Legislator Case Law & Legislation
1162/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court correctly rejected time-barred objections.

Case Number 1162/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision. The appellant argued the lower court erred in accepting time-barred objections, but the court found these objections were properly rejected as inadmissible due to expiration. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 516(2) and 532 of the Code of Civil Procedure; The court must reject time-barred legal remedies as inadmissible, and an appeal based on the lower court's failure to do so is unfounded if the remedies were indeed rejected for that reason.

Keywords

AI generated
time-barred objections inadmissible legal remedies procedural expiration appeal dismissal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556(1), 558, 564 and 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 516(2) and 532 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) and (8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1162 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1162/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Πλιάτσικα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Ταρνατώρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19/4/2011, 2/6/2011 και 7/6/2011 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18971/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1169/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/4/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 1169/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 18971/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τις οποίες έκανε τυπικά και κατ' ουσία δεκτές, εξαφάνισε την ως άνω εκκληθείσα απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί των:

α) από 19-4-2011 (16390/20-4-2011) ανακοπής και των από 19-12-2012 πρόσθετων λόγων αυτής, β) από 2-6-2011 (22978/3-6-2011) ανακοπής και γ) από 7-6-2011 (25335/21-6-2011) ανακοπής και των από 20-12-2012 πρόσθετων λόγων αυτής, που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, διώκοντας, για τους στα ανωτέρω δικόγραφα αναφερόμενους λόγους, την ακύρωση, αντίστοιχα: α) των από 5-4-2011 δύο (2) επιταγών προς πληρωμή, που επέδωσε σ' αυτόν ο αναιρεσίβλητος, β) των από 20-5-2011 δύο (2) επιταγών προς πληρωμή, που, επίσης, επέδωσε σ' αυτόν ο αναιρεσίβλητος και γ) του από 17-5-2011 κατασχετηρίου, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος επέσπευσε κατάσχεση στα χέρια τρίτου και απέρριψε την τρίτη των ως άνω ανακοπών και τους πρόσθετους λόγους αυτής ως απαράδεκτους, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής τους, ενώ, δέχθηκε τυπικά την πρώτη και δεύτερη των ανωτέρω ανακοπών καθώς και τους πρόσθετους λόγους της πρώτης εξ αυτών, τις οποίες, όμως, απέρριψε κατ' ουσίαν.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564 και 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει, εντεύθεν, να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή, κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων, τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις και όχι κανόνας δικονομικού δικαίου, δηλαδή, εκείνος, που ρυθμίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας ή θέτει ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση του οποίου αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.Α.Π. 96/1985, Α.Π. 885/2019, Α.Π. 862/2011, Α.Π. 1735/2008, Α.Π 410/2000).

Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 11/2017).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την κακή εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 27/2008, Ολ.Α.Π. 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ουσίας της διαφοράς, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τόσον η διάταξη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσον και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου (Ολ.Α.Π. 27/1998, Α.Π. 19/2020, Α.Π. 15/2020). Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται, αυτοτελώς, σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε δεν πλήττονται όλες ή πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ" αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.Α.Π. 25/2003, Ολ.Α.Π. 25/1994).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως δικαίωμα νοείται αυτό που απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, θεωρείται δε ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Για να χαρακτηρισθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 του Α.Κ., παρά μόνο, αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως, όταν ο δανειστής, δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει, όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε, υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι, δηλαδή, ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια, που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. Από το συνδυασμό, εξάλλου, των διατάξεων των άρθρων 281 του Α.Κ., 116 και 933 του Κ.Πολ.Δ., 20 παρ.1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος αποτελεί και η, μέσω της αναγκαστικής εκτέλεσης, πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή, Επομένως, λόγος ανακοπής του άρθρου 933 του Κ.Πολ.Δ.

μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 του Α.Κ., με συνέπεια την ακυρότητα αυτής (Ολ.Α.Π. 12/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.. Συγκεκριμένα, επικαλείται ότι το Εφετείο, εσφαλμένως ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 924, 926 και 933 του Κ.Πολ.Δ., απέρριψε την από 2-6-2011 (22798/2011) ανακοπή του, με την οποία ζητούσε την ακύρωση των από 20-5-2011 δύο (2) επιταγών προς πληρωμή, που επέδωσε σ' αυτόν ο αναιρεσίβλητος και για το λόγο ότι δεν είχε προηγηθεί παραίτηση (ρητή ή σιωπηρή) του αναιρεσιβλήτου από τις προηγηθείσες από 5-4-2011 επιταγές προς πληρωμή, που, επίσης, είχε επιδώσει ο ίδιος σ' αυτόν.

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... από τα αυτά αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι και οι λόγοι της δεύτερης ανακοπής, με τους οποίους επιδιώκεται ακύρωση των δύο από 20-5-2011 επιταγών για το λόγο ότι: 1.

ότι έλαβαν χώρα κατά το χρόνο ισχύος της με αριθμ. 16405/20-4-2011 προσωρινής διαταγής, καταχωρηθείσας επί σχετικής αίτησης αναστολής και γνωστοποιηθείσας στον καθ' ου η ανακοπή και χωρίς να λάβει χώρα προγενέστερη παραίτηση από τις από 5-4-2011 επιταγές πληρωμής και 2. Ότι καταχρηστικά επισπεύδει εκτέλεση μ' αυτές ενώ γνωρίζει ότι δεν υπάρχει άλλο περιουσιακό αντικείμενο του, ότι σύντομα θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει την απαίτηση του καθ' ου με την είσπραξη απαιτήσεών του, που του έχουν επιδικαστεί με αριθμ. 528/2011 και 529/2011 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μέρος της οποίας προσφέρθηκε να εκχωρήσει στον καθ' ου και με την με αριθμ. 10639/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση υπόθεσης αποζημίωσής του, σε βάρος της α.ε.

με την επωνυμία ... Α.Β.Ε.Ε.' πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.... Όμως ο καθ' ου η ανακοπή δεν επέσπευσε την κατάσχεση εις χείρας τρίτου με βάση τις από 5-4-2011 επιταγές ούτε με βάση τις από 20-5- 2011 επιταγές. Τις τελευταίες επέδωσε, μετά την κατάσχεση εις χείρας τρίτης, στον καθ' ου η εκτέλεση προκειμένου να επανανακοινώσει μόνο το περιεχόμενο των επιδοθεισών στις 20-1-2006 επιταγών και να οχλήσει εξωδίκως τον καθ' ου η εκτέλεση για εκούσια καταβολή και στο στάδιο αυτό, έχοντας ήδη, στις 13-5-2011, αναγνωριστεί, δικαστικώς, δικαιούχος του παραπάνω υπολοίπου πλειστηριάσματος.

Έτσι, η επίδοση εξώδικης όχλησης δεν εμπίπτει στο πεδίο της προσωρινής αναστολής, ενώ δεν υπόκεινται σε ακύρωση με την ανακοπή του άρθρου 933 του Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση, μόνη η επίδοση των ως άνω από 20-5- 2011 επιταγών και ως προδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν εμπίπτει στο πεδίο της προσωρινής αναστολής της εκτέλεσης, που αφορούσε την εκτέλεση που επισπεύδονταν με τις από 5-4-2011 επιταγές, γραμμένη η καθεμία κάτωθι αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, ενώ δεν επέδωσε τις από 20-5-2011 επιταγές ασκώντας καταχρηστικά σχετικό δικαίωμά του, ούτε απαιτούνταν προγενέστερη παραίτηση από τις από 5-4-2011 δύο επιταγές και η γενική από τον ανακόπτοντα παραπομπή του καθ' ου για πληρωμή του από τις απαιτήσεις της α.ε. "...

Α.Ε." ή απαίτηση που επιδικάστηκε στον ίδιο, με τη με αριθμ. 10639/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε βάρος τρίτων, δεν αποτελεί προσήκουσα προσφορά για πληρωμή. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι και οι λόγοι της δεύτερης ανακοπής". Από τις παραπάνω παραδοχές καταδεικνύεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω ανακοπή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε την ακύρωση των από 20-5-2011 επιταγών προς πληρωμή, που επέδωσε σ' αυτόν ο αναιρεσίβλητος, απορρίφθηκε με πλείονες, επάλληλες αιτιολογίες, αντίστοιχες των αιτιάσεων του ανακόπτοντος (αναιρεσείοντος).

Με τον λόγο αυτό, όμως, προσβάλλεται μία μόνο εκ των ως άνω αιτιολογιών της προσβαλλομένης, με συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής και, εντεύθεν, απορριπτέος, εφόσον το απορριπτικό αυτής διατακτικό ως προς την εν λόγω ανακοπή στηρίζεται αυτοτελώς και στις μη προσβληθείσες αναιρετικώς αιτιολογίες.

Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, με την επίκληση της ίδιας ως άνω πλημμέλειας, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., απέρριψε κατ' ουσία τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου επίσπευσης της σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης, με τη σ' αυτόν επίδοση των από 5-4-2011 επιταγών προς πληρωμή, απορρίπτοντας, εντεύθεν, κατ' ουσία τη διώκουσα την ακύρωση των ως άνω επιταγών από 19-4-2011 (16930/2011) ανακοπή του και τους από 19-12-2012 πρόσθετους λόγους αυτής, για το λόγο ότι ο αναιρεσίβλητος, παρότι διέθετε εκτελεστούς τίτλους από το 2005, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για την είσπραξη των απαιτήσεων του, αφού επέδωσε μεν σ' αυτόν τις από 20-1-2006 επιταγές, δεν προχώρησε, όμως σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του ούτε σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου για την είσπραξη του αδιανέμητου πλειστηριάσματος, παρότι γνώριζε ότι αυτός ήταν ο δικαιούχος του ποσού αυτού, αποκλειστικός σκοπός δε ήταν να τον επιβαρύνει με έξοδα και τόκους, ενώ ο ίδιος, ως δικηγόρος, δεν υποβαλλόταν σε τέτοιες δαπάνες, ενώ, επιπροσθέτως, δεν ανταποκρίθηκε στις προτάσεις του για εκχώρηση του αδιανέμητου πλειστηριάσματος και επέδωσε τις προσβαλλόμενες από 5-4-2011 επιταγές, παρότι είχαν ξεκινήσει οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για την καταβολή της οφειλόμενης απαίτησής του, κατά κεφάλαιο και έξοδα.

Από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προέκυψε ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Ενόψει των προαναφερθέντων, ο κύριος και επικουρικός λόγος της πρώτης ένδικης ανακοπής του, με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι οι παραπάνω από 5-04-2011 επιταγές είναι άκυρες, άλλως εν μέρει, για το λόγο ότι προσκρούουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ.

και ειδικότερα για το λόγο ότι καταχρηστικά ενεργώντας δεν μερίμνησε για την ικανοποίηση της απαίτησής του, τον Ιανουάριο 2006, με κατάσχεση εις χείρας της συμβ/φου, του υπολοίπου του πλειστηριάσματος, με τις ως άνω προκοινοποιηθείσες από 20-1-2006 επιταγές, σκοπεύοντας την επαύξηση της απαίτησής του με τόκους υπερημερίας και δαπάνες και έξοδα έκδοσης επιταγών, με συνέπεια την αποδυνάμωση του δικαιώματος του, αφού επί πέντε και πλέον έτη δεν προέβη σε καμμία άλλη ενέργεια, δημιουργώντας σ' αυτόν την πεποίθηση ότι δεν ενδιαφέρεται να ικανοποιήσει την απαίτησή του από το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος αλλά από την κατάσχεση των ακινήτων του μετά την τελεσίδικη διάρρηξη της ανωτέρω δικαιοπραξίας μεταβίβασης και επικουρικώς, επιδιώκοντας τη μεταρρύθμιση καθεμιάς απ' αυτές, με ακύρωση καθεμίας για το ποσό των 8.837,37 ευρώ, στο οποίο συμποσούται το ποσό των 8.632,37 ευρώ ως τόκων και το ποσό των 205,00 ευρώ ως εξόδων επιταγής, για το διάστημα από 20-01-2006 έως 5-04-2011, με το οποίο καταχρηστικώς τον επιβάρυνε ο καθ' ου η ανακοπή, ήτοι κύριος και επικουρικός λόγος πρέπει ν' απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι...

Ειδικότερα, ο καθ' ου η ανακοπή, από τον Ιανουάριο του 2006 και μέχρι την 18-05-2011 δεν προέβη σε αναγκαστική εκτέλεση εις χείρας της υπαλλήλου του πλειστηριασμού ως τρίτης, διότι υπήρχε αμφισβήτηση του δικαιούχου του παρακατεθειμένου στο Τ.Π.Δ. ποσού των 62.320,42 ευρώ, από την επισπεύδουσα την εκτέλεση α.ε., με την επωνυμία ...

Α.Β.Ε.', είχαν ήδη αναγγελθεί στον, μεταγενέστερα, ακυρωθέντα πλειστηριασμό ως δανειστές του ανακόπτοντος, οι προαναφερθείσες αλλοδαπές εταιρείες με την επωνυμία..., που ήταν ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης, για την εξασφάλιση απαίτησής τους, ύψους 10.000.000 δρχ. καθώς και οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης...

και ο καθ' ου η ανακοπή εύλογα και δικαιολογημένα δεν γνώριζε αν είναι δικαιούχος ο ανακόπτων, ενόψει της ύπαρξης και των ως άνω αναγγελθέντων δανειστών του και ανέμενε την εκδήλωση πρωτοβουλίας του ανακόπτοντος για την άρση της αμφισβήτησης, που έλαβε χώρα με την άσκηση της παραπάνω αναγνωριστικής αγωγής, ενώ η συμβ/φος - υπάλληλος του πλειστηριασμού, από την πρώτη πληροφόρηση για έκπτωση της τυχαίως καταταγείσας δανείστριας και ακύρωση του εκτελεστού τίτλου, παρέπεμψε την επίλυση της αμφισβήτησης στην αρμόδια δικαστική κρίση.

Αλλά και ο ανακόπτων, μη στερούμενος νομικής υποστήριξης, δεν γνώριζε ότι είναι δικαιούχος του εναπομένοντος υπολοίπου πλειστηριάσματος, ενόψει της ύπαρξης των ως άνω αναγγελθέντων δανειστών. Μάλιστα, εξαιτίας της άγνοιάς του αυτής, ο ανακόπτων δεν άσκησε την προαναφερθείσα αγωγή του για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου σε προγενέστερο χρόνο.

Ο καθ' ου η ανακοπή δεν δημιούργησε στον ενάγοντα εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει την ικανοποίηση των ως άνω απαιτήσεών του, με την κατάσχεση της απαίτησης του ανακόπτοντος για την απόδοση του εναπομείναντος πλειστηριάσματος ούτε ότι θα ικανοποιήσει αποκλειστικά τις συγκεκριμένες απαιτήσεις του από τη διάρρηξη της φερομένης απ' αυτόν (καθ' ου) ως καταδολιευτικής μεταβίβασης των προπεριγραφέντων ακινήτων του και η βασιμότητα (εν όλω ή εν μέρει) ή αβασιμότητα (εν όλω ή εν μέρει) αυτής εξαρτώνταν από τη σχετική αμετάκλητη κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου, ενώ οι διάδικοι μετά την έκδοση της αναιρετικής με αριθμ. 928/2014 απόφασης του Α.Π., δεν ισχυρίζονται ότι κατέστη αμετάκλητη η με αριθμ. 12807/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το αληθές είναι ότι υπήρχε συνεχής αντιδικία των διαδίκων και ουδέποτε ο καθ' ου η ανακοπή παραιτήθηκε της αξίωσης του, για ικανοποίηση της επιδικασθείσας απαίτησής του και των τόκων, δαπανών και εξόδων από τον ανακόπτοντα, και χωρίς να σκοπεί την επιβάρυνσή του με τόκους και έξοδα έκδοσης νέων επιταγών.

Ο ανακόπτων ούτε μετά την από 13-05-2011 αναγνώρισή του ως δικαιούχου του ως άνω ποσού των 62.320,00 ευρώ, προσέφερε πραγματικώς και προσηκόντως στον καθ' ου η ανακοπή το ποσό αυτό για εξόφληση μέρους της απαίτησης του τελευταίου. Αντίθετα, ο ανακόπτων επεδείκνυε παρελκυστική συμπεριφορά υποδεικνύοντας και παραπέμποντας σε μελλοντική πληρωμή της οφειλής του.

Έτσι, ο ανακόπτων στη δίκη της παυλιανής αγωγής επικαλέστηκε την ύπαρξη του ανωτέρω περιουσιακού του στοιχείου για να καταρρίψει την παυλιανή αγωγή καθώς και κατάχρηση δικαιώματος με την προσπάθεια ικανοποίησης της απαίτησής του από τα μεταβιβασθέντα στον υιό του ακίνητα, ενώ στην ένδικη πρώτη ανακοπή επικαλέστηκε ότι ο καθ' ου η ανακοπή σκόπευε την ικανοποίηση της απαίτησής του, από την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των ακινήτων, των οποίων απαγγέλθηκε η διάρρηξη, με τη με αριθμ. 1338/30-06-2010 απόφαση, η οποία, όμως, δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, αφού ο ανακόπτων, έχοντας νόμιμο δικαίωμα, σκόπευε να ασκήσει αίτηση αναίρεσης, την οποία και πράγματι άσκησε, ενώ μετά την αναίρεση δεν γίνεται επίκληση αν κατέστη αμετάκλητη η παραδοχή ή αν έλαβε χώρα απόρριψη αυτής.

Η υπερημερία του ανακόπτοντος για την πληρωμή της οφειλής του και κατά το διάστημα από 20-01-2006 έως και την 05-04-2011, αλλά και μέχρι την είσπραξη του ποσού του μέρους της απαίτησής του, κατέστη η αποκλειστική αιτία, εξαιτίας της οποίας ο ανακόπτων επιβαρύνθηκε για το διάστημα από 20-01-2011 έως 05-04-2011, ένδικο με την πρώτη ανακοπή, με τους προαναφερθέντες τόκους και έξοδα, που ανέρχονται σε 8.837,37 ευρώ για καθεμία από τις ως άνω επιταγές, ενώ ο καθ' ου η ανακοπή δεν δημιούργησε στον ανακόπτοντα εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα επιδιώξει τόκους και έξοδα για καθεμία από τις απαιτήσεις του...

Ειδικότερα, ο καθ' ου η ανακοπή με την επίδοση των δύο από 20-5-2011 επιταγών προς τον ανακόπτοντα δεν αποδέχθηκε την ανυπαρξία απαίτησής του για τόκους και έξοδα, συνολικού για τις δύο επιταγές ποσού 17.674,74 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 20-01-2006 έως 05- 04-2011, δεν παραιτήθηκε απ' αυτό ούτε ενήργησε καταχρηστικά...

Δεν αποδείχθηκε ρητή ή σιωπηρή παραίτηση του καθ' ου η ανακοπή για το επιπλέον ποσό των 8.837,37 ευρώ ως τόκων και εξόδων, που επιτάχθηκε να καταβάλει με καθεμία αντίστοιχη από 05-04-2011 επιταγή ούτε με την επίδοση της νέας αντίστοιχης από 20-05-2011 επιταγής προς πληρωμή... Αντίθετα, ρητά δήλωσε στον ανακόπτοντα τη βούλησή του για την πλήρη ικανοποίηση και των τόκων και εξόδων είτε με αναγκαστική εκτέλεση είτε με εκούσια από τον ανακόπτοντα καταβολή".

Από τις πραγματικές αυτές, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., έκρινε ότι ή εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου επίδοση στον αναιρεσείοντα των επίμαχων δύο (2) από 5-4-2011 επιταγών προς πληρωμή, πραγματώνει νόμιμη, μέσω της αναγκαστικής εκτέλεσης, επιδίωξη της είσπραξης των απαιτήσεών του, η οποία δεν υπερβαίνει τα ακραία αξιολογικά όρια, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

και απέρριψε την ως άνω ανακοπή.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενο τούτου κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα, εν όλω ή εν μέρει, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθώς ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου παραμορφώθηκε, όχι δε, όταν απλώς το έχει συνεκτιμήσει μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει στο πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.Α.Π.1/1999).

Δεν συνιστούν έγγραφα, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφα εκείνα, που δεν χαρακτηρίζονται, κατά τα αρθρ. 339 και 432 - 449 του ίδιου Κώδικα, ως αποδεικτικά τοιαύτα για τη συναγωγή άμεσης ή έμμεσης απόδειξης (Α.Π. 233/2020) καθώς και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης για την υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, που προβλέπεται με τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, δικάζοντας α) επί της από 7- 6-2011 (25335/21-6-2011) ανακοπής και των από 20-12-2012 πρόσθετων λόγων αυτής και β) επί της από 2-6-2011 (22978/2011) ανακοπής, που άσκησε ο ίδιος, παραμόρφωσε, παρά το νόμο, το περιεχόμενο, αντίστοιχα: α) του από 17-5-2011 κατασχετηρίου, με το οποίο επισπεύσθηκε από τον αναιρεσίβλητο κατάσχεση εις χείρας της συμβολαιογράφου Χ.

Φ. - Π., ως τρίτης και επιδόθηκε σ' αυτήν, στον ίδιο (αναιρεσείοντα) και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αφού δέχθηκε εσφαλμένα ότι η κατάσχεση επιβλήθηκε, με βάση τις από 20-1-2006 επιταγές προς πληρωμή, ενώ όφειλε να αποφανθεί ότι η κατά τα ανωτέρω κατάσχεση εις χείρας τρίτου επιβλήθηκε με βάση τις από 6-4-2011 επιταγές προς πληρωμή και β) των από 20-5-2011 δύο (2) επιταγών προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου των 24303/2002 και 24307/2002 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος επέδωσε τις επιταγές αυτές, προκειμένου να επανακοινώσει το περιεχόμενο των επιδοθεισών από 20-1-2006 επιταγών και να τον οχλήσει εξωδίκως για εκούσια καταβολή, υποπίπτοντας έτσι σε διαγνωστικό λάθος.

Ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά στο από 17-5-2011 κατασχετήριο, είναι διττώς απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί. Και τούτο διότι, αφενός μεν ερείδεται επί της εσφαλμένης βάσεως, ότι δηλαδή, το Εφετείο, κατά την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, ενώ, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτα τα ένδικα βοηθήματα της από 7-6-2011 (25.335/21-6-2011) ανακοπής και των από 20-12-2012 πρόσθετων λόγων αυτής, με τα οποία ο αναιρεσείων ζητούσε την ακύρωση του επίμαχου κατασχετηρίου, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής τους, χωρίς να ερευνήσει τους προταθέντες υπ' αυτού λόγους ακύρωσης τούτου, πολλώ δε μάλλον, χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, αφετέρου δε, σε κάθε περίπτωση, καθόσον ο λόγος αυτός πλήττει την αξιολογική και όχι τη διαγνωστική κρίση του Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο του σκέλους του εν λόγω αναιρετικού λόγου, που αφορά στις 20-5-2011 επιταγές προς πληρωμή, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., βάλλει κατά της αξιολογικής κρίσης του Εφετείου, δηλαδή, της εκτίμησης τούτου ότι οι ανωτέρω επιταγές αποτελούν εν τοις πράγμασι εξώδικες οχλήσεις για την εκούσια εκ μέρους του καταβολή των οφειλόμενων στον αναιρεσίβλητο ποσών.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερα τα σκέλη τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ. Α.Π. 2/2001). Στο λόγο αυτό υπάγονται τόσον οι αυτεπαγγέλτως ερευνώμενες όσον και οι κατόπιν επικλήσεως βλάβης απαγγελλόμενες ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 Κ.Πολ.Δ., που αφορούν στην παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013) καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π. 1530/ 2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 250/2014, Α.Π. 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν ή απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 23/2020, Α.Π. 1150/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δύο πρώτους, συναφείς, λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, με τις από 25-1-2017 έγγραφες προτάσεις, που υπέβαλε στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, προέβαλε τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της από 10-9-2015 (3073/15-9-2015) έφεσης του πρωτοδίκως νικήσαντος καθ' ου οι ανακοπές και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, ήδη αναιρεσιβλήτου, ελλείψει εννόμου συμφέροντος τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 516 παρ. 2 και 532 του Κ.Πολ.Δ., αφού, με το μοναδικό λόγο της έφεσης αυτής, παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 18971/2013 απόφασή του, εσφαλμένα δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 7-6-2011 (25335/2011) ανακοπή 'και τους από 20-12-2012 πρόσθετους λόγους αυτής, ενώ έπρεπε να απορρίψει τα εν λόγω ένδικα βοηθήματα ως απαράδεκτα, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής τους και ζητούσε, όπως, με αντικατάσταση της αιτιολογίας, απορριφθούν αυτά ως απαράδεκτα.

Ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω έφεση του αναιρεσιβλήτου, αλλά την έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία, χωρίς να λάβει υπόψη τον ως άνω υπ' αυτού προταθέντα ισχυρισμό, υποπίπτοντας έτσι στις πλημμέλειες, που προβλέπονται από τους αριθμούς 14 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Οι αιτιάσεις αυτές αλυσιτελώς προβάλλονται και συνεπώς οι λόγοι αυτοί (πρώτος και δεύτερος) πρέπει, πρωτίστως, ν' απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, καθόσον ακόμη και αν ήθελε γίνουν δεκτοί, δεν θα επήγοντο ευμενές για τον αναιρεσείοντα αποτέλεσμα ούτε θα επηρέαζαν τη διαμόρφωση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Και τούτο διότι, από την επισκόπηση αυτής, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο, προκύπτει ότι η ως άνω ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής απορρίφθηκαν και κατ' αυτεπάγγελτη κρίση του Εφετείου ως απαράδεκτοι, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής τους. Σε κάθε περίπτωση, εξάλλου, ο δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, το οποίο εκτίμησε το ως άνω ένδικο μέσο ως επικουρική έφεση, ασκηθείσα από τον πρωτοδίκως νικήσαντα διάδικο - αναιρεσίβλητο, υπό την αίρεση της παραδοχής της κύριας έφεσης, που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων και την έκανε τυπικά δεκτή, δεν παρείδε τον ισχυρισμό τούτου, αλλά τον αντιμετώπισε με την παραδοχή αντίθετης κρίσης, από αυτήν που θεωρεί ως ορθή.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-4-2019 (1249/156/18-4-2019) αίτηση του Π. Δ. του Μ. για αναίρεση της 1169/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ