Supreme Court allows appeal against municipal council dismissal of equal pay claim for local government employees under Article 4 of Constitution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed by a municipality against a multi-member district court decision awarding special additional pay to local government employees. The municipality argued that the lower court violated statutory provisions by granting benefits to local officials without specific ministerial decisions, while the employees claimed this violated constitutional equality principles. The court ruled that the lower court correctly identified a violation of the principle of equal pay for equal work under the Constitution and relevant statutes, thereby overturning the district court's dismissal of the claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 13 of the Constitution; Article 5 of Law 2880/2001; Article 13 of Law 2470/1997: The principle of equal pay for equal work under the Constitution prohibits discriminatory exclusion of local government employees from statutory benefits granted to public sector counterparts without objective justification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1163 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1163/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου ......., που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)...., 2) ...., 3) ...., 4) ...., 5) ....., 6) .... και 7) .... .Οι 3ος και 5ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Κοσσυβάκη. Οι 1η, 2η, 4η, 6ος και 7ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3602/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 15372/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-7-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 10-3-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ..., ...., ...., .... και .... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ....., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 10-7-2006 αιτήσεως αναιρέσεως και κλήσεως του αναιρεσείοντος με πράξη ορισμού δικασίμου για την 17-4-2007, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους 1η, 2η, 4η, 6ο και 7ο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σαν να ήταν παρόντες, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για την προκειμένη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση γι' αυτούς (άρθρ. 226 παρ. 4 εδ. 1, 3, 4, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
II.- Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του όμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή, προςαποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
Περαιτέρω, με τη 2026439/3480/0022/1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β' 462/6-6-1997), που εκδόθηκε κατ1 εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997, "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", οι διατάξεις του νόμου αυτού επεκτάθηκαν και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ.
Το ίδιο επαναλαμβάνεται για τους εργαζομένους στους ΟΤΑ και στις από 17-2-2001 και 18-7-2002 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των ΟΤΑ (πράξη κατάθεσης Υπ. Εργασίας 92/17-12-2001 και 82/22-7-2002 αντίστοιχα). Με το όρθρο 13 του ν. 2470/1997 προβλέπεται χορήγηση σε διάφορες κατηγορίες των δημοσίων υπαλλήλων μηνιαίου χρηματικού ποσού ως κινήτρου απόδοσης, για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και την πρόσθετη εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, καθορίζονται δε τα κριτήρια για τη χορήγηση αυτού.
Εξάλλου, στην παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 2349/1995 ορίζεται ότι ποσοστό (εννέα τοις εκατό (9%) των εσόδων του εθνικού Τυπογραφείου από καταχωρήσεις στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ετήσιες συνδρομές, πωλήσεις φύλλων ή διάθεση φωτοαντιγράφων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως κατατίθεται υπέρ του Δημοσίου και η αντίστοιχη πίστωση εγγράφεται στον κρατικό προϋπολογισμό.
Το προϊόν του προηγουμένου εδαφίου διατίθεται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών για την παροχή επιδόματος αυξημένης ευθύνης στους τακτικούς και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους της κεντρικής υπηρεσίας του πρώην Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης, του Εθνικού Τυπογραφείου και της Γραμματείας του Α.Σ.Ε.Π., περιλαμβανομένων και των με απόσπαση υπηρετούντων και των αποσπασμένων από το πρώην Υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης, με εξαίρεση τους αποσπασμένους από άλλες υπηρεσίες ελεγκτές δημόσιας διοίκησης.
Οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (πρώην Υπουργείου Προεδρίας της Κυβέρνησης), του Εθνικού Τυπογραφείου και του Α.Σ.Ε.Π., αντίστοιχα και τακτοποιούνται απολογιστικώς από τα έσοδα του προηγουμένου εδαφίου. Με την ίδια ή όμοια απόφαση ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά τη διαχείριση και διάθεση του σχετικού ποσού.
Με τα άρθρα 1-4 του ν. 2880/2001 "Πρόγραμμα ΠΟΛΙΤΕΙΑ γιο τη μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες διατάξεις" θεσπίσθηκε για τη διαρκή βελτίωση της Δημόσιας Διοίκησης με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών και την επιμόρφωση και βέλτιστη χρήση του ανθρώπινου δυναμικού της, η εκπόνηση κάθε τρία χρόνιο από το Υπουργείο Εσωτερικών του Εθνικού Σχεδίου Δράσεων για τη Δημόσια Διοίκηση (Πρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ"), το οποίο εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και διαρθρώνεται ενδεικτικά στα αναφερόμενα υποπρογράμματα εξειδικεύεται δε σε κεντρικά και περιφερειακά επιχειρησιακά προγράμματα, τα τελευταία των οποίων αποτελούν την κατά περιφέρεια και τους υπαγόμενους σ' αυτή ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας εξειδίκευση των στόχων του προγράμματος (άρθρο 1), καθορίσθηκε το όργανο παρακολούθησης του προγράμματος αυτού (άρθρο 2), προσδιορίσθηκαν οι πόροι του (άρθρο 3) και προβλέφθηκε η θέσπιση Κανονισμού Εφαρμογής του (άρθρο 4).
Με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου αυξήθηκε το ποσοστό της παρ. 15 του άρθρου 2 του ν. 2349/1995 οπό 9% σε 25% και ορίσθηκε ότι με κοινήαπόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών καθορίζονται οι δικαιούχοι του προϊόντος της παραπάνω αυξήσεως, το ύψος της ειδικής πρόσθετης αμοιβής, ο τρόπος καταβολής του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας διάταξης εκδόθηκε η2/19691/0022/2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 341/2001), με την οποία χορηγήθηκεστους μόνιμους με θητεία καθώς και στους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθώς και άλλων υπηρεσιών αυτού, περιλαμβανομένων και των μεταταγέντων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Π.Δ. 30/1996 ή μελλόντων να μεταταγούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 2738/1999, στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, ειδική πρόσθετη αμοιβή, καλυπτόμενη από την αύξηση του ποσοστού της παρ. 15 του άρθρου 2 τουν. 2349/1995, με την αιτιολογία ότι αυτή (πρόσθετη αμοιβή) "συμπλέκεται με τα καθήκοντα των υπηρετούντων στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης καιΑποκέντρωσης, λόγω της σοβαρότητας που παρουσιάζουν τα αντίστοιχα θέματα, της πολυμορφίας τους και της ταχείας αντιμετώπισης τους, πολλές φορές και εκτός των εκάστοτε ισχυόντων ωραρίων εργασίας".
Από το περιεχόμενο της τελευταίας κοινής υπουργικής απόφασης σε συνδυασμό με τις διατάξεις των όρθρων 13 του ν. 2470/1997 και 1-5 του ν. 2880/2001 προκύπτει ότι, η χορηγηθείσα με την παραπάνω υπουργική απόφαση ειδική πρόσθετη αμοιβή είναι διαφορετική από το κίνητρο απόδοσης που θεσπίζεται με το άρθρο 13 του ν. 2470/1997 για όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και δεν συναρτάται με τοπρόγραμμα "ΠΟΛΙΤΕΙΑ", ώστε να έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο σχέση με υπαλλήλους των ΟΤΑ.
Η προαναφερόμενη ειδική αμοιβή χορηγήθηκε στις προαναφερόμενεςκατηγορίες υπαλλήλων, ενόψει των καθηκόντων τους και των υπηρεσιών που προσφέρουν, οι οποίες είναι διαφορετικές από τις υπηρεσίες των υπαλλήλων τωνΟΤΑ και παρέχονται υπό διαφορετικές συνθήκες. Κατά συνέπεια, η αμοιβή αυτή δεν μπορεί να χορηγηθεί σε όλους γενικά τους υπαλλήλους του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, όπως δεν μπορούν να χορηγηθούν στους δημοσίους υπαλλήλους, κατ' εφαρμογή της ίδιας αρχής και άλλες παροχές που χορηγήθηκαν σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων και για εκτέλεση συγκεκριμένου έργου, με την επίκληση του άρθρου 13 του ν. 2470/1997, όπως είναι 1) η αποζημίωση ύψους 100.000 δραχμών κατά μήνα, πουχορηγήθηκε για το αναφερόμενο διάστημα στους υπαλλήλους μονίμους κλπ του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, με τη σικ. 2/89151/0022/2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας Πρόνοιας, 2) διάφορα ποσά, που χορηγήθηκαν για το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ως διαφορά επιδομάτων ειδικών λογαριασμών και του κινήτρου απόδοσης του ν. 2470/1997, στους υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας με την 63753/2000 απόφαση του υπουργού Γεωργίας και 3) η χρηματική παροχή που χορηγήθηκε στους υπαλλήλους του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.
με τη 1567/22-12-2000 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.. (ΑΠ 97/2008, ΑΠ 108/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής : Οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες προσλήφθηκαν από τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο Δήμο ..... με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου πριν την 1-3-2001.
Οι αποδοχές τους ρυθμίζονται από το μισθολόγιο του Ν. 2470/1997 περί "Αναμόρφωσης του προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης", που καθόρισε το πλαίσιο μισθοδοσίας των μισθωτών του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ. Σκοπός του νόμου αυτού ήταν ο προσδιορισμός ενός ενιαίου και ομοιόμορφου πλαισίου μισθολογικών και επιδοματικών παροχών για τους παραπάνω μισθωτούς.
Προς επίτευξη του σκοπού αυτού καταργήθηκαν επιμέρους επιδόματα, που χορηγούνταν μέχρι τότε, διατηρήθηκαν μόνο όσα ήταν αναγκαία και δικαιολογούνταν από συγκεκριμένες συνθήκες εργασίας, ενώ με το άρθρο 13 του ως άνω νόμου θεσπίστηκε το "κίνητρο απόδοσης", το οποίο αποτελούσε μία επιπλέον μηνιαία χρηματική παροχή στους υπαλλήλους αυτούς, προκειμένου να αυξηθεί η αποδοτικότητά τους κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων.
Με την 2/19691/0022/28-3-2001 Υπουργική Απόφαση χορηγήθηκε στους μονίμους ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, καθώς και σ' αυτούς του Υπουργείου Εσωτερικών που έχουν μεταταγεί στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ειδική πρόσθετη μηνιαία αμοιβή για το χρονικό διάστημα από 1.3.2001/31.12.2001, ενώ με την 2/75109/0022/18-3-2001 ΥΑ προβλέφθηκε η χορήγηση της ως άνω μηνιαίας παροχής και για το έτος 2003.
Στο άρθρο 5 του ν. 2880/2001 "περί του προγράμματος για την αναδιάρθρωση της Δημόσιας Διοίκησης" προβλέπεται η χορήγηση ειδικής πρόσθετης αμοιβής, η οποία καλύπτεται με αύξηση του ποσοστού επί των εσόδων του Εθνικού Τυπογραφείου από 9%, όπως προβλέπονταν με το άρθρο 2 παρ. 15 του ν. 2349/1995, σε 25%, ενώ καθορίζεται ότι με κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης, Αποκέντρωσης και Οικονομικών θα προσδιορισθούν οι δικαιούχοι, το ύψος, ο τρόπος καταβολής της ειδικής πρόσθετης αμοιβής, όπως και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
Περαιτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η ειδική πρόσθετη αμοιβή αποτελεί προσαύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 13 του ν. 2470/1997, η οποία χορηγείται, λόγω της εφαρμογής του προγράμματος "ΠΟΛΙΤΕΙΑ" και τις αυξημένες υπηρεσιακές υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται για τους υπαλλήλους, που συμμετέχουν στην υλοποίηση του εν λόγω προγράμματος.
Η αμοιβή όμως αυτή δεν χορηγήθηκε με τις ως άνω Υπουργικές Αποφάσεις και στους υπαλλήλους των ΟΤΑ, οι οποίοι επίσης συμβάλλουν στην υλοποίηση του προγράμματος για την αναδιάρθρωση της Δημόσιας Διοίκησης. 'Ετσι οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες, ως υπάλληλοι του αναιρεσείοντος - εναγομένου Δήμου ....., δικαιούνται να λάβουν την παραπάνω επιδοματική παροχή, που χορηγείται στους συναδέλφους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, ενώ η αδικαιολόγηση εξαίρεση αυτών από τη χορήγηση της παραβιάζει τη μισθολογική ισότητα, που καθιερώνεται με το ν. 2470/1997 και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος με τις οποίες εισάγεται η αρχή της ίσης αμοιβής για παροχή ίσης εργασίας.
Συνεπώς προς άρση της άνισης διάκρισης και αποκατάσταση της παραπάνω συνταγματικής αρχής, πρέπει να επεκταθεί η χορήγηση της ειδικής πρόσθετης αμοιβής και στους αναιρεσιβλήτους, για τους οποίους συντρέχει ο ίδιος λόγος, για τον οποίο χορηγείται η αμοιβή αυτή στους συναδέλφους τους, χωρίς να γίνεται επίκληση λόγων γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, που να δικαιολογούν την επιλεκτική αυτή καταβολή, η οποία μάλιστα γίνεται με όμοιο με το κίνητρο απόδοσης τρόπο και υπόκειται στις ίδιες κρατήσεις.
Με τις παραδοχές του αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Δήμου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 του ν. 2470/1997, 5 του ν. 2880/2001, 4 και 22 του Συντάγματος, καθώς και τις διατάξεις της ΚΥΑ 2/19691/28-2-2001.
Επομένως ο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Δήμου, μειωμένη κατά πενήντα τοις εκατό, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Αναιρεί την 15372/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
-
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
-
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε επτακόσια πενήντα (750) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ