Legislator Case Law & Legislation
1162/2018 AI generated

Supreme Court reverses appeal court for misinterpreting bankruptcy priority rules regarding labor claims against an insurance company.

Case Number 1162/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Athens Court of Appeal's decision to dismiss an appeal against a lawsuit filed by employees against an insurance company. The lower court incorrectly held that bankruptcy proceedings precluded civil courts from examining the existence of employment relationships and the priority status of labor claims. The court ruled that the appeal was admissible because the first-instance court failed to properly assess the substantive grounds for the employees' claims under the relevant insurance law provisions.

Legislator headnote

AI generated

Art. 10(1)(c) Law 400/1970; Art. 12a(1), (5), (10) Law 400/1970: Bankruptcy proceedings do not bar civil courts from examining the existence of employment relationships and the priority of labor claims against an insurance company.

Keywords

AI generated
insurance company bankruptcy labor claim priority employment relationship existence civil court jurisdiction bankruptcy proceedings admissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 10(1)(c) of Law 400/1970
Art. 12a(1), (5), (10) of Law 400/1970

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1162 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1162/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Εταιρία Γενικών Ασφαλειών", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια, Ε. Κ. του Ν. - Σ., κάτοικο ..., που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεράσιμου Κομματά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 2) Δ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Τ. - Π. Χ. του Π., κατοίκου ..., 4) Γ. Λ. του Α., κατοίκου ... και 5) Γ. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Χατζηντούνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 1795/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως της από 7-1-2013 εφέσεως, η 3275/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-11-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης, ανέγνωσε την από 15-1-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Στο άρθρο 10 παρ.1 υποπαρ. γ’ του ν.δ. 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", όπως προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ.2 του ν. 3557/2007, ορίζεται ότι "Οι απαιτήσεις από σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκτός των απαιτήσεων προσώπων που ασκούν τη διοίκηση και διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης, έχουν προνόμιο επί του συνόλου της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, εξαιρουμένων των εξόδων εκκαθάρισης και των μαθηματικών αποθεμάτων που υπάγονται στην κατηγορία τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεων ζωής [...].

Οι απαιτήσεις του προηγουμένου εδαφίου προηγούνται των απαιτήσεων των δικαιούχων ασφάλισης αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και των απαιτήσεων των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών. [...]". Περαιτέρω, στο άρθρο 12α παρ.1, 5 και 10 του ν.δ. 400/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του π.δ. 332/2003, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης για παράβαση νόμου, καθώς και σε κάθε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών στοιχείων, ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης" (παρ.1, υποπαρ.

α’ ), ότι "Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της ασφαλίσεως αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται σε ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης" (παρ.5) και ότι "Ύστερα από αίτηση των μετόχων ή εταίρων που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από πενήντα εκατοστά (50%) του κεφαλαίου ασφαλιστικής επιχείρησης, του εκκαθαριστή ή του επόπτη, η ...

μπορεί, εφ’ όσον έχει, σύμφωνα με βεβαίωση του επόπτη και του εκκαθαριστή, περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, να κηρύξει τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. [...]. Μετά τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η εκκαθάριση δοσοληψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθάριση) [...]" (παρ.10, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 3775/2009).

Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 179 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4013/2011, στο εξής: ΠτΚ), οι διατάξεις του εφαρμόζονται συμπληρωματικά και στις περιπτώσεις εξυγίανσης και εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Στο άρθρο 25 εδ.α’ του ΠτΚ ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη, προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους".

Στο άρθρο 26 παρ.2 του ΠτΚ ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη των αναφερομένων στις παρ.3 έως 6, η αναστολή των ατομικών διώξεων δεν ισχύει ως προς τους ενέγγυους πιστωτές, σχετικά με τα [...] υπέγγυα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας". Τέλος, στο άρθρο 34 παρ.4 του ΠτΚ ορίζεται ότι "Οι απαιτήσεις των μισθωτών από μισθούς και λοιπές παροχές, που γεννήθηκαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης, καθώς και κάθε συναρτώμενη με την καταγγελία απαίτησή τους, όπως, ιδίως, αποζημίωση εκ του νόμου, αποτελούν πτωχευτικές απαιτήσεις, για τις οποίες οι μισθωτοί ικανοποιούνται ως πτωχευτικοί πιστωτές [...]".

Από το σύνολο των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, σε περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης, οι απαιτήσεις των εργαζομένων, οι οποίες έχουν γεννηθεί έναντι της ασφαλιστικής επιχείρησης και μέχρι την υποβολή αυτής σε ασφαλιστική εκκαθάριση, έχουν μεν γενικό προνόμιο ως προς την ικανοποίησή τους, δεν εξαιρούνται, όμως, από την υπαγωγή τους στην αναστολή των ατομικών διώξεων.

Ως εκ τούτου, οι δικαιούχοι εργατικών αξιώσεων, όπως και οι υπόλοιποι πιστωτές της ασφαλιστικής επιχείρησης, περιορίζονται στη δυνατότητα να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους στον επόπτη εκκαθάρισης, τηρώντας, αναλογικά, τη διαδικασία του άρθρου 10 παρ.3 του ν.δ. 400/1970 και, σε περίπτωση διαφωνίας τους προς την εκ μέρους των οργάνων της ασφαλιστικής εκκαθάρισης επαλήθευση των εν λόγω απαιτήσεων, ασκώντας αντιρρήσεις.

Οι αντιρρήσεις αυτές, σύμφωνα, πάντοτε, με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ.3 του ν.δ. 400/1970, μπορούν να ασκηθούν με ανακοπή, ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης, μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση της ανακοίνωσης για την καταχώρηση της κατάστασης με τους αναγγελθέντες πιστωτές στο μητρώο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Για όσο χρόνο, όμως, διαρκεί η ασφαλιστική εκκαθάριση οι εργατικές αξιώσεις, παρά το γενικό προνόμιο που απολαμβάνουν, δεν είναι παραδεκτό να καταχθούν σε δίκη με την άσκηση τακτικής αγωγής (πρβλ. ΑΠ 688/2005). Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, που προβλέπει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, διότι η αναστολή των ατομικών διώξεων, τόσο στην πτώχευση όσο και στην ασφαλιστική εκκαθάριση, είναι μέτρο γενικής ισχύος που αποβλέπει στην, κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Συντάγματος), ορθολογική και σύμμετρη ικανοποίηση των μη εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο εξασφαλισμένων πιστωτών (ΑΠ 2196/2014).

2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη, από 15-2-2010, αγωγή, εκθέτουν ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία τους είχε προσλάβει με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες.

Ότι από τότε πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους, όπως ειδικότερα αναφέρουν στην αγωγή ως προς την ειδικότητα και το ύψος των αποδοχών ενός εκάστου, μέχρι την 21-10- 2009, 17-11-2009, 17-11-2009, 19-11-2009 και 17-11-2009, αντίστοιχα, οπότε, λόγω ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της εναγομένης, καταγγέλθηκε αζημίως η σύμβαση εργασίας του καθενός.

Με βάση αυτό το ιστορικό, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να τους καταβάλει τα κατωτέρω συνολικά ποσά, που αντιστοιχούν σε αποζημίωση απόλυσης, δεδουλευμένες αποδοχές, μισθούς υπερημερίας, επίδομα αδείας, αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας και αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων για το έτος 2009 και συγκεκριμένα στον πρώτο 48.753,86 ευρώ, στο δεύτερο 72.904,99 ευρώ, στον τρίτο 61.663,77 ευρώ, στον τέταρτο 80.844,47 ευρώ και στον πέμπτο 195.720,62 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους, όπως ειδικότερα αναφέρουν για το κάθε επιμέρους κονδύλιο.

Ζητούν, επίσης, να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και ότι, κατά τη διάρκεια των συμβάσεών τους, δεν είχαν την ιδιότητα προσώπου που ασκούσε τη διοίκηση και τη διαχείριση αυτής. Επί της αγωγής, εκδόθηκε η 1795/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε ότι 1) οι ενάγοντες συνδέονταν με την εναγομένη με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δεν ασκούσαν διοίκηση και διαχείριση αυτής και 2) η εναγομένη οφείλει στον πρώτο το ποσό των 47.376,37 ευρώ, στο δεύτερο το ποσό των 60.990,89 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 52.526,31 ευρώ, στον τέταρτο το ποσό των 57.952,06 ευρώ και στον πέμπτο το ποσό των 156.139,42 ευρώ, εντόκως, όπως ειδικότερα αναφέρεται σε αυτήν.

Εν συνεχεία, η πρωτόδικη απόφαση προσεβλήθη με την από 7-1-2013 έφεση της αναιρεσείουσας. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3275/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των διατάξεων που αναφέρονται παραπάνω (βλ. αρ.1), η θέση μιας ασφαλιστικής εταιρίας σε εκκαθάριση δεν επιφέρει αναστολή των ατομικών διώξεων ως προς τις εκ συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αξιώσεις του υπαλληλικού προσωπικού αυτής, οι οποίες όχι απλώς ικανοποιούνται προνομιακά έναντι των αξιώσεων των ασφαλισμένων, αλλά μπορούν ανεμπόδιστα να καταχθούν σε διαγνωστική δίκη και να εξοπλισθούν με τίτλο εκτελεστό.

Μετά την ερμηνεία αυτή, το εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση (όπως και την παραδεκτώς ασκηθείσα με τις προτάσεις των εναγόντων αντέφεση) και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την τότε εκκαλούμενη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.

3. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας. Διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, αληθώς η αναστολή καταλαμβάνει και τις εργατικές απαιτήσεις, μάλιστα δε όχι μόνο ως προς τη διάγνωση της ουσιαστικής βασιμότητας και του χρηματικού ύψους αυτών, αλλά και ως προς τη διαπίστωση αυτής καθ’ εαυτής της αιτίας της γέννησής τους, ήτοι της προηγηθείσας ύπαρξης και λειτουργίας συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας.

Παρομοίως, καταλαμβάνει και την έρευνα ως προς τη συνδρομή της αρνητικής προϋποθέσεως για το προνόμιο της ικανοποίησής τους, ήτοι το αν ο εμφανιζόμενος ως δικαιούχος είχε ή όχι την ιδιότητα του ασκούντος τη διοίκηση ή διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης. Επί όλων αυτών κατ’ αρχήν αρμόδιος είναι μόνο ο επόπτης εκκαθάρισης και επαλήθευσης των απαιτήσεων, του οποίου η κρίση επιτρέπεται να προσβληθεί με αντιρρήσεις, οπότε και μόνο δημιουργείται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Ως εκ τούτου, το εφετείο θα έπρεπε να κάνει δεκτή την έφεση και να κηρύξει το απαράδεκτο της αγωγής, η οποία ούτε ως ένδικο βοήθημα αντιρρήσεων των εναγόντων θα μπορούσε να εκτιμηθεί και να εκδικασθεί. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η ουσιαστική έρευνα του τρίτου λόγου αναίρεσης αποβαίνει περιττή. Μετά την αναίρεση, εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α’ ), να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η έφεση, που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα και, κατά παραδοχή αυτής να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατόπιν, ύστερα από νέα έρευνα της αγωγής σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων που ήδη παρατέθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως που ευδοκίμησαν, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως προς όλους τους ενάγοντες, ως απαράδεκτη. Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοσθεισών διατάξεων, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3275/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατώντας την υπόθεση και Δικάζοντας εκ νέου κατ’ ουσίαν.

Δέχεται την από 7-1-2013 έφεση κατά της 1795/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.

Απορρίπτει την από 15-2-2010 αγωγή.

Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Απριλίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ