Legislator Case Law & Legislation
1162/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract rescission, ruling lower court distorted financial documents regarding company viability.

Case Number 1162/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision to rescind labor contracts, finding the lower court had distorted financial documents. The appellant company presented annual reports showing losses in millions of euros, whereas the lower court incorrectly interpreted figures in thousands. Consequently, the court ruled the lower court's finding on business viability was legally flawed and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court distorts documentary evidence regarding a company's financial status, thereby invalidating its conclusion on business viability.

Keywords

AI generated
labor contract rescission business viability assessment distortion of evidence financial document interpretation remand for retrial appeal admissibility corporate financial records

Cited Legislation

AI generated
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 81(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1162 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1162/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Έλενα Χατζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., και 2)Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρίκλεια Μαρούλη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2046/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3994/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 20/11/2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1437/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 29/10/2018 κλήση της καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 29.10.2018 κλήση της αναιρεσείουσας - καλούσας ανώνυμης εταιρείας νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτήν ασκηθείσα από 20.11.2017 και με αριθ. κατ. 8773/842/22.11.2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμό 3994/18.8.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση, αντιμωλία των διαδίκων, της υπ' αριθ. 1437/25.9.2018 μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, για το λόγο ότι δεν είχαν κλητευθεί από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 81 παρ. 3 του ΚΠολΔ, οι κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπέρ των τότε πρώτης και δευτέρου των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων προσθέτως παρεμβάσες συνδικαλιστικές οργανώσεις και ειδικότερα το σωματείο με την επωνυμία "..." και το σωματείο με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ...", και την στη συνέχεια της έκδοσης αυτής κλήτευση αυτών, όπως προκύπτει από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες με αριθ. …52/14.11.2018 και ...57/14.11.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Ι. η πρώτη και της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ο. Σ. η δεύτερη.

Με την από 20 Νοεμβρίου 2017 και με αριθ. κατάθ. 8773/842/22.11.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 3994/18.8.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 29.10.2015 και με αριθ. κατάθ. 6398/30.10.2015 έφεσης της πρώτης και δευτέρου των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων [επί συνόλου τεσσάρων αρχικά εναγόντων], κατά της εκδοθείσας με αριθ. 2046/24.9.2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η ως άνω έφεση και εξαφανίσθηκε η εν λόγω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη ως προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων [μη διαδίκων στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη] και ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς την πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία την από 1.6.2011 και με αριθ.

κατάθ. 106498/3353/14.6.2011 αγωγή των εναγόντων. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την εν λόγω αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση ως προς την πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία, αναγνώρισε ως άκυρες (καταχρηστικές) τις από 15.3.2011 καταγγελίες των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των πρώτης και δευτέρου των εναγόντων - εκκαλούντων, υποχρέωσε την πρώτη των εναγομένων να αποδέχεται τις υπηρεσίες των με τους πριν την καταγγελία ισχύοντες όρους και επιδίκασε σε αυτούς κατά ένα μέρος καταψηφιστικά και κατά ένα μέρος αναγνωριστικά τα ποσά των 66.460, 42 (20.000 + 46.460,42) και των 90.945,83 (20.000 + 70.945,83) ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 16.3.2011 έως 16.12.2013, πλέον του ποσού των 1000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής των βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητας αυτών, ως εκ των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία.

Με την ίδια απόφαση, αν και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, διευθύνοντα σύμβουλο και ειδικό εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης εταιρείας αντίστοιχα, ότι αυτοί δεν νομιμοποιούνται παθητικά, όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και συνακόλουθα έπρεπε ν' απορριφθεί ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος έφεσης με αντικατάσταση της αιτιολογίας, παρά ταύτα δεν απέρριψε την έφεση ως προς αυτούς, αλλά εξαφάνισε και ως προς τους διαδίκους αυτούς την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στη συνέχεια απέρριψε ως μη νόμιμη (παθητικά ανομιμοποίητη) την αγωγή ως προς αυτούς, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από τα άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Εξ άλλου, πέραν της νομικής αοριστίας της αγωγής, δηλαδή εκείνης που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα και που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (σχετ.

ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014), η αοριστία της αγωγής μπορεί να είναι ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά.

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011). Περαιτέρω η ένσταση (ή η αντένσταση), ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με την οποία επιδιώκεται η (εν όλω ή εν μέρει) προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής, πρέπει για το ορισμένο αυτής, κατά το άρθρο 262 του ΚΠολΔ, να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν.

Δηλαδή, για να κριθεί η ένσταση (ή η αντένσταση) ότι επιδέχεται δικαστική εκτίμηση, πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα προς εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή και συνακόλουθα τη δικαστική εκτίμηση της αγωγής, διαφορετικά, αν τα γεγονότα που αποτελούν την ιστορική βάση αυτής δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη και σαφή, η ένσταση (ή η αντένσταση) απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 1383/2008, ΑΠ 1380/2004).

Ειδικότερα για το ορισμένο της ένστασης του εργοδότη από το άρθρο 656 εδ. τελ. του ΑΚ της αφαίρεσης από τις αποδοχές υπερημερίας του εργαζομένου της ωφέλειας του τελευταίου από την κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού, πρέπει να προσδιορίζεται συγκεκριμένα η ωφέλεια του εργαζομένου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και να αποδίδεται αυτή στην υπερημερία του εργοδότη, σε περίπτωση δε που η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε αποδοχές που έλαβε ο εργαζόμενος παρέχοντας την εργασία του σε άλλον εργοδότη, πρέπει να κατονομάζεται ο εργοδότης, στον οποίο απασχολήθηκε ο εργαζόμενος, να προσδιορίζεται το είδος εργασίας που παρείχε και το ποσό των αποδοχών που έλαβε σε συγκεκριμένο χρόνο (σχετ.

ΑΠ 167/2018, ΑΠ 1447/2017, ΑΠ 1539/2011, ΑΠ 1004/2004). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο και στη συνέχεια ν' αποδεικνύεται από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 199/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 2319/2014, ΑΠ 114/2009).

Ειδικότερα, η αοριστία της αγωγής ή της ένστασης ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που αφορούν τη δημόσια τάξη και επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο εκείνο και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο έφεσης του εναγομένου ή με τις προτάσεις του ως εφεσιβλήτου προς απόκρουση της κατ' αυτού έφεσης (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 75/2008, ΑΠ 1165/2007, ΑΠ 1714/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1316/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και τον συναφή από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο (γ 3) σκέλος του, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες ότι: α) παρά την προβολή σχετικού περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμού αυτής τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση ως προς το στοιχείο της έντονης συνδικαλιστικής δράσης των εναγόντων που αποτέλεσε και την για λόγους εκδικητικότητας αιτία της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών, καθότι για τη θεμελίωση της αγωγής δεν αναφέρονταν στο οικείο δικόγραφο πραγματικά γεγονότα σχετικά με συνδικαλιστική δράση των εναγόντων και συνδέοντα αυτήν με την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, ούτε πραγματικά γεγονότα αφορώντα εκδικητική αντίδραση σε αυτήν (συνδικαλιστική δράση) εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, μη λαμβάνουσα έτσι υπόψη τον σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό της και υποπίπτουσα συνεπώς στις πιο πάνω αναιρετικές πλημμέλειες, β) προέβη στην επιδίκαση ποσού ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν οι ενάγοντες, αντί ν' απορρίψει το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής ως αόριστο, καθόσον, πλην μιας γενικόλογης αναφοράς σε βάναυση προσβολή της προσωπικότητας αυτών που τους προκάλεσε μεγάλο ψυχικό πόνο και ταλαιπωρία, οι ενάγοντες δεν επικαλέσθηκαν στο οικείο δικόγραφο οικονομικούς λόγους που κατέστησαν την καταγγελία άδικη πράξη, ούτε μνημόνευσαν περιστατικά που να συγκροτούν αδικοπρακτική συμπεριφορά προς θεμελίωση ευθύνης για την αποκατάσταση ηθικής βλάβης, υποπίπτοντας έτσι στις πιο πάνω αναιρετικές πλημμέλειες και γ) απέρριψε ως αόριστη την παραδεκτώς προταθείσα τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση ένσταση αφαίρεσης από τις επιδικασθείσες αποδοχές υπερημερίας αυτών της ωφέλειας από μισθωτή εργασία της πρώτης ενάγουσας και από εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα του δευτέρου ενάγοντος, συνολικού ύψους 43.167,74 και 36.344,85 ευρώ αντίστοιχα, η οποία προέκυπτε από δημόσια έγγραφα και ειδικότερα από σχετική απόφαση του ΙΚΑ και της ΔΟΥ …αντίστοιχα, υποπίπτοντας έτσι στις πιο πάνω αναιρετικές πλημμέλειες.

Ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά τα υπό στοιχεία (α) και (γ) σκέλη του και ο συναφής τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το υπό στοιχείο (γ3) σκέλος του είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα: Α) με την ένδικη από 3.6.2011 και με αριθ. κατάθ. 106498/3353/14.6.2011 αγωγή, το δικόγραφο της οποίας επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), οι πρώτη και δεύτερος των εναγόντων ζήτησαν την αναγνώριση της ακυρότητας της από 15.3.2011 καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών και την συνακόλουθη επιδίκαση σε αυτούς αποδοχών υπερημερίας, επικαλούμενοι ότι αυτή (καταγγελία) έλαβε χώρα καταχρηστικά και ειδικότερα από λόγους εκδίκησης, εχθρότητας και εμπάθειας στο πρόσωπό τους, επειδή οι τελευταίοι, σε αντίθεση με την μεγάλη πλειονότητα του προσωπικού της εναγομένης εταιρείας, αρνήθηκαν ν' αποδεχθούν, κληθέντες προς τούτο, την σε βάρος τους μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών με τη μείωση των μηνιαίων αποδοχών τους, παρόλο που δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα οικονομικοί λόγοι που να επέβαλλαν μειώσεις των αποδοχών των εργαζομένων στην εναγομένη εταιρεία, και μάλιστα η πρώτη εξ αυτών προσέφυγε προς τούτο στην Επιθεώρηση Εργασίας, ενώ επίσης αυτοί επέδειξαν έντονη συνδικαλιστική δραστηριότητα, ως μέλη του σωματείου με την επωνυμία "..." συμμετέχοντες στις απεργίες που προκήρυσσαν οι συνδικαλιστικοί φορείς ενόψει της γνωστοποιηθείσας πρόθεσης της εναγομένης να προβεί σε μειώσεις αποδοχών, ενημερώνοντας τους λοιπούς εργαζομένους για τις πραγματικές προθέσεις της εναγομένης και καταγγέλλοντας την εκβιαστική στάση αυτής κλπ, επί πλέον δε η πρώτη εξ αυτών διένειμε τις ανακοινώσεις του σωματείου και καλούσε τους συναδέλφους της να μετέχουν στις απεργιακές κινητοποιήσεις και ν' αρνηθούν να υπογράψουν τη μείωση των αποδοχών τους.

Επομένως, και ανεξαρτήτως του ότι με βάση το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή δεν θεμελιώνεται κατά τα σε αυτήν ιστορούμενα σε ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εξ αιτίας μόνο της προηγούμενης συνδικαλιστικής δράσης των πρώτης και δεύτερης των εναγόντων, αλλά κυρίως σε λόγους εκδικητικότητας, εχθρότητας και εμπάθειας για το λόγο ότι σε αντίθεση με το λοιπό προσωπικό της εναγομένης αυτοί αρνήθηκαν ν' αποδεχθούν μειώσεις στις αποδοχές τους, γεγονός που αρκεί από μόνο του για την κατά νόμο θεμελίωση της αγωγής στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 174, 180, 349, 350 και 656 του ΑΚ και 7 του Ν. 2112/1920, η δε συνδικαλιστική δράση αυτών αναφέρεται στην αγωγή σωρευτικά, ως ένας επί πλέον λόγος ακυρότητας των καταγγελιών, στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται επαρκώς μνεία πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν συνδικαλιστική δράση των εναγόντων (συμμετοχή αυτών ως μελών του σωματείου σε απεργιακές κινητοποιήσεις μετά τη γνωστοποίηση της πρόθεσης της εναγομένης να προβεί σε μειώσεις αποδοχών των εργαζομένων, ενημέρωση των εργαζομένων για τις πραγματικές προθέσεις της εναγομένης, καταγγελία της εκβιαστικής στάσης αυτής και επί πλέον για την πρώτη ενάγουσα διανομή ανακοινώσεων του σωματείου σε συναδέλφους της, κάλεσμα αυτών να μην δεχθούν να υπογράψουν συμβάσεις με μειώσεις των αποδοχών τους).

Οι δε περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αμφισβητούν την συνδικαλιστική δραστηριότητα των εναγόντων, προτείνονται αλυσιτελώς, καθότι δεν αφορούν το ορισμένο των θεμελιούντων την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικών περιστατικών, αλλά την ουσία της διαφοράς που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε σιωπηρά τον περί αοριστίας ισχυρισμό της εναγομένης - εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας ως προς την συνδικαλιστική δράση των εναγόντων ως στοιχείου θεμελιωτικού της αγωγής αυτών, με το να κρίνει επί της ουσίας την υπόθεση και ως προς το στοιχείο αυτό (ΑΠ 844/2015, ΑΠ 832/2008, ΑΠ 207/2001), ορθώς κατά νόμο έκρινε και κατά συνέπεια δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, Β) όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από 28.2.2017 προτάσεων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας (βλ.

σελ. 9 - 10 αυτών), η τελευταία ως εφεσίβλητη προς υπεράσπιση της κατά της έφεσης των πρώτης και δευτέρου των εναγόντων (άρθ. 527 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προέβαλλε (επικουρικά) την εκ του άρθρου 656 εδ. τελ. του ΑΚ ένσταση έκπτωσης της ωφέλειας από τις αποδοχές υπερημερίας αυτών, συνισταμένη κατά τα στην ένσταση εκτιθέμενα στα ποσά των 77.096,79 και 44.852,06 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία κατά τη διάρκεια της υπερημερίας μέχρι τις 16.3.2013 οι ενάγοντες έλαβαν από μισθωτή εργασία [και όχι από ελευθέριο επάγγελμα, ως προς τον δεύτερο των εναγόντων, ως διαλαμβάνεται στον αναιρετικό λόγο], όπως προκύπτει από τα χορηγηθέντα σε αυτήν στοιχεία από το ΙΚΑ.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε ως αόριστη και συνακόλουθα απαράδεκτη την ως άνω ένσταση, με το ειδικότερο σκεπτικό ότι σε αυτήν "δεν προσδιορίζονται, ειδικότερα το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους, οι μηνιαίες αποδοχές τους και οι συγκεκριμένοι εργοδότες στους οποίους εργάσθηκαν οι ενάγοντες".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς δέχθηκε ότι η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο ένσταση έκπτωσης της ωφέλειας είναι αόριστη και συνακόλουθα απαράδεκτη και κατά συνέπεια με το ν' απορρίψει αυτήν δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου.

Η δε περαιτέρω αιτίαση ότι η κατά τα άνω ωφέλεια των εναγόντων ως και ο χρόνος απασχόλησής των προέκυπτε εναργώς από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά στοιχεία αλυσιτελώς προτείνεται διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε κατ' ουσία τη σχετική ένσταση, αλλά απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη.

Τέλος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο (β) σκέλος του περί αοριστίας της αγωγής κατά το κεφάλαιο καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ορθώς επισημαίνουν και οι αναιρεσίβλητοι με τις από 2.5.2018 προτάσεις των, καθότι σχετικός περί αοριστίας του κεφαλαίου αυτού ισχυρισμός της εναγομένης - εφεσίβλητης εταιρείας δεν είχε προταθεί στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από 28.2.2017 προτάσεων αυτής.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (κατά τα λοιπά) από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τους αποδεικνυομένους και με έγγραφα και μάρτυρες ουσιώδεις για την απόρριψη της αγωγής ισχυρισμούς αυτής:

α) ότι συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι, οι οποίοι την οδήγησαν στην υποβολή της πρότασης για τη μείωση των μισθών του προσωπικού της, β) ότι το κίνητρο της απόλυσης των πρώτης και δευτέρου των εναγόντων δεν ήταν επιλήψιμο και δεν οφειλόταν σε εκδικητικότητα ή εμπάθεια προς το πρόσωπό τους, γ) ότι δεν υπήρξε συνδικαλιστική τους δράση, δ) ότι δεν συνέτρεξε περίπτωση καταχρηστικότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών, αφού τους προτάθηκε το ηπιότερο μέτρο της τροποποιητικής καταγγελίας με πρόταση για μείωση των αποδοχών τους πριν την απόλυσή τους και ε) ότι αντιθέτως καταχρηστική ήταν η άσκηση της ένδικης αγωγής.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα στον οικείο αναιρετικό λόγο επικαλείται ότι οι συσσωρευμένες ζημίες προηγουμένων χρήσεων καθιστούσαν αναγκαία τη μείωση και του μισθολογικού κόστους (μετά τη λήψη μέτρων για μείωση των λοιπών δαπανών) και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε ότι δεν κινδύνευε η βιωσιμότητα της επιχείρησης την περίοδο του 2011, την πλημμέλεια της σύγχυσης μεταξύ κύκλου εργασιών (τζίρου) μιας επιχείρησης και των ζημιών αυτής, με συνέπεια να καταλήξει σε αυθαίρετα περί του αντιθέτου συμπεράσματα.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κατά το υπό στοιχείο (α) σκέλος του πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι κατά τα διαλαμβανόμενα σε αυτόν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς της εναγομένης περί συνδρομής οικονομοτεχνικών λόγων που καθιστούσαν αναγκαίες τις μειώσεις των αποδοχών του προσωπικού της για λόγους βιωσιμότητας της επιχείρησης και κατά συνέπεια έλαβε υπόψη τους εν λόγω ισχυρισμούς τους οποίους απέρριψε εκ του πράγματος, με συνέπεια να μην ιδρύεται λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο λόγος αυτός κατά το υπό στοιχείο (ε) σκέλος αυτού, διότι, όπως διαλαμβάνεται στον τέταρτο αναιρετικό λόγο υπό στοιχείο (δ4), ρητώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος που πρότεινε η αναιρεσείουσα, συνισταμένη στο ότι οι ενάγοντες επέλεξαν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους προκειμένου μόνο ν' αξιώσουν με την αγωγή τους υπέρογκα ποσά, με το σκεπτικό ότι δεν επιβεβαιώθηκε η βασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού και κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη την ως άνω ένσταση, την οποία απέρριψε κατ' ουσία, με συνέπεια να μην ιδρύεται λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Ο ίδιος λόγος κατά τα υπό στοιχεία (β), (γ) και (δ) σκέλη του είναι αβάσιμος, διότι οι επικαλούμενοι επί της ουσίας ως άνω ισχυρισμοί δεν αφορούν "πράγματα", αλλά αρνητικούς της ιστορικής βάσης της αγωγής ισχυρισμούς και επιχειρήματα εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας υπέρ των απόψεών της. Τέλος ο ίδιος λόγος από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην σχετική του κρίση έλαβε υπόψη τα λεπτομερώς αναγραφόμενα στις στο φύλο 4ο της προσβαλλομένης απόφασης in fine αποδεικτικά στοιχεία (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και του Ειρηνοδίκη Κρωπίας και όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους με επίκληση έγγραφα) και κατά συνέπεια δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).

Περαιτέρω επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν' αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της εξακολούθησης της συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 397/2004, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 297/1996). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.

Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια αφ' ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφ' ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Συγκεκριμένα οφείλει ο εργοδότης κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητας προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάσταση κάθε μισθωτού και τη δυνατότητα εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας (ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 279/1996).

Επίσης οφείλει να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015, ΑΠ 1404/2014, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 922/2010) ή να προτείνει σε αυτόν ν' απασχοληθεί με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 397/2004) υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά το νόμο ελαχίστων ορίων.

Επομένως ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθ. 652 του ΑΚ ), μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι' αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεων του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).

Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια εάν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθ. 281 του ΑΚ ) και κυρίως εάν η αξίωση του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα εάν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 944/2005, ΑΠ 1199/2002 σχετ.

ΑΠ 922/2010). Δηλαδή η ανωτέρω πρόταση του εργοδότη για τροποποίηση της σύμβασης εργασίας του μισθωτού με δυσμενέστερους όρους καλύπτεται από το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη (άρθ. 652 του ΑΚ) να προτείνει αυτή στο μισθωτό, ως ηπιότερο της καταγγελίας μέτρο, υλοποιείται δε (αν το μέτρο ενέχει τροποποίηση της σύμβασης) με την αποδοχή της πρότασης από το μισθωτό (ΑΠ 1199/2002) και κατά τούτο δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, αφού για την υλοποίησή της προϋποθέτει την προηγούμενη αποδοχή της πρότασης του εργοδότη από το μισθωτό.

Εάν, αντιθέτως, δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι από τον εργοδότη οικονομοτεχνικοί λόγοι ή οι συνδεόμενοι με το πρόσωπο του μισθωτού άλλοι λόγοι, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού, επειδή ο τελευταίος αρνήθηκε ν' αποδεχθεί την πρόταση του πρώτου για τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας με μείωση των αποδοχών του, ελέγχεται στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ, εφόσον ο εργοδότης προέβη σε αυτήν από εμπάθεια ή από λόγους εκδίκησης ή μίσους, διότι ο μισθωτός αξίωνε από τον εργοδότη την τήρηση των όρων της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 1303/2018, ΑΠ 1407/2009).

Τέλος, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν συνέτρεχαν οικονομικοί λόγοι για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης της αναιρεσείουσας εταιρείας δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Περαιτέρω, όσον αφορά την οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης [ήδη αναιρεσείουσας], από τα υπ' αριθμ. 8747/27-7-2007, 10225/4-5-2008, 11357/22-9-2009, 9875/20-8-2010, 10502/30-9-2011 και 6981/13-7-2012 ΦΕΚ, τεύχη ΑΕ και ΕΠΕ και Γενικού Εμπορικού Μητρώου, ο κύκλος εργασιών αυτής παρουσίασε μείωση, ανερχόμενος, τα έτη 2006, 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011 σε 301.609 ευρώ, 284.024 ευρώ, 260.478 [ενν.

ευρώ], 234.529 ευρώ, 201.099 ευρώ και 157.586 ευρώ αντίστοιχα και τα κέρδη και οι ζημίες, μετά τους φόρους, ανερχόταν [ενν. ανήλθαν] σε -34.740 ευρώ, 4.341 ευρώ, 3.995 ευρώ, - 4.786 ευρώ, - 4.732 ευρώ και - 4.927 ευρώ αντίστοιχα. Από τα αποτελέσματα αυτά δεν αποδεικνύεται ότι το έτος 2011 βρέθηκε σε κίνδυνο η βιωσιμότητα της επιχείρησης της εναγομένης, όπως αβάσιμα αυτή υποστηρίζει, ...".

Όπως όμως προκύπτει από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα εταιρεία έγγραφα και συγκεκριμένα τα ως άνω υπ' αριθ. 8747/27-7-2007, 10225/4-5-2008, 11357/22-9-2009, 9875/20-8-2010, 10502/30-9-2011 και 6981/13-7-2012 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), όπου έχουν δημοσιευθεί τα αποτελέσματα χρήσης των αντιστοίχων ετών, τα αναγραφόμενα εκεί μεγέθη των κερδών και ζημιών (και γενικότερα όλα τα οικονομικά στοιχεία) της επιχείρησης της αναιρεσείουσας αναφέρονται σε χιλιάδες ευρώ και κατά συνέπεια τα κέρδη και οι ζημίες ανήλθαν σε -34.740.000 ευρώ, 4.341.000 ευρώ, 3.995.000 ευρώ, - 4.786.000 ευρώ, - 4.732.000 ευρώ και - 4.927.000 ευρώ αντίστοιχα, με συνέπεια οι συσσωρευθείσες ζημίες της περιόδου από 1.1.2006 έως 31.12.2011 να έχουν ανέλθει στο συνολικό ποσό των 49.185.000 ευρώ, ενώ τα κέρδη της ιδίας περιόδου να έχουν περιορισθεί σε 8.336.000 ευρώ.

Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να δεχθεί τ' ανωτέρω παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, τα οποία εξήρε στο σκεπτικό του και επί των οποίων κυρίως βάσισε την κρίση του, δεχθέν ότι με βάση τ' αποτελέσματα αυτά δεν αποδείχθηκε ότι το έτος 2011 [οπότε έλαβαν χώρα οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσίβλητων] βρέθηκε σε κίνδυνο η βιωσιμότητα της ως άνω επιχείρησης.

Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Συνακόλουθα κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των δευτέρου και τετάρτου από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας των, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 3994/18.8.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ