Supreme Court dismisses appeal regarding insurance liability for death and mental anguish damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the insurance company's appeal against the lower court's judgment awarding damages for death and mental anguish. The court held that the lower court's assessment of reasonable monetary compensation falls within its free evaluation of facts and is not subject to appellate review. Consequently, the appellant's claim that the award violated the principle of proportionality was rejected as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 651(1) of the Code of Civil Procedure; Article 25(1) of the Constitution: The Supreme Court reviews only the constitutionality of laws regarding proportionality, not the specific application of the principle to individual cases, leaving the assessment of reasonable compensation to the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1163 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1163/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραϊσκο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., κατοίκων ..., 5) Ο2, 6) Ψ1, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2002 αγωγή των 1ου, 2ης, 3ης και 4ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, την από 15/7/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 26/6/2006 αγωγή νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4378/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5852/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/10/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 30/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο αντίδικος εκείνου, που επίσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ..., ..., ...και ...
εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας ... προς τους υπό στοιχείο Α' τέσσερις αναιρεσιβλήτους, καθώς και τις υπ' αριθ.... και ...εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... προς τους υπό στοιχείο Β' δύο αναιρεσιβλήτους, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη συνεδρίαση της1-2-2008, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η δε αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη δικάσιμο αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
ΙI. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της , καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: " Στις 10-10-2002 και περί ώρα 04.30 π.μ., ο Ο1, οδηγώντας το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του ...
και είναι ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία " ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ" εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση προς .... Κατά τον ίδιο χρόνο η Ο2, οδηγώντας το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην κυριότητα και κατοχή αυτής και της Ψ1, κατά ποσοστό 50% στην καθεμία και είναι ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Ένωσις ΑΕΕΓΑ - Ασφάλειες ΜΙΝΕΤΤΑ", εκινείτο στην ίδια επαρχιακή οδό, με αντίθετη, όμως κατεύθυνση, ήτοι προς ....
Η ως άνω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8 μέτρων, διαθέτει μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, τα δε δύο ρεύματα κυκλοφορίας της χωρίζονται με συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή. Στο ύψος του 12ου χιλιομέτρου της όπου το όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 40 χιλιόμετρα την ώρα, η οδηγός του ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, η οποία είχε αποκτήσει άδεια οδήγησης μόλις στις 18-4-2002, είχε δε αναπτύξει μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, ευρισκόμενη υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης), έχασε τον έλεγχο του οχήματός της και εισήλθε στο αντίθετο, προς ..., ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, όπου τη στιγμή εκείνη εκινείτο κανονικά το ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί πλαγιομετωπικά με αυτό. Ειδικότερα, το ... αυτοκίνητο επέπεσε με σφοδρότητα και με όλο το εμπρόσθιο τμήμα του, στην αριστερή εμπρόσθια και πλάγια πλευρά του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Λόγω δε της μεγαλύτερης ταχύτητάς του το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο παρέσυρε προς τα δεξιά και κάθετα προς τον άξονα του οδοστρώματος το ...
αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα και τα δύο οχήματα να ακινητοποιηθούν σε θέση παράλληλη μεταξύ τους και κάθετη προς τον άξονα του οδοστρώματος, με μέτωπο προς το έρεισμα ρεύματος προς .... Η σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή ώστε όλη η εμπρόσθια πλευρά του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου καταστράφηκε ολοσχερώς, όπως και όλη η εμπρόσθια αριστερή πλευρά του ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (βλ. από 11-10-2002 πρακτικά επιθεώρησης των δύο οχημάτων, καθώς και επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Αποτέλεσμα της σφοδρής σύγκρουσης ήταν ο σοβαρός τραυματισμός των δυο οδηγών και ο θάνατος της συνεπιβαίνουσας στη θέση του συνοδηγού στο ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο Θ1, η οποία υπέστη βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα κρανίου και ρήξη ήπατος.
Αμέσως μετά το ατύχημα οι δύο εμπλακέντες οδηγοί υποβλήθηκαν σε τοξικολογική εξέταση, σύμφωνα με την οποία ανιχνεύτηκε, στην μεν οδηγό του ...Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Ο2, η ναρκωτική ουσία κοκαΐνη σε συγκέντρωση 1290, 24 mg/ml, στον δε οδηγό του ...αυτοκινήτου, ποσοστό αιθυλικής αλκοόλης σε συγκέντρωση 0,55%ο και η ουσία βενζοδιαζεπίνε σε συγκέντρωση 466,81 mg/ml (βλ.
από... και ... εκθέσεις τοξικολογικής ανάλυσης του Εργαστηρίου Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου ...). Αποκλειστικά υπαίτια για την ένδικη σύγκρουση και τον εξαιτίας αυτής θάνατο της Θ1, είναι η οδηγός του... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, η οποία, από αμέλεια της και συγκεκριμένα έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις προσοχής, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και δη, τελώντας υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης), έχοντας, εξαιτίας αυτής, μειωμένη αντίληψη και ικανότητα αντίδρασης, υπερεκτιμώντας τις οδηγικές της ικανότητες, (ούσα μάλιστα άπειρη οδηγός), δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός της, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή του ατυχήματος, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά της, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη της τις επικρατούσες συνθήκες, (στενότητα του οδοστρώματος, περιορισμένη ορατότητα, λόγω σκότους), αλλά αντίθετα, έχοντας αναπτύξει μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, με αποτέλεσμα το τελευταίο να εισέλθει στο αντίθετο προς ...
ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το εκεί κανονικά κινούμενο ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 2 και 16 παρ. 1,3 και 4 του Κ.Ο.Κ.). Αντίθετα, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε, συνυπαιτιότητα του οδηγού του τελευταίου οχήματος, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, δεν αποδείχθηκαν, αφού, αυτός, κατά τον χρόνο συγκρούσεως των οχημάτων, οδηγούσε με κανονική ταχύτητα, στο ρεύμα κυκλοφορίας του, η δε ανιχνευθείσα στο αίμα του ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης και της ουσίας βενζοδιαζεπίνε, αποτελεί μεν παραβατική συμπεριφορά, πλην όμως, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
Ο ισχυρισμός της τρίτης και πέμπτης των εναγομένων στην από 12-12-2002 αγωγή και εναγομένων στην από 15-7-2003 αγωγή ότι ο οδηγός του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ήταν αυτός που εισήλθε στο αντίθετο προς ..., ρεύμα κυκλοφορίας, δεν απεδείχθη βάσιμος κατ' ουσία. Και τούτο διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνάδει προς τα αποτυπωθέντα στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ευρήματα, και παρά τα όσα αντίθετα προς τα ανωτέρω ευρήματα, συμπεράσματα, αποτυπώνονται στην σχετική έκθεση αυτοψίας αυτής :
Ειδικότερα :Α) Όλα τα θραύσματα υάλων και πλαστικών εξαρτημάτων από τα δύο συγκρουσθέντα οχήματα βρέθηκαν αποκλειστικά στο ρεύμα προς ..., όπου εκινείτο το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι στο τελευταίο αυτό ρεύμα έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση. Δεν είναι λογικό να τοποθετείται από την Τροχαία στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα το πιθανό σημείο σύγκρουσης επί της διαχωριστικής γραμμής του οδοστρώματος και μάλιστα στο ρεύμα προς ...
και να μην υπάρχουν καθόλου θραύσματα στο σημείο αυτό, αλλά ούτε και εμφανή σημεία συρσίματος στην άσφαλτο. Β) Η τελική θέση των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων ήταν στο άκρο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος και στη έρεισμα του ρεύματος προς ..., γεγονός που συνηγορεί, επίσης ότι τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν στο τελευταίο αυτό ρεύμα κυκλοφορίας.
Γ) Από τα σημεία σύγκρουσης των δυο οχημάτων, και δη όλο το εμπρόσθιο τμήμα του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και όλη η εμπρόσθια αριστερή πλευρά (φτερό, πόρτα οδηγού) του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, σε συνδυασμό με την τελική θέση των οχημάτων, προκύπτει ότι το πρώτο όχημα, εισερχόμενο στο αντίθετο, προς ..., ρεύμα κυκλοφορίας, εμβόλισε, με το εμπρόσθιο τμήμα του, το εκεί κινούμενο ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο και παρέσυρε, λόγω της μεγαλύτερης ταχύτητάς του, προς τη φορά του και κάθετα προς τον άξονα του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθούν και τα δύο οχήματα, παράλληλα μεταξύ τους, και κάθετα προς τον άξονα της οδού, με μέτωπο προς το δεξιό έρεισμα του ρεύματος προς .... Δ) Η ίδια η προανακριτική μαρτυρική κατάθεση της οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, στην οποία υποστηρίζει ότι η ταχύτητά της ανερχόταν γύρω στα 40 χιλιόμετρα την ώρα και "ξαφνικά είδε ένα αυτοκίνητο το οποίο εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα να βγαίνει ξαφνικά στο δικό της ρεύμα και χωρίς να προλάβει να αντιδράσει, καθώς αυτός έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα, προφανώς πάνω από 100 χιλιόμετρα, ήρθε και έπεσε πάνω στο αυτοκίνητο της με μεγάλη δύναμη ....", δεν κρίνεται πειστική, αφού αν πράγματι η ταχύτητα του οχήματός της ήταν 40 χιλιόμετρα και του ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου 100 χιλιόμετρα, τότε, λαμβανομένου υπόψη ότι και τα δυο οχήματα ήταν του ίδιου περίπου κυβισμού, το δεύτερο όχημα θα είχε παρασύρει το πρώτο και τόσο τα θραύσματα από τη σύγκρουση, όσο και τα δύο οχήματα θα βρίσκονταν στο ρεύμα προς ... και όχι σ' αυτό προς .... Ε) Αλλά ούτε η μαρτυρία της φίλης της οδηγού Φ1, που ακολουθούσε με δικό της όχημα, κρίνεται πειστική, για τους ίδιους λόγους, πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν η κατάθεσή της ανατρέπεται από την προανακριτική κατάθεση της ..., η οποία έσπευσε στο νοσοκομείο μετά το ατύχημα, όπου είδε την ως άνω μάρτυρα πολύ ταραγμένη να λέει στην Ο2, " τι έκανες, τι έκανες".
Ακόμη η ίδια καταθέτει ότι όταν την πλησίασε και τη ρώτησε τι συνέβη, της είπε ότι ούτε που κατάλαβε πως έγινε το ατύχημα, η Ο2 είχε πάρει το αυτοκίνητο μόλις πριν δύο ημέρες και στο δρόμο που γύριζαν μαζί έτρεχε έκανε προσπεράσεις και έπαιζε με το αυτοκίνητο. Αλλά και οι καταθέσεις των ... και ..., που φέρονται ότι επέβαιναν στο αυτοκίνητο της Φ1, δεν κρίνονται πειστικές, και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι έρχονται σε αντίθεση με την κατάθεση της ίδιας της Ο2, η οποία καταθέτει ότι "δεν πρόλαβε να αντιδράσει", ενώ οι ίδιες καταθέτουν ότι αναβόσβηνε τα φώτα, για να ειδοποιήσει το αντιθέτως ερχόμενο όχημα, που εκινείτο στο ρεύμα της, επιπλέον αμφισβητείται και η παρουσία τους μέσα το αυτοκίνητο της Φ1 κατά το χρόνο του ατυχήματος, (βλ προανακριτική κατάθεση ...), έρχονται δε σε αντίθεση με τα ευρήματα στον τόπο του ατυχήματος, κατά τα προεκτεθέντα".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και συγκεκριμένα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ανωτέρω συμπεριφοράς και της επέλευσης του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος αποτελέσματος, οι οποίες αιτιολογίες, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων.
Ειδικότερα, οι υπό στοιχείο 1α, β, γ, δ, και ε προβαλλόμενες με το αναιρετήριο ελλείψεις, ότι δηλαδή δεν προσδιορίζεται αν ήταν κατοικημένη ή όχι η περιοχή ή υπήρχε εκεί πινακίδα ρυθμιστική κάποιου ορίου ταχύτητας, με πόση ταχύτητα κινούνταν τα οχήματα, αν ο δρόμος ήταν ευθεία και σε πόση απόσταση οι οδηγοί είχαν ορατότητα, δεν αφορούν σε ουσιώδη ζητήματα, ενόψει της ουσιώδους παραδοχής περί εισδοχής του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου στο αντίθετο προς ...ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το εκεί κανονικά κινούμενο ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Το Εφετείο επίσης διαλαμβάνει στην απόφασή του τους λόγους που αποκλείουν την ύπαρξη συνυπαιτιότητας του οδηγού του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, αιτιολογώντας γιατί το γεγονός της ανίχνευσης στο αίμα του αλκοόλης σε ποσοστό 0,55 ο/οο και της βενζοδιαζεπίνε, σε συγκέντρωση 466,81 mg/ml, δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ ρητά δέχεται την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβάσεως των σχετικών διατάξεων του ΚΟΚ από την ασφαλισμένη στην αναιρεσείουσα οδηγό και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι προβαλλόμενες υπό στοιχεία 3 α, Β και Γ ελλείψεις της αναιρεσιβαλλομένης αφορούν την πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο εκτίθεται σαφώς, ενώ οι υπό τον αριθμό 5 ελλείψεις που αναφέρονται στην απόρριψη της ένστασης περί συνυπαιτιότητας της θανούσας Θ1 κατά ποσοστό 60%, διότι τάχα γνώριζε ότι ο Ο1 ήταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος και άλλων τοξικών ουσιών, και παρά ταύτα δέχτηκε να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητό του, αφορούν στην εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδεικτικών στοιχείων που είναι ανέλεγκτη.
Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος κατά ένα μέρος ως αβάσιμος και κατά το άλλο μέρος ως απαράδεκτος. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως περί συνυπαιτιότητας της Θ1, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914 και 300 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το Εφετείο και έχουν εκτεθεί πιο πάνω, δεν συγκροτούν την έννοια της συνυπαιτιότητάς της για τον προεκτεθέντα θάνατό της.
ΙΙI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια, λόγω ψυχικής οδύνης.
Με τη διάταξη αυτή ο προσδιορισμός του ποσού της επιδικαζόμενης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 651 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να εννοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.
Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό, τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σε αυτά ν' αποφασίζουν.
Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον ορθό προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο άρθρο θέτει, και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (ΑΠ 163/2007, 1670/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι, με το να καθορίσει την επιδικαστέα στους τέσσερις πρώτους αναιρεσιβλήτους, ως μέλη της οικογένειας της θανούσας στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, στο αναφερόμενο για τον καθένα χρηματικό ποσό, που συνεπάγεται εξουθένωση της αναιρεσείουσας και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό των δικαιούχων αναιρεσιβλήτων, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 25 του Συντάγματος, που θεσπίζει την αρχή της αναλογικότητας.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος. IV. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2006 αίτηση της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΕ για αναίρεση της 5852/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009 2009 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 12 Μαίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ