Legislator Case Law & Legislation
1162/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt restructuring judgment, remanding case for retrial on payment terms.

Case Number 1162/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appellant's request to appeal the final judgment of the Corinthian Single-Member District Court regarding debt restructuring. The appellant argued that the court erred in calculating monthly payments, while the bank, absent from the hearing, did not contest the appeal. The court found the first and fourth grounds of the appeal admissible because they challenged the specific calculation of the debt, whereas other arguments were deemed inadmissible as they attacked the court's assessment of evidence. Consequently, the appeal was allowed, the original judgment was annulled, and the case was remanded for retrial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 560, 561, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine appeals admissibly raised against judgments in voluntary debt restructuring proceedings, accepting those challenging the calculation of payments while dismissing those attacking the court's evaluation of evidence, and remanding the case for retrial if grounds are found valid.

Keywords

AI generated
voluntary debt restructuring appeal admissibility calculation of payments assessment of evidence remand for retrial single-member court debt restructuring law

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 560, 561, 577, 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1, paragraph 2 of the third article of Law 4335/2015
Ο ισχυρισμός αυτός είναι μεν παραδεκτός και νόμιμος (άρθρα 256 § 1, 591 § 1δ ΚΠολΔ και 1 § 1 ν.
Article 8, paragraph 6, section b of Law 3869/2010
Article 746 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1162 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1162/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκι, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 12-5-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 432/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 15-06-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 79/30-06-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2020 οριστικής απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος διάδικος, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 546/2020, ΑΠ 508/2020, AΠ 91/2020, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 4220 Β /20-10-2020 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ.

Ι. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 15-06-2020 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-05-2021) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 περ.

γ', 129 και 568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., στην αναιρεσίβλητη τράπεζα, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.". Η αναιρεσίβλητη όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε και κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία αυτής.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1/2020 οριστική απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 19-12-2013 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 15/09-01-2014) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς την πιστώτρια τράπεζα, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, με σκοπό την απαλλαγή του από τις οφειλές του.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 432/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, το οποίο δέχθηκε την αίτηση και: α) ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές ποσού ίσου προς το 10% της τελευταίας (κατά τον χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησης) μηνιαίας ενήμερης δόσης του για χρονικό διάστημα 36 μηνών, χωρίς όμως να τον υποχρεώνει στην καταβολή τους, για τους ειδικότερα αναφερόμενους στο σκεπτικό της λόγους, β) εξαίρεσε της εκποίησης την πρώτη κατοικία του αιτούντος, γ) επέβαλλε σε αυτόν την υποχρέωση να καταβάλει στην καθ' ής για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας του το συνολικό ποσό των 94.964,07 ευρώ, καταβάλλοντας μηνιαίως το ποσό των 395,68 ευρώ για διάστημα είκοσι (20) ετών (240 δόσεις) από τη δημοσίευση της απόφασης, ήτοι από την 1-6-2018, χωρίς περίοδο χάριτος, εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά τον χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και δ) εξαίρεσε από την εκποίηση τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της αγροτεμάχια, καθώς και ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Hyundai Motor C, 1341 cc έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2000, καθότι έκρινε ότι δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον.

Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 29-10-2018 (με αριθμ. εκθ. καταθ. 111/01-11-2018) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [ και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου υποβλήθηκε στις 09-01-2014, ήτοι πριν την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015 ], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".

Επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή ( ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 551/2018).(ΑΠ 735/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει, ότι είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται, ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης και πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο, ότι είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη κατ' αρχάς το εισόδημα του οφειλέτη.

Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του.

Συνεπώς, η εξόφληση των πιστωτών, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση των πιστωτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και τούτο γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του. Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 ( ΑΠ 844/2020, ΑΠ 1379/2019).

Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ορίζει ότι "...εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών...ορίζεται εκκαθαριστής". Ακολούθως με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 4161/2013 που ισχύει από 14-6-2013 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος και χωρίς ανατοκισμό.

Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη.

Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη".

Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχάς από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.

Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του εν λόγω νόμου, όπως ίσχυε κατά την άνω 2η έκδοση αυτού, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 120/2020).

Με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Όταν υπάρχει αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας η εξόφληση των χρεών του οφειλέτη γίνεται με συνδυασμένες καταβολές στα πλαίσια των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010.

Προηγούνται οι καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 και ακολουθούν οι καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2 και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τον ανωτέρω συνδυασμό μηνιαίων καταβολών, με παράλληλη εφαρμογή τους, την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει. Κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών του οφειλέτη προηγείται ο προσδιορισμός του ποσού, που χρειάζεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και στην απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να προσδιορίζεται τέτοιο ποσό και κατόπιν να καθορίζεται το ύψος των μηνιαίων καταβολών.

Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ. 2 δεν έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο καθορισμό των μηνιαίων καταβολών από την πλευρά του οφειλέτη και του συνολικού χρονικού διαστήματος αυτών. Παρεμβάλλεται αναγκαίως το Δικαστήριο, το οποίο θα διαπιστώσει τη συνδρομή των όρων του νόμου και θα καθορίσει το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών.

Η επιβαλλόμενη στον οφειλέτη με τη δικαστική απόφαση πρόσθετη υποχρέωση μπορεί να προβλέπει και "περίοδο χάριτος", δηλαδή χρονική συνήθως αρχική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν καταβάλει κανένα ποσό οφειλής στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου. Πάντως για τη χορήγηση περιόδου χάριτος δεν απαιτείται οπωσδήποτε αίτημα του οφειλέτη.

Η διάρκεια της χάριτος δεν προβλέπεται στο νόμο, αλλά αφήνεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και θεωρείται σκόπιμο να χορηγείται στον οφειλέτη περίοδος χάριτος τόσης διάρκειας, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις, τόσο του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου, όσο και τις υποχρεώσεις με βάση το άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου και να μην επιβαρύνεται συγχρόνως με καταβολές και από τις δύο πηγές.

Από το όλο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική, ενώ αντιθέτως, η περίοδος χάριτος εναπόκειται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 632/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ( ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (30.06.2020), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ( ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ( με τον οποίο ταυτίζεται ουσιαστικά ο λόγος από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα ( με τον οποίο ταυτίζεται ο λόγος από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ.), γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης ( ΑΠ 550/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 823/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο αιτών διανύει κατά τον χρόνο παροχής έννομης προστασίας το 68° έτος της ηλικίας του (σήμερα είναι 69 ετών), είναι πρώην υπάλληλος του ΟΤΕ και λαμβάνει σύνταξη από τον ΙΚΑ, το καθαρό ύψος της οποίας (κύριας και επικουρικής), αφαιρουμένων των νόμιμων κρατήσεων, του παρακρατηθέντος φόρου και της παρακρατηθείσας εισφοράς αλληλεγγύης, ανέρχεται κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης στο ποσό των 1.643,53 €.

Είναι παντρεμένος με την Σ. Τ. ηλικίας 62 ετών (σήμερα 63), η οποία είναι άνεργη και δεν λαμβάνει κάποια σύνταξη. Διαμένουν σε ιδιόκτητη οικία στο ..., μαζί με τον ενήλικο γιο τους Λ., τον οποίο και συντηρούν κατά κύριο λόγο καθότι, ο τελευταίος παρά τα 31 του χρόνια (σήμερα 32), αδυνατεί να αυτοσυντηρηθεί αφού πάσχει από βαριά ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, για την οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και εξαιτίας, μάλιστα, της οποίας έχει χρειαστεί να νοσηλευθεί κατά το παρελθόν σε ψυχιατρική κλινική (βλ.

τα από 17.5.2013 και από 11.2.2013 ιατρικά πιστοποιητικά της α' Ψυχιατρικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής Αθηνών). Κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης, ο γιος του αιτούντος εργαζόταν με καθεστώς μερικής απασχόλησης ως καθηγητής Φυσικής σε φροντιστήριο μέσης εκπαίδευσης στην Αθήνα, τα έσοδα όμως που αποκόμιζε μηνιαίως από την ως άνω εργασία του, και τα οποία ο πατέρας του προσδιόρισε στο ποσό των 200-220 περίπου ευρώ μηνιαίως, είναι ελάχιστα και επαρκούν μόνο για την κάλυψη των εξόδων μετακίνησης από και προς τον τόπο εργασίας του.

Επιπλέον, τόσο ο ίδιος ο αιτών όσο και η σύζυγος του πάσχουν από πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας, ειδικότερα ο πρώτος έχει προσβληθεί κατά το παρελθόν από εγκεφαλικά επεισόδια ενώ η δεύτερη από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, πρόσφατα δε διαγνώστηκε στην τελευταία ανεύρυσμα έσω αριστερής και δεξιάς καρωτίδας, το οποίο απαιτεί χειρουργικές επεμβάσεις.

Για όλους τους ανωτέρω λόγους εκτιμάται ότι οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειας του (συζύγου και υιού του), ανέρχονται περί το ποσό των 1.200 ευρώ τουλάχιστον. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους, ο αιτών είχε λάβει από την καθ' ης πιστώτρια το κάτωθι τραπεζικό προϊόν, το υπ' αριθμ.

…. στεγαστικό δάνειο για το οποίο την 8.2.2016 υφίσταντο ανεξόφλητο ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο οφειλής 97.394,79 €, η ως άνω δε απαίτηση είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη και δεν έχει πάψει από την κοινοποίηση της αίτησης να παράγει νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Από το χρόνο λήψης του δανείου έως και λίγο πριν τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης, ο αιτών προέβαινε στην ομαλή αποπληρωμή της οφειλής του, αφού τα μέχρι τότε εισοδήματά του, του επέτρεπαν να είναι συνεπής στην εξόφληση των δανειακών του υποχρεώσεων.

Ειδικότερα, το έτος 2009 οι καθαρές μηνιαίες απολαβές του, οι οποίες κατά κύριο λόγο προέρχονταν από την καταβολή της σύνταξής του, ανέρχονταν σε 2.887,71 €, το έτος 2010 σε 2.714,87 ευρώ, το 2011 σε 2.320,48 € και το 2013 σε 2.573,74 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικά οικονομικών ετών 2010, 2011, 2012 και 2014), ενώ από το αμέσως επόμενο έτος, χρήση 2014 (χρόνος υποβολής της ένδικης αιτήσεως), διαμορφώθηκαν περίπου στα σημερινά επίπεδα (1.686,79 ευρώ για το φορολογικό έτος 2014), ήτοι ο αιτών, απώλεσε ξαφνικά την είσπραξη σε μηνιαία βάση ενός ποσού της τάξης των 1.000 ευρώ.

Από τα ως άνω, και με δεδομένο ότι οι λειτουργικές δαπάνες διαβίωσης του αιτούντος αποτιμώνται στο ποσό που μνημονεύθηκε πιο πάνω, συνάγεται ότι ο αιτών βρισκόταν τόσο κατά τον χρόνο συζήτησης όσο και κατά τον χρόνο κατάθεσης αυτής σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς την πιστώτρια του, αφού το μηνιαίο εισόδημα εκ της σύνταξής του, του επιτρέπει μεν να εξοφλεί το σύνολο των χρεών του αλλά σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του, αφού διαπιστώνεται ότι η "συνολική μηνιαία δόση προς την καθ' ης ανερχόταν περί τα 670 ευρώ.

Στην ως άνω αδυναμία περιήλθε σταδιακά σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αυτή δε έχει χαρακτήρα μονιμότητας λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας του αιτούντος, της πηγής των εισοδημάτων του (σύνταξη) καθώς και της γενικότερης οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα. Η καθ' ης πιστώτρια παραδεκτά (άρθρο 527 αρ. 1 ΚΠολΔ) προβάλει ισχυρισμό κατά τον οποίο ο αιτών έχει παραβιάσει το καθήκον ειλικρίνειας ο οποίος είναι νόμιμος (άρθρο 10§1 ν. 3869/2010) και ειδικότερα ότι ο αιτών αποκρύπτει από το παρόν Δικαστήριο την τυχόν απόληψη εφάπαξ βοηθήματος κατά τον χρόνο της συνταξιοδότησής του καθώς και την πηγή των εισοδημάτων, η οποία του επέτρεψε να προβεί κατά την τετραετία 2004-2008 σε αγορά 12 ακινήτων, συμπεριφορά η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη των συμφερόντων των πιστωτών του.

Η ως άνω ένσταση είναι μεν παραδεκτή και νόμιμη, πλην όμως τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία της, για το λόγο ότι, όπως αποδείχθηκε, ο αιτών κατά τον χρόνο της συνταξιοδότησής του, το έτος 2006 πράγματι έλαβε εφάπαξ βοήθημα ύψους 80.000 περίπου ευρώ, το οποίο όμως αναλώθηκε στο σύνολό του και επενδύθηκε στην απόκτηση μεγάλης ακίνητης περιουσίας (υπερβαίνει τα 30 στρέμματα σε αγροτεμάχια), με συνέπεια να μη σώζεται καθόλου ρευστότητα κατά τον χρόνο κατάθεσης και συζήτησης της υπό κρίση αίτησης.

Μάλιστα, μη επαρκούντος του ως άνω κεφαλαίου προέβη και σε δανειοδότηση από την καθ' ης, για την επίτευξη των επενδυτικών του σκοπών. Επιπλέον, η καθ' ης πιστώτρια, προέβαλε, -κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του-, ισχυρισμό περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, με τη μορφή της ηθελημένης πρόκλησης αυτής σε χρόνο μεταγενέστερο της λήψης του ένδικου δανείου, μέσω της αδικαιολόγητης μη καταβολής των οφειλόμενων δόσεων, τις οποίες, όμως, στην πραγματικότητα είχε τη δυνατότητα να καταβάλλει.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι μεν παραδεκτός και νόμιμος (άρθρα 256 § 1, 591 § 1δ ΚΠολΔ και 1 § 1 ν. 3869/2010 ....), πλην όμως θα πρέπει να απορριφθεί στην ουσία του, αφού σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται πιο πάνω, η παύση των πληρωμών του αιτούντος συνέπεσε με τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης (έως το χρόνο εκείνο ήταν συνεπής), πραγματικός λόγος δε αυτής ήταν η περικοπή της μηνιαίας σύνταξης του κατά το ποσό των 1.000 περίπου ευρώ γεγονός που ανέτρεψε κάθε οικονομικό προγραμματισμό του, επιπλέον δε έως τον χρόνο εκείνο δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση υψηλών και μη διαχειρίσιμων ληξιπρόθεσμων οφειλών, αντιθέτως παρατηρείται μία εικόνα απόλυτα συνετού δανειολήπτη.) Εξάλλου, ο αιτών είναι πλήρης και αποκλειστικός κύριος μίας κατοικίας επιφανείας 198,38 τ.μ., κτισμένης σε ;

οικόπεδο 1,1 στρεμμάτων κείμενο στο ..., αντικειμενικής αξίας 135.621,26 € (Βλ. Δήλωση ΕΝΦΙΑ έτους 2017). Την κατοικία αυτή, ζητά ο αιτών να εξαιρεθεί από την εκποίηση καθότι επικαλείται ότι χρησιμεύει ως κύρια κατοικία αυτού και η αντικειμενική της αξία, δεν υπερβαίνει το όριο αφορολόγητου ποσού για έγγαμο με ένα τέκνο.

Επιπλέον, ο αιτών είναι κύριος των κάτωθι περιγραφόμενων ποσοστών επί ακινήτων: α) του 100% ενός αγροτεμαχίου 2.046,22 τ.μ. στη ..., το οποίο απέκτησε δυνάμει της υπ' αριθμ. …/2007 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αιδηψού Αναστασίας Σιδηροπούλου, β) του 100% ενός αγροτεμαχίου 6.500 τ.μ. στις ..., το οποίο απέκτησε δυνάμει της υπ' αριθμ.

…/2008 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Κορίνθου Μαρίας Λαζάρου Σπηλιοτοπούλου, γ) του 100% ενός αγροτεμαχίου 2.000 τ.μ. στις ..., το οποίο απέκτησε δυνάμει της υπ' αριθμ. …/2008 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Κορίνθου Μαρίας Λαζάρου Σπηλιοτοπούλου, δ) του 100% ενός αγροτεμαχίου 3.000 τ.μ.

στις ..., το οποίο απέκτησε δυνάμει της υπ' αριθμ. ../2008 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Χιλιομοδίου Ελένης Νίτερου, ε) του 100% ενός αγροτεμαχίου 5.000 τ.μ. στις ..., το οποίο απέκτησε δυνάμει της υπ' αριθμ. …/2008 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Χιλιομοδίου Ελένης Νίτερου, στ) του 100% ενός αγροτεμαχίου 2.000 τ.μ.

στις ..., το οποίο απέκτησε δυνάμει της υπ' αριθμ. …/2008 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Κορίνθου Μαρίας Λαζάρου Σπηλιοτοπούλου, ζ) του 100% ενός αγροτεμαχίου 2.000 τ.μ. στις ..., το οποίο απέκτησε δυνάμει της υπ' αριθμ. …/2008 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Κορίνθου Μαρίας Λαζάρου Σπηλιοτοπούλου, η) του 50% ενός αγροτεμαχίου 143,10 τ.μ.

στην ..., θ) του 70% ενός αγροτεμαχίου 2.324,76 τ.μ. στον ..., δυνάμει της με αριθμό …/2004 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβολαιογράφου Πόρου Σταύρου Ρεϊζή, ια) του 100% ενός αγροτεμαχίου 684 τ.μ. στην ..., δυνάμει της με αριθμό …/2004 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβολαιογράφου Πόρου Σταύρου Ρεϊζή και τέλος ιβ) του 50% ενός αγροτεμαχίου 5.995 τ.μ.

στην ..., δυνάμει της με αριθμό …/2004 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως του συμβολαιογράφου Πόρου Σταύρου Ρεϊζή. Τα ως άνω αγροτεμάχια θα πρέπει να εξαιρεθούν της εκποίησης καθώς δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον. Τέλος, έχει στην κυριότητά του το υπ' αριθμ. … ΙΧΕ όχημα μάρκας Hyundai Motor C, 1341 cc έτους πρώτης κυκλοφορίας το 2000, το οποίο θα πρέπει να εξαιρεθεί της εκποίησης καθώς λόγω της παλαιότητας του δε δύναται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον.

Επομένως, η ρύθμιση των χρεών του αιτούντος θα γίνει κατά πρώτον με μηνιαίες καταβολές απευθείας στην καθ' ης πιστώτρια, κατ' άρθρο 8 § 2 για την ικανοποίηση της μοναδικής της απαίτησης. Στα πλαίσια, λοιπόν της ρύθμισης, ο αιτών θα καταβάλει μηνιαίως το 10% της τελευταίας (κατά τον χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησης) ενήμερης δόσης του για διάστημα μίας τριετίας.

Μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της τριετίας θα έχει καταβληθεί το συνολικό ποσό των 2.430,72 € (για το ύψος της δόσης βλ. την από 5-12-2013 αναλυτική βεβαίωση οφειλών της Τράπεζας Πειραιώς). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 5 § 2 ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της § 4 του άρθ. 9 του ν. 3869/2010, το χρονικό διάστημα από τη χορήγηση της από 13.8.2014 προσωρινής διαταγής της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία αποφασίστηκε προσωρινά η αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων σε βάρος της περιουσίας του αιτούντος με την υποχρέωση μηνιαίων καταβολών εκ μέρους του προς τους πιστωτές του, ποσού που ίσου προς το 10% της τελευταίας ενήμερης οφειλής του, μέχρι την 1.9.2017, δηλαδή χρονικό διάστημα 36 μηνών, θα συνυπολογισθεί στο χρονικό διάστημα των καταβολών της τριετίας, που ορίζεται αμέσως παραπάνω.

Συνεπώς ο αιτών δε θα υποχρεωθεί σε περαιτέρω μηνιαίες καταβολές, καθώς η τριετία έχει ήδη συμπληρωθεί. Η ικανοποίηση του υπολοίπου της οφειλής της πιστώτριας τράπεζας, θα γίνει με περαιτέρω καταβολές προς διάσωση της πρώτης κατοικίας του αιτούντος που θα ανέλθουν μέχρι το 70,02 % της αντικειμενικής αξίας της, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 94.964,07 € και με το οποίο εξοφλείται ολοσχερώς η οφειλή του αιτούντος.

Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα ξεκινήσει από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, ήτοι από την 1.6.2018, διότι και το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να δοθεί περίοδος χάριτος και θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το νόμο εντόκως, χωρίς ανατοκισμό με μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά τον χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο χρόνος δε τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης του ποσού αυτού πρέπει να οριστεί σε 20 χρόνια, ήτοι σε 240 δόσεις.

Η μηνιαία δόση που θα καταβάλει ο αιτών στα πλαίσια αυτής της ρύθμισης ανέρχεται στο ποσό των 395,68 € την οποία μπορεί να καταβάλει με βάση το ανωτέρω προσδιορισθέν μηνιαίο εισόδημα του. Με βάση όσα εκτέθηκαν ο αιτών θα τύχει απαλλαγής των χρεών του κατόπιν αιτήσεως με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 § 1 ν. 3869/2010.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε δεχόμενο ότι οι ανάγκες του αιτούντος ανέρχονται σε 1500 ευρώ μηνιαίως αντί για 1200 ευρώ και πρέπει, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της απόφασης ειδικά ως προς την εκτίμηση των μηνιαίων εξόδων του εκκαλούντος-αιτούντος να απορριφθεί η έφεση (άρθρο 534 ΚΠολΔ) δεδομένου ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, αφού έκρινε ότι "οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειάς του ανέρχονται περί το ποσό των 1.200 ευρώ τουλάχιστον", αντικατέστησε τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, το οποίο είχε δεχθεί ότι οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης του αιτούντος και της οικογένειάς του ανέρχονται περί το ποσό των 1500 ευρώ μηνιαίως, και αφού περαιτέρω δέχθηκε ότι η μηνιαία δόση που μπορεί να καταβάλει ο αιτών στα πλαίσια αυτής της ρύθμισης ανέρχεται στο ποσό των 395,68 ευρώ, όπως είχε γίνει δεκτό και με την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Ήδη ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης συνδυαστικά και με τον τέταρτο λόγο αυτής, υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 αντίστοιχα του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. και κατ' ορθή εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται και στους δύο αυτούς λόγους, από τον αριθμό 6 του άρθρου τούτου, καθόσον περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπή και ασαφή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα των μηνιαίων δαπανών που κρίθηκαν αναγκαίες για τη διαβίωση του ιδίου και της οικογένειάς του και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε ασαφή και δη ενδοιαστική αιτιολογία, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όσον αφορά το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της στάθμισης των βιοτικών αναγκών και του καθορισμού του ποσού, που είναι αναγκαίο για την αξιοπρεπή διαβίωση του αναιρεσείοντος και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, ο προσδιορισμός του οποίου, όπως προεκτέθηκε, πρέπει να γίνεται στην απόφαση, ώστε να καθορίζεται στη συνέχεια το ύψος του ποσού, στο οποίο θα ανέλθουν οι μηνιαίες καταβολές προς την πιστώτρια τράπεζα, το οποίο (ποσό των μηνιαίων καταβολών) δεν πρέπει να είναι αναγκαίο για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους.

Ειδικότερα, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών του οφειλέτη προηγείται ο προσδιορισμός του ποσού, που χρειάζεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος - οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου, και κατόπιν να καθορίζεται το ύψος των μηνιαίων καταβολών, έτσι ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Στην προκειμένη όμως περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε στο αποδεικτικό της πόρισμα ασαφή - ενδοιαστική αιτιολογία, ως προς τη στάθμιση των βιοτικών αναγκών του αναιρεσείοντος και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και το συνακόλουθο καθορισμό του ποσού των μηνιαίων δαπανών που απαιτούνται για την αξιοπρεπή διαβίωση αυτών, προσδιορίζοντας το ποσό αυτό σε 1.200 ευρώ "τουλάχιστον", ήτοι προσδιορίζοντας αυτό κατά το ελάχιστό του όριο και αφήνοντας όμως έτσι ανοικτό το ενδεχόμενο οι δαπάνες διαβίωσης των ανωτέρω να υπερβαίνουν το ποσό αυτό, οπότε με την ασαφή - ενδοιαστική αυτή παραδοχή δεν καθίσταται βέβαιο ότι το ποσό των 395,68 ευρώ, που ορίστηκε ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση του χρέους του αναιρεσείοντος, δεν είναι απολύτως αναγκαίο για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και την εξασφάλιση ενός επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών.

Ειδικότερα, αν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το συνολικό μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα, προερχόμενο από τη σύνταξη του αναιρεσείοντος, ανέρχεται στο ποσό των 1.643,53 ευρώ και οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσης αυτού και της οικογενείας του ανέρχονται στο ποσό των 1.200 ευρώ "τουλάχιστον", με ενδεχόμενο συνεπώς αυτές να υπερβαίνουν και δη κατά πολύ το εν λόγω ποσό, που καθορίστηκε κατά το κατώτατο όριό του, δεν υφίσταται κατόπιν των παραδοχών αυτών [ ήτοι της αναφοράς της φράσεως, "ανέρχονται περί το ποσό 1.200 ευρώ τουλάχιστον"], σαφής αιτιολογία ως προς το εάν ο αναιρεσείων είναι σε θέση να καταβάλει το ποσό των 395,68 ευρώ, που ορίστηκε ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση του χρέους του, προσαυξανόμενο μάλιστα και με το νόμιμο τόκο που όρισε η απόφαση, χωρίς οι καταβολές αυτές να καθίστανται απολύτως αναγκαίες για τη διαβίωση αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και χωρίς να τους στερούν ένα στοιχειώδες επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, που οπωσδήποτε πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό των εν λόγω καταβολών, δεδομένου ότι η υπέρβαση του άνω, κατ' ελάχιστο όριο, καθορισθέντος ποσού των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης του αναιρεσείοντος [ το ενδεχόμενο της οποίας (υπέρβασης) είναι πλήρως ανοικτό σύμφωνα με την άνω ασαφή - ενδοιαστική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ], καθιστά το άνω ποσό των 395,68 ευρώ, που ορίστηκε ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση του χρέους του, ενδεχομένως κατά ένα μέρος του αναγκαίο για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους.

Κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης το αποδεικτικό της πόρισμα δεν είναι σαφές και αναμφίβολο ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης, δεδομένου ότι ο καθορισμός των μηνιαίων δαπανών που κρίθηκαν αναγκαίες για τη διαβίωση του αναιρεσείοντος και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, συναρτάται απολύτως με τον καθορισμό των καταβλητέων μηνιαίων καταβολών για την εξόφληση του χρέους του, οι οποίες διαμορφώνουν το διατακτικό της απόφασης.

Επομένως, οι ανωτέρω, συνδυαστικά ερευνώμενοι, πρώτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, κατά το ανωτέρω μέρος τους, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που περιέχονται στους ίδιους αυτούς λόγους είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Δικαστήριο, στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε αντίθετα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου.

Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αίτησης αναίρεσης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων, που έγιναν δεκτοί, καθιστούν αλυσιτελή την εξέτασή τους. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.

β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη ( ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Και

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ