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν", για να είναι ορισμένη η ένσταση εκ του αλληλοχρέου λογαριασμού, προτεινόμενη από τον εναγόμενο, πρέπει να εκτίθεται για την πραγματική της θεμελίωση ότι οι διάδικοι, ο ένας τουλάχιστον από τους οποίους είναι έμπορος, είχαν συμφωνήσει να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσολοψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώρησή τους την αυτοτέλειά τους και ότι παρασχέθηκε στα μέρη απλώς η δυνατότητα αμοιβαίων χρεοπιστώσεων, έστω και αν δεν προέβησαν πράγματι σ' αυτές (Α.Π. 1291/2005).

Τέλος αν προταθεί παραδεκτά και αποδειχθεί βάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση του εναγομένου περί υπάρξεως αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων, η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση ορισμένων μόνο κονδυλίων του αλληλόχρεου λογαριασμού δεν απορρίπτεται ως αόριστη αλλά ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 7-3-2000 αγωγής της αρχικά ενάγουσας, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, κατά της αρχικά εναγομένης στην οποία μετατράπηκε η ήδη αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι με αυτήν η αρχικά ενάγουσα ισχυρίσθηκε συνοπτικά ότι με τις αναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων κατά το χρονικό διάστημα από 20-10-1997 μέχρι 28-5-1998 πώλησε και παρέδωσε στην αρχικά εναγομένη τις αναλυτικά αναφερόμενες ποσότητες εμπορευμάτων (μαρμάρων) αντί του αναφερόμενου κατά μονάδα τιμήματος αυτών και συνολικού τιμήματος, μαζί με το φόρο προστιθέμενης αξίας των εκδοθέντων τιμολογίων, 10.386.968 δραχμών, το οποίο κατά τη συμφωνία τους η αρχικά εναγομένη θα κατέβαλε εντός μηνός από κάθε παράδοση των πωληθέντων, ζήτησε δε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό αυτό με το νόμιμο τόκο από τη συμφωνηθείσα δήλη ημέρα για κάθε επί μέρους πώληση κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, διαφορετικά από την επίδοση αυτής.

Εξάλλου από την παραδεκτή επισκόπηση των από 5-10-2000 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας τις οποίες υπέβαλε κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή προς απόκρουση της αγωγής ισχυρίσθηκε ότι "... ούτε οι δοσοληψίες μας δεν άρχονται από το χρονικόν σημείον (20-10-97) που στην αγωγή αναφέρεται ούτε η από μέρους μου πληρωμή της αξίας των λαμβανομένων ποσοτήτων γινόταν εντός μηνός από της εις ημάς παραδόσεως-παραλαβής, καθώς επίσης ...

το αιτούμενο ως οφειλόμενο ποσό ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται αρχικά από την προσκόμιση καρτέλας λογιστικής της ενάγουσας εταιρείας ... . Προκύπτει λοιπόν εξ αυτής της λογιστικής καρτέλας ... ότι υφίστατο μεταξύ μας ανοικτός λογαριασμός-δοσοληψία, δυνάμει της οποίας μας παρεδίδοντο οι αναγκαίες κάθε φορά ποσότητες μαρμάρων και εμείς καταβάλλαμε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος μέρος του τιμήματος δια παραδόσεως επιταγών για τις οποίες εξεδίδετο-συντάσσετο από πλευράς μεν "πωλητρίας" πινάκιο παραλαβής επιταγών (ΠΠΕ) από πλευράς δε "καταβάλλουσας" ένταλμα πληρωμής (ΕΠ).

Απ' αυτήν την "λογιστική καρτέλα" όμως ... προκύπτει χωρίς νόμιμο (βάσιμο και αποδεικνυόμενο) λόγο ότι υπήρξε χρέωσή μας σε τέσσερις περιπτώσεις ... ποσών άλλων φυσικών (ή νομικών) προσώπων με τα οποία τίποτα ημάς δεν συνδέει για να αναδεχθούμε τα χρέη τους ... . Να σημειωθεί επίσης ότι την 1-3-99 καταβάλλαμε και άλλες 226.000 δρχ. ...

στην ενάγουσα, στα πλαίσια των μεταξύ μας συνεχισθεισών δοσοληψιών, ως επίσης και 2.000.000 δρχ. στην έδρα της ενάγουσας ... στα πλαίσια επίκλησης παρά του εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας.... υπαρχουσών τρεχουσών (επειγουσών) αναγκών του ... . Να σημειωθεί επίσης ότι η δοσοληψία μας με την ενάγουσα διεκόπη λόγω αποστελλομένων από κάποια στιγμή και ύστερα ποσοτήτων μη πληρουσών τις απαραίτητες προϋποθέσεις (ποιότητος και συμπαγούς χαρακτήρα των μαρμάρων) ...

εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η κρινόμενη αγωγή πάσχει αοριστίας, αφού το ιστορικό της δεν αποτυπώνει πλήρως την γενική δοσοληψία μας (ανοικτό λογαριασμό από την αρχή μέχρις το τέλος του) για να μπορέσει να διαπιστωθεί το τελικό χρεωπιστωτικό υπόλοιπο". Με το προπαρατεθέν περιεχόμενο η αγωγή ήταν νόμιμη και ορισμένη στηριζόμενη στις διατάξεις περί πωλήσεως.

Εξάλλου ο ανωτέρω παρατεθείς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τον οποίο προέβαλε αοριστία της αγωγής λόγω υπάρξεως αλληλοχρέου λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων, ήταν απορριπτέος προεχόντως ως μη νόμιμος διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η παραδοχή ισχυρισμού περί αλληλοχρέου λογαριασμού δεν συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης αλλά ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.

Αλλά και αν εθεωρείτο ότι περιλάμβανε αίτημα περί απορρίψεως της αγωγής ως αβάσιμης, ο ανωτέρω ισχυρισμός ήταν και πάλι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν περιείχε τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτής της σκέψεως και ήταν αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωση της ενστάσεως περί αλληλοχρέου λογαριασμού και ιδίως δεν διαλαμβανόταν σ' αυτόν με σαφήνεια ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσολοψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων τα οποία απέβαλαν από την καταχώρησή τους την αυτοτέλειά τους.

Η συμπλήρωση του ισχυρισμού αυτού με τις από 4-12-2003 έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας της μετ' απόδειξη συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν απαράδεκτη, δεδομένου ότι η ίδια δεν επικαλέστηκε καν με τις προτάσεις της αυτές, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, ότι συνέτρεχε κάποιος νόμιμος λόγος παραδεκτής βραδείας προβολής του ανωτέρω ισχυρισμού της.

Με βάση όλα τα πιο πάνω: α) Ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως [με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ότι, μη απορρίπτοντας την αγωγή της αναιρεσιβλήτου ως αόριστη κατά παραδοχή της παραδεκτά προταθείσης πρωτοδίκως και κατ' έφεση ενστάσεώς της περί αοριστίας της αγωγής λόγω υπάρξεως αλληλοχρέου λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 200, 281, 875 Α.Κ., 112 Εισ.Ν.

Α.Κ., 669 Εμπ.Ν. και 64-67 ν.δ.17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών"] είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, η τυχόν παραδοχή ενστάσεως περί αλληλοχρέου λογαριασμού δεν συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση ορισμένων μόνο κονδυλίων του λογαριασμού ως αόριστης αλλά ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, εν πάση δε περιπτώσει ως αβάσιμος διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αγωγή της αναιρεσιβλήτου ήταν νόμιμη και ορισμένη στηριζόμενη στις διατάξεις περί πωλήσεως, ο δε ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί υπάρξεως αλληλοχρέου λογαριασμού αόριστος και η συμπλήρωσή του για πρώτη φορά με τις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζητήσεως απαράδεκτη.

β) Ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού [με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η αγωγή της αναιρεσιβλήτου περιείχε όλα τα στοιχεία της αγωγής από τον αλληλόχρεο λογαριασμό, ενώ πράγματι αυτή δεν περιείχε τα ανωτέρω στοιχεία] είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι η αγωγή στηριζόταν στις διατάξεις περί πωλήσεως, όπως πράγματι συνέβαινε με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενό της, και όχι σ' εκείνες περί αλληλοχρέου λογαριασμού.

γ) Ο έκτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως [με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή της αναιρεσιβλήτου ως αόριστη και συνακόλουθα απαράδεκτη, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεώς της που παραδεκτά προέβαλε πρωτοδίκως και κατ' έφεση, διότι δεν περιείχε τα στοιχεία της αγωγής από αλληλόχρεο λογαριασμό] είναι απορριπτέος για τους λόγους που αναφέρθηκαν σε σχέση με τον πρώτο λόγο, ήτοι προεχόντως ως απαράδεκτος διότι η τυχόν παραδοχή ενστάσεως περί αλληλοχρέου λογαριασμού δεν συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση ορισμένων μόνο κονδυλίων του λογαριασμού ως αόριστης αλλά ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, εν πάση δε περιπτώσει ως αβάσιμος διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αγωγή της αναιρεσιβλήτου ήταν νόμιμη και ορισμένη στηριζόμενη στις διατάξεις περί πωλήσεως, ο δε ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί αλληλοχρέου λογαριασμού αόριστος και η συμπλήρωσή του με τις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζητήσεως απαράδεκτη.

δ) Ο πρώτος πρόσθετος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως [με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη κατ' εκτίμηση του σχετικού δικογράφου το άρθρο 559 αριθ.1 (πράγματι δε 14) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο απέρριψε την ένστασή της περί υπάρξεως αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων ως αόριστη] είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, όπως διατυπώθηκε με τις προτάσεις της της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν αόριστος, η δε συμπλήρωσή του με τις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζητήσεως ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου ήταν απαράδεκτη.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς επίσης και τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 100/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναλυτικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα κ.λ.π.) που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε στο εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, ως πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. δεν νοούνται τα αποδεικτικά μέσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 17 παρ.2 ν. 2915/20001 (και σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του ίδιου νόμου εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, η οποία ήταν εκκρεμής την 1-1-2002, οπότε άρχισε η ισχύς του πιο πάνω νόμου), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Κατά την έννοια της πρώτης περιπτώσεως της διατάξεως αυτής ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (Α.Π. 96/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι ενώ η ίδια (η αναιρεσείουσα) με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 14.098.664 δραχμών και ενώ η αναιρεσίβλητη δεν είχε αμφισβητήσει την καταβολή αλλά ισχυρίσθηκε ότι αυτή "αφορούσε παλαιότερες απαιτήσεις της", το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και το εφετείο στο οποίο προέβαλε σχετικό λόγο εφέσεως, δεν έταξε στην αναιρεσίβλητη το οικείο θέμα αποδείξεως.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι παρά την αρχική γενική της επίκληση ότι το εφετείο "δέχθηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται συγκεκριμένη πλημμέλεια που να συνιστά λήψη υπόψη πραγμάτων χωρίς απόδειξη, ήτοι δεν ισχυρίζεται ότι το εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αντένσταση της αναιρεσιβλήτου περί καταλογισμού της καταβολής σε προηγούμενο χρέος χωρίς να της έχει τάξει το οικείο θέμα αποδείξεως.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταβολής ποσού 14.098.664 δραχμών, όχι κατά παραδοχή αντενστάσεως της αναιρεσιβλήτου για την οποία δεν είχε ταχθεί το οικείο θέμα αποδείξεως, αλλά ως απαραδέκτως προταθέντα για πρώτη φορά με τις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου χωρίς την επίκληση της συνδρομής κάποιου λόγου παραδεκτής βραδείας προβολής του.

Από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 Κ.Πολ.Δ., αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του εφετείου για την απόδειξη του ισχυρισμού της περί υπάρξεως αλληλοχρέου λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα:

α) επικυρωμένο φωτοτυπικό απόσπασμα της λογιστικής καρτέλας της αναιρεσιβλήτου, β) τα αναφερόμενα τιμολόγια, δελτία αποστολής και αποδείξεις καταβολών της, μεταξύ των οποίων και το 1474/29-5-1998 τιμολόγιο και γ) το 4628/1-3-1999 πινάκιο παραλαβής επιταγών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος δεδομένου ότι ο προαναφερθείς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, για την απόδειξη της βασιμότητας του οποίου ισχυρίζεται ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε τα έγγραφα αυτά, ήταν κατά τ' ανωτέρω απορριπτέος ως αόριστος και η συμπλήρωσή του με τις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απαράδεκτη.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη, όπως κατά λέξη αναγράφεται σ' αυτήν "όλα τα νόμιμα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", από την πιο πάνω δε αναφορά της προσβαλλομένης αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα, από τα οποία μάλιστα το τελευταίο μνημονεύεται και ειδικά σ' αυτήν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία η αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε νόμιμα και ειδικότερα ότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσιβλήτου ενώπιον του του εφετείου, αυτή δεν επικαλέστηκε νόμιμα οποιοδήποτε έγγραφο, ήτοι την αγωγή, τις προτάσεις της οποιουδήποτε βαθμού και οποιασδήποτε προηγούμενης συζητήσεως στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό, πρακτικά προηγουμένων συζητήσεων στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό και οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο (τιμολόγια, δελτία αποστολής, μαρτυρική κατάθεση, έγγραφα κ.λ.π.).

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος του μεν κατά το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε δικόγραφα (αγωγή, προτάσεις κ.λ.π.) διότι αυτά δεν συνιστούν αποδεικτικά μέσα, η μη επίκληση των οποίων θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, κατά τα λοιπά δε λόγω της αοριστίας του, η οποία έγκειται στο ότι δεν αναφέρεται συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο το οποίο η αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε νόμιμα με επίκληση και παρά ταύτα ελήφθη υπόψη από το εφετείο.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των από 24-10-2008 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσιβλήτου ενώπιον του εφετείου προκύπτει ότι η τελευταία επικαλέσθηκε αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη των ισχυρισμών της και ειδικότερα την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Β.

Κ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα τιμολόγια που εκδόθηκαν για τις επικαλούμενες με την αγωγή συμβάσεις πωλήσεως, των οποίων παραθέτει τους αριθμούς, τις ημερομηνίες και το περιεχόμενο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως (Α.Π. 485/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως και ειδικότερα ενώ η ίδια (η αναιρεσείουσα) είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι είχε καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 14.098.968 δραχμών και ενώ η αναιρεσίβλητη δεν είχε αμφισβητήσει την καταβολή αλλά ισχυρίσθηκε ότι αυτή "αφορούσε παλαιότερες απαιτήσεις της", το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και το εφετείο δεν έταξε στην αναιρεσίβλητη το οικείο θέμα αποδείξεως.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, παρά την αρχική γενική της επίκληση ότι το εφετείο "εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως", η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται συγκεκριμένη πλημμέλεια που να συνιστά εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως αλλά απλώς ισχυρίζεται (χωρίς μάλιστα να έχει έννομο συμφέρον προς τούτο) ότι δεν τάχθηκε στην αντίδικό της θέμα αποδείξεως για προταθέντα ισχυρισμό της (αντένσταση).

Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως ήδη έχει εκτεθεί, το εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταβολής ποσού 14.098.664 (και όχι 14.098.968) δραχμών, όχι κατ' ουσίαν ώστε να τίθεται θέμα ορθής ή μη κατανομής του βάρους αποδείξεως, αλλά ως απαραδέκτως προταθέντα για πρώτη φορά με τις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου χωρίς την επίκληση της συνδρομής κάποιου λόγου παραδεκτής βραδείας προβολής του.

Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση συνεπεία ανυπάρκτου ή ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας στερείται νομίμου βάσεως και εντεύθεν καθίσταται ανέφικτος ο ακυρωτικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Από τ' ανωτέρω συνάγεται ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή αντιφάσεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1828/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσεως και συγκεκριμένα ότι απέρριψε τον ισχυρισμό της (ένσταση) για την ύπαρξη ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού ως αόριστο χωρίς αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 442 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (Α.Π. 828/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.20 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 1-3-2009 πινακίου παραλαβής επιταγών, δεχόμενη ότι από αυτό δεν αποδεικνύεται η παράδοση από την ίδια (την αναιρεσείουσα) προς την αναιρεσίβλητη μιας τραπεζικής επιταγής με αριθμό ...-3 και ημερομηνία 26-4-1999, ενώ από την ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου προκύπτει το ακριβώς αντίθετο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν δεν αποδόθηκε στο πιο πάνω έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό αλλά έγινε δεκτό ότι το έγγραφο αυτό δεν έχει αποδεικτική ισχύ διότι δεν φέρει υπογραφές στις θέσεις "ο λαβών" και "ο καταβαλών", σε κάθε δε περίπτωση δέχθηκε ότι μόνη η παράδοση στην αναιρεσίβλητη της επιταγής (για την οποία δεν προκύπτει ότι δόθηκε αντί καταβολής) δεν αποδεικνύει την επικαλούμενη εξόφληση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 269 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 11 ν. 2915/2001 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση η οποία ήταν εκκρεμής κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2002), μέσα επιθέσεως και αμύνης είναι παραδεκτά και μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο:

α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ. που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή προκύπτει ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.

Επομένως για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε τμηματικά αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν και ο χρόνος καταβολής καθενός από αυτά (σχ. Α.Π. 178/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τις από 4-12-2003 έγγραφες προτάσεις της της μετ' απόδειξη συζητήσεως ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά ότι "Στο ίδιο χρονικό διάστημα που πραγματοποιήθηκαν οι επίδικες πωλήσεις, η εταιρεία μας κατέβαλε προς την ενάγουσα το συνολικό ποσό των 14.098.664 δραχμών, μέσω είκοσι τεσσάρων (24) συνολικώς καταβολών γενομένων σε ένδεκα (11) διαφορετικές ημερομηνίες και με τη μεταβίβαση και παράδοση στην αντίδικο επιταγών τρίτων, οι οποίες όλες πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους". Ο ισχυρισμός αυτός ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι προτάθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας της μετ' απόδειξη συζητήσεως, χωρίς την επίκληση της συνδρομής κάποιου από τους αναφερόμενους στην αρχή αυτής της σκέψεως λόγου παραδεκτής βραδείας προβολής του, τέτοιο δε λόγο δεν επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα ούτε με την έφεσή της, αλλά απαραδέκτως για πρώτη φορά με τις προτάσεις της ενώπιον του εφετείου. Πέραν τούτου όμως ο ισχυρισμός αυτός ήταν σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφερόταν σ' αυτόν τα ποσά και οι χρόνοι καθεμιάς από τις επί μέρους καταβολές.

Συνεπώς το Eφετείο, το οποίο απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό ως απαραδέκτως προταθέντα για πρώτη φορά με τις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου χωρίς την επίκληση με τις προτάσεις αυτές αλλά και με την έφεση κάποιου λόγου παραδεκτής βραδείας προβολής του, περιέχει ορθό διατακτικό. Γι' αυτό πρέπει να συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης στο σχετικό σημείο τους με τις πιο πάνω (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη, κατ' εκτίμηση του σχετικού δικογράφου, το άρθρο 559 αριθ.10 (πράγματι δε 14) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο απέρριψε τον ισχυρισμό της αυτό ως απαράδεκτο.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-5-2009 αίτηση για αναίρεση της 152/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και τους από 6-12-2010 πρόσθετους λόγους αυτής.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ