1162/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1162/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρινόμενη από 19-2-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 45/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1162 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1162/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Σ., κατοίκου ... και 2) Α. Λ. του Α., συζ. Κ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ά. Μ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΑΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Λαγού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2012 αγωγή - αναγωγή του Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "....", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη και με την από 18-7-2013 αγωγή - αναγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και επί των οποίων εκδόθηκαν οι 942/2013 και 3253/2014, αντίστοιχα, οριστικές αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου.
Ακολούθως και μετά από εφέσεις των διαδίκων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 45/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-2-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και τη διατήρηση αναστολής της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης μέχρι την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 19-2-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 45/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 150/2015).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 681Α ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 αρ. 1 περ. β’ και γ’ και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 256 παρ. 1 στοιχ. δ’ , 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (14-1-2016), συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (άρθρ. 666 σε συνδ. 115 αρ. 2 ΚΠολΔ), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικώς, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων, που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις τυχόν κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, απαιτείται προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στους αριθμούς 1 και 6 αυτού.
Έτσι, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας, που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της προτάσεως απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, υπό την προϋπόθεση, ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ’ έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση απαραδέκτου της αγωγής (ή την ένσταση παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως), αλλά και ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως στο πρωτόδικο δικαστήριο ή απερρίφθησαν ως αόριστοι (ΑΠ 1043/2010, πρβλ επίσης, ΑΠ 127/2016, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 84/2015).
Εξάλλου, ο διάδικος που προβάλλει με καθυστέρηση αυτοτελή ισχυρισμό για πρώτη φορά στο Εφετείο πρέπει να επικαλείται τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, η δε απόφαση του δικαστηρίου, που δέχεται ως βάσιμο τον ισχυρισμό αυτόν, πρέπει να βεβαιώνει το παραδεκτό της καθυστερημένης προβολής του ισχυρισμού και να δέχεται ότι συντρέχει μία τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την καθυστερημένη προβολή του (ΑΠ 234/2014, ΑΠ 585/2011).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α’ σκέλος αυτού οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που είχε προταθεί και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, την ένσταση έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μη κατοχής νόμιμης άδειας οδήγησης εκ μέρους του 1ου αναιρεσείοντα, οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας και της πρόκλησης του τροχαίου δυστυχήματος, η οποία (ένσταση) είχε προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο κατ’ άρθρ. 240 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ανωτέρω αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του περί των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, έκρινε τα εξής απαντώντας στους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων: "...Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στις 23.3.2008 ο Μ.
Σ., ηλικίας 17 ετών, κατά το χρόνο ταυ ατυχήματος, οδηγούσε την ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα χωρίς να έχει άδεια οδήγησης για δίκυκλη μοτοσικλέτα 125 κυβ.εκ. αλλά κατείχε άδεια οδήγησης για οδήγηση δίκυκλης μοτοσικλέτας 50 κυβ.εκ., όπως προκύπτει από την με αριθμό .../31.5.2007 άδεια οδήγησης. Κατά συνέπεια ενόψει του ότι η εν λόγω παράβαση του ΚΟΚ τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, συντρέχει η προαναφερθείσα περίπτωση εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης και η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία έχει αναγωγική αξίωση κατά των ως άνω εναγόμενων, όσον αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων της κυρίας αγωγής.
Εξάλλου με την προσθήκη που κατατέθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αναγωγής ισχυρίστηκε η δεύτερη εναγόμενη ότι "πρέπει να απορριφθεί η αναγωγή λόγω έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου διότι ο Μ. Σ. είχε άδεια οδήγησης για 50 κυβικά και δεν είχε άδεια οδήγησης για 125 κυβικά και ως εκ τούτου είχε την ικανότητα οδήγησης" και με τις προτάσεις που οι εναγόμενοι κατέθεσαν κατά τη συζήτηση της από 15.1.2015 και με αριθμό κατάθεσης ...2015 έφεσης ισχυρίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι ο πρώτος εναγόμενος επελήφθη της οδήγησης της ως άνω μοτοσικλέτας κατά το χρόνο του ατυχήματος χωρίς τη σχετική γνώση ή τη συναίνεση της δεύτερης εναγόμενης και κατά συνέπεια δεν υπάρχει αναγωγική της ευθύνη.
Οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, σχετικές ενστάσεις. Έτσι, στην προκειμένη ειδική διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η εν λόγω υπόθεση, αυτές έπρεπε να προταθούν προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επιπλέον, να καταχωρηθούν στα σχετικά πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τις θεμελιώνουν.
Μάλιστα σε κάθε περίπτωση, η προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών "ως γενόμενων κατά τη συζήτηση" πρέπει να προκύπτουν ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος των πρακτικών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασής τους, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (βλ.
Ολ.ΑΠ 2/2005 Ελλ.Δνη 2005.689, ΑΠ 415/2011 ΝοΒ 2011.1682, ΑΠ 190/2011 δημ. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 153/2011, Εφ.Πειρ. 31/2013 δημ. ΝΟΜΟΣ). Όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ως άνω ενστάσεις δεν προτάθηκαν προφορικά κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενόψει του ότι δεν υπάρχει σχετική καταχώριση στα προαναφερθέντα πρακτικά, ούτε περιέχεται σχετική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις.
Επομένως, ενόψει του ότι οι σχετικές ενστάσεις αυτές δεν προτάθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά η μεν έλλειψη της αιτιώδους συνάφειας με την προσθήκη μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η δε άλλη της έλλειψης υπαιτιότητας για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς την επίκληση τυχόν λόγου που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους (οι οποίες και δεν αποδείχθηκαν), πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ερεύνησε κατ’ αρχήν την ένσταση έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου που είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες και την απέρριψε ως απαράδεκτη, αλλά και επικουρικά ως αναπόδεικτη. Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη.
Εκτός τούτου, ορθά το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση έλλειψης αιτιώδους συνάφειας του 1ου αναιρεσείοντα, εφόσον αυτή είχε προταθεί μόνον με την από 5-12-2013 προσθήκη - αντίκρουση στις χειρόγραφες προτάσεις του. Οι περαιτέρω αιτιάσεις αυτού ότι, με τις από 7-5-2009 προτάσεις του, είχε γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο την έλλειψη νόμιμης άδειας για οδήγηση μοτοσικλέτας 125 cc και ότι κατείχε άδεια για 50 cc, προτείνονται αλυσιτελώς, διότι οι από 7-5-2009 προτάσεις δεν αφορούν την ένδικη δίκη, αλλά τη δίκη που είχε ανοιγεί με την από 30-12-2008 αγωγή του 1ου αναιρεσείοντα, με την οποία αυτός αξίωνε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας του δικού του τραυματισμού.
Ομοίως αλυσιτελείς είναι και οι ισχυρισμοί του, ότι το γεγονός ότι κατείχε την ανωτέρω άδεια οδήγησης ήταν γνωστό στο δικαστήριο ουσίας με βάση την υπ’ αρ. 2837/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπ’ αρ. 4637/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διότι οι αποφάσεις αυτές είχαν εκδοθεί επίσης με βάση την από 12-3-2010 αγωγή της οικογένειας του θύματος - επιβάτη της μοτοσικλέτας, που ο αναιρεσείων οδηγούσε, ιδιοκτησίας της 2ης αναιρεσείουσας, μητέρας του θύματος και όχι με αφορμή την ένδικη δίκη.
Σε κάθε περίπτωση όμως μετά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6 περ. β’ παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά τον Ν. 3557/2007 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση λόγω του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης (18-7-2013) δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος και αρκεί το γεγονός και μόνο ότι αυτός δεν διαθέτει κατά το χρόνο του ατυχήματος την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, άδεια ικανότητας οδηγού.
Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται αναγωγικά στρεφόμενος κατά του οδηγού ή του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης να απαιτήσει από αυτούς, όσα κατέβαλε ή θα καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Επομένως και στην περίπτωση που είχε προταθεί παραδεκτά η ένσταση περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας το Δικαστήριο, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, διότι για να ενεργοποιηθεί η εξαίρεση της ασφαλιστικής κάλυψης αρκούσε το γεγονός, ότι ο 1ος αναιρεσείων δεν κατείχε άδεια οδήγησης για μοτοσυκλέτα 125 κυβικών, αλλά μόνον για 50 κυβικά.
Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος κατά το Α’ σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Με το Β’ σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο υποστήριζαν ότι η υπ’ αρ. 4637/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της αγωγής της οικογένειας του θύματος, επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ποσοστό 70% και όχι ποσοστό 100% αυτής.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Από την εκτίμηση του μάρτυρος που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη υπ’ αρ. 3253/2014 απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις προσαγόμενες φωτογραφίες των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσάγουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Την 23.3.2008 και περί ώρα 20.20 ο Μ. Σ., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, κυβισμού 125 c.c., στην οποία επέβαινε και ο Ε. Μ., κινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ... στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση από Αθήνα προς ..., χωρίς να κατέχει άδεια ικανότητας οδήγησης για τη συγκεκριμένη κατηγορία οχημάτων, αλλά άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοποδηλάτου.
Κατά τον άνω τόπο και χρόνο ο Σ. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ λεωφορείο, κυριότητας, νομής και κατοχής της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", το οποίο ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στον ασφαλιστικό συνεταιρισμό με την επωνυμία "...", κινείτο ομοίως επί της ... στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς ..., μπροστά από την εν λόγω δίκυκλη μοτοσικλέτα, καταλαμβάνοντας τμήμα της αριστερής και δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της ....
Στο ύψος της συμβολής της ... με την οδό ..., ο οδηγός του λεωφορείου προτιθέμενος να εισέλθει στην οδό ..., δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο των λοιπών που χρησιμοποιούσαν την άνω οδό, ούτε έλαβε υπόψη του την θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, η οποία κινείτο πίσω του ελάχιστα μέτρα, αλλά ενήργησε αιφνίδια ελιγμό προς τα δεξιά, χωρίς να καταστήσει εγκαίρως την πρόθεσή του αυτή γνωστή με την χρησιμοποίηση του δεξιού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματος, που οδηγούσε, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί και να αποκόψει την πορεία της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο Μ.
Σ.. Ο τελευταίος παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας στη δεξιά πλευρά του λεωφορείου, στο ύψος του εμπρόσθιου δεξιού τροχού. Στη συνέχεια η μοτοσικλέτα εκτράπηκε δεξιά ως προς την πορεία της και προσέκρουσε σε σιδερένιο προστατευτικό κιγκλίδωμα στη διασταύρωση της ...
με την οδό ..., ενώ ο Μ. Σ. και ο Ε. Μ. έπεσαν στο οδόστρωμα, με επακόλουθο τον τραυματισμό του πρώτου και τον θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου, που υπέστη βαρύτατες κακώσεις θώρακα, κοιλίας και αριστερού μηρού εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα και των δύο οδηγών, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις.
Ειδικότερα στην αμέλεια του οδηγού Σ. Κ., κατά ποσοστό 70%, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, στο ύψος δε της συμβολής της ... με την οδό ... προτιθέμενος να εισέλθει στην τελευταία δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού λαμβάνοντας υπόψη του τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους και συγκεκριμένα της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Μ.
Σ., που κινείτο πίσω του σε ελάχιστα μέτρα, αλλά ενήργησε αιφνίδια ελιγμό προς τα δεξιά χωρίς να καταστήσει εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του αυτή με την χρησιμοποίηση του δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης με αποτέλεσμα να αποκόψει την ευθεία πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2 και 23 παρ. 2 του ΚΟΚ, που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Στην αμέλεια του οδηγού Μ. Σ., κατά ποσοστό 30%, που συνίσταται ειδικότερα στο ότι οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή κινούμενος με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 50χλμ/ώρα την οποία δεν ρύθμισε λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες της οδού, ιδιαίτερα δε ότι πλησιάζει άλλο προπορευόμενο όχημα κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο μπορεί να προβλεφθεί και βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1και 2, 20, 26 παρ. 1 του ΚΟΚ, που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Ας σημειωθεί ότι και η υπ’ αρ. 4637/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που συνεκδίκασε τις εφέσεις που ασκήθηκαν κατά της υπ’ αρ. 2837/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τις εφέσεις που ασκήθηκαν κατά της υπ’ αρ. 753/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οριστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν επί αγωγών αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης, οι οποίες (οριστικές αποφάσεις) δέχθηκαν ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια των ως άνω οδηγών κατά τα ως άνω ποσοστά, απέρριψε (η ως άνω 4637/2011 απόφαση) τις εφέσεις αυτές κατ’ ουσία επικυρώνοντας τις ως άνω οριστικές αποφάσεις (για τις οποίες θα γίνει ιδιαίτερα αναφορά παρακάτω).
Όμως το δεδικασμένο που παράγεται στη δίκη αποζημίωσης δεν εκτείνεται και στη παρούσα δίκη της αναγωγής. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη της ταυτότητας της νομικής αιτίας και διαφοράς υποκειμένων που τελούν μεταξύ τους σε αντιδικία μεταξύ της δίκης αποζημίωσης και της δίκης αναγωγής. Εξάλλου για τη γένεση της εξ αναγωγής αξίωσης δεν απαιτείται προηγούμενη δικαστική διάγνωση, σύμφωνα με τις αναφερόμενες νομικές σκέψεις στην αρχή της παρούσας, το δε ποσοστό συνυπαιτιότητας κρίνεται και καθορίζεται στη μεταξύ αυτών δίκη της αναγωγής, δηλαδή στην παρούσα δίκη, απορριπτομένου ως απαράδεκτου του ισχυρισμού περί δεδικασμένου λόγω της έκδοσης της υπ’ αρ. 4637/2011 τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που επικύρωσε την υπ’ αρ. 2837/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εξαιτίας του ως άνω ενδίκου ατυχήματος επήλθε ο θάνατος του Ε. Μ., ηλικίας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, 17 ετών. Οι γονείς του, ο αδελφός του, που διέμεναν μαζί με τον θανόντα, οι παππούδες και οι γιαγιάδες του δοκίμασαν από τον αιφνίδιο και απρόσμενο θάνατό του έντονο ψυχικό πόνο, θλίψη και οδύνη και τους συνέδεαν με τον θανόντα αισθήματα αγάπης.
Έτσι πρέπει να επιδικαστεί υπέρ αυτών προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης την οποία υπέστησαν εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Η χρηματική ικανοποίηση αυτή ανέρχεται ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος, της ηλικίας του θανόντος, της υπαιτιότητας του υπόχρεου και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, η ευθύνη του Αλληλοασφαλιστικού Συνεταιρισμού είναι εγγυητική, στο ποσό των 70.000 ευρώ για καθένα από τους δύο πρώτους των εναγόντων (γονείς), στο ποσό των 25.000 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα (αδελφό) και το ποσό των 15.000 ευρώ για καθένα από τους λοιπούς (4ο έως και 7η) παππούδες, γιαγιάδες, αφού το συντρέχον πταίσμα του οδηγού ενός από τα συγκρουσθέντα οχήματα δεν καταλογίζεται στον επιβάτη αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 300 παρ. 2 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 13/2002 Ελλ.Δνη 43.694, ΑΠ 642/2007, ΑΠ 21/2005 Ελλ.Δνη 46.1395, ΑΠ 1510/1999 Ελλ.Δνη 44.1306) και κατά συνέπεια δεν επιτρέπεται να ληφθεί αυτό ως προσδιοριστικός παράγοντας για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος, οι οποίοι δικαιούνται να ζητήσουν ολόκληρη τη ζημία από καθένα από αυτούς, που ενέχονται εις ολόκληρον, ο οποίος δεν μπορεί να επικαλεστεί έναντι των παθόντων το πταίσμα του τρίτου ως λόγο μείωσης της αποζημίωσης.
Από το ως άνω ποσό η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει το ποσό των (225.000 χ 30% =) 67.500 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συνυπαιτιότητας του Μ. Σ., ως συντρεχόντως υπαιτίου οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας. Εξάλλου και η 2837/2010 οριστική απόφαση που επικυρώθηκε από την υπ’ αρ. 4637/2011 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των αποφάσεων αυτών, καθόρισε την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών του θανόντος Ε.
Μ., ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα του οδηγού Μ. Σ., αφού και αυτή δέχθηκε, όπως και η παρούσα απόφαση, ότι το συντρέχον πταίσμα του οδηγού δεν καταλογίζεται στον επιβάτη (Εφ.Αθ. 4637/2011) και δεν επιτρέπεται αυτό να ληφθεί ως προσδιοριστικός παράγοντας για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος, οι οποίοι δικαιούνται να απαιτήσουν ολόκληρη τη ζημία από καθένα απ’ αυτούς και δεν επιδίκασε τα ως άνω χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το 70% της υπαιτιότητας του οδηγού Σ.
Κ., αλλά για το 100%. Επιζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από το ένδικο ατύχημα ο Μ. Σ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30.12.2008 αγωγή εναντίον του Σ. Κ., της ιδιοκτήτριας του τουριστικού λεωφορείου ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", του Α. Γ., ως ομορρύθμου εταίρου και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...".
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 753/2010 οριστική απόφαση που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κρίνοντας ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών και ειδικότερα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Μ. Σ. κατά ποσοστό 30% και του οδηγού του τουριστικού λεωφορείου Σ.
Κ. κατά ποσοστό 70%, επιδικάζοντας σ’ αυτόν το ποσό των 1.225 ευρώ ως αποζημίωση, αφού προηγουμένως το μείωσε λόγω του ποσοστού συνυπαιτιότητάς του και το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία καθόρισε λαμβάνοντας υπόψη και τη συνυπαιτιότητα αυτού, αφού η εν λόγω δίκη διεξήχθη ανάμεσα στους υπαίτιους οδηγούς και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του το ποσοστό συνυπαιτιότητας και του ιδίου του ενάγοντος προς καθορισμό της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και επιδίκασε σ’ αυτόν συνολικά το ποσό των 21.225 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η εν λόγω απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 7.000 ευρώ και καταδίκασε τους εναγόμενους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος από 700 ευρώ. Οι συγγενείς του θανατωθέντος Ε. Μ. άσκησαν την από 12.3.2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά του Σ. Κ., οδηγού, της ιδιοκτήτριας του τουριστικού λεωφορείου ως άνω ετερόρρυθμης εταιρείας του ως άνω ομορρύθμου εταίρου αυτής και της ως άνω ασφαλίζουσας το εν λόγω τουριστικό λεωφορείο εταιρείας, ζητώντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και επιπροσθέτως ο πρώτος των εναγόντων τα έξοδα κηδείας και ταφής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ 2837/2010 οριστική απόφαση που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τους όγδοο έως και εικοστό πέμπτο των εναγόντων, παρέπεμψε τη δεύτερη βάση της αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα του οδηγού του τουριστικού λεωφορείου (πρώτου εναγόμενου στην εν λόγω αγωγή), αλλά και του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Μ.
Σ., χωρίς καθορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας των οδηγών, αφού υπάρχει ευθύνη εις ολόκληρον των πλειόνων υπόχρεων και ο παθών δικαιούται να απαιτήσει ολόκληρη τη ζημία από καθένα εξ’ αυτών, ο οποίος δεν μπορεί να επικαλεστεί το πταίσμα του τρίτου ως λόγο μείωσης της αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 13/2002 Ελλ.Δνη 43.692) και καθόρισε ανεξαρτήτως της συνυπαιτιότητας του Μ.
Σ. λαμβάνοντας υπόψη τους λοιπούς αναφερόμενους σ’ αυτή προσδιοριστικούς παράγοντες τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στο ποσό των 100.000 ευρώ σε καθένα από τους τρεις πρώτους των εναγόντων και το ποσό των 40.000 ευρώ σε καθένα από τους λοιπούς (τέταρτο-έβδομη) και επιπλέον στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 6.899 ευρώ για έξοδα κηδείας και ταφής.
Η εν λόγω απόφαση, κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 30.000 ευρώ όσον αφορά έκαστο εκ των πρώτου, δεύτερης και τρίτου των εναγόντων και το ποσό των 10.000 ευρώ όσον αφορά έκαστο εκ των τετάρτου, πέμπτης, έκτου και έβδομης των εναγόντων και επιβλήθηκαν σε βάρος των εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων ποσού 4.000 ευρώ.
Σε εκτέλεση της διάταξης της ως άνω απόφασης για το προσωρινά εκτελεστό ποσό ο Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης στις 21.9.2010 κατέβαλε στους ως άνω επτά ενάγοντες διά χειρός του πληρεξουσίου τους δικηγόρου και αντικλήτου το συνολικό ποσό των 130.000 ευρώ. Ειδικότερα παρέδωσε στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων, Ά.
Μ., τις με αριθμούς ..., επιταγές, ποσών 30.000, 30.000, 30.000 και 40.000 ευρώ, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από την από 21.9.2010 εξοφλητική απόδειξη. Κατά της υπ’ αρ. 2837/2010 οριστικής απόφασης άσκησαν την από 20.8.2010 έφεση οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι της από 12.3.2010 αγωγής, ο Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης, ως ασφαλίζουσα εταιρεία το τουριστικό λεωφορείο την από 20.8.2010 έφεση και οι ενάγοντες της από 12.3.2008 αγωγής την από 21.12.2010 έφεση.
Οι ως άνω εφέσεις συνεκδικάστηκαν με την από 26.3.2010 έφεση των Σ. Κ., της ιδιοκτήτριας του τουριστικού λεωφορείου και του ασφαλίζοντος το τουριστικό λεωφορείο Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης και με την από 23.3.2010 έφεση του Μ. Σ. που ασκήθηκαν κατά της υπ’ αρ. 753/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Επί των ως άνω εφέσεων εκδόθηκε η υπ’ αρ. 4637/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία απέρριψε τις ως άνω εφέσεις κατ’ ουσία και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Η εν λόγω απόφαση δεν δημιουργεί δεδικασμένο, όπως προαναφέρθηκε στην παρούσα δίκη της αναγωγής ως προς τα επιδικασθέντα ποσά. Ο Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του υπολοίπου της αποζημίωσης μετά των αναλογούντων τόκων υπερημερίας και των δικαστικών δαπανών κατέβαλε στις 30.9.2011 στους επτά πρώτους των εναγόντων της από 12.3.2010 αγωγής, διά χειρός του πληρεξουσίου αυτών δικηγόρου και αντικλήτου Ά.
Μ. το συνολικό ποσό των 391.450,28 ευρώ. Ειδικότερα κατέβαλε στους ως άνω ενάγοντες το ποσό των 336.899 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση ολόκληρου του υπολοίπου κεφαλαίου, πλέον του ποσού των 40.76240 ευρώ για τόκους υπερημερίας, αφού παρακρατήθηκε προηγουμένως το ποσό των 10.190,53 ευρώ πού αφορούσε φόρο επί των τόκων για να αποδοθεί στην κατά νόμο και τόπο αρμόδια Δ.Ο.Υ., πλέον του ποσού των 13.000 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της δικαστικής δαπάνης των ως άνω εναγόντων.
Συγκεκριμένα ο Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης εξέδωσε στις 30.9.2011, στην Αθήνα, για την ανωτέρω αιτία τις κατωτέρω αναφερόμενες επιταγές της "... ΑΕ": την υπ’ αρ. ..., επιταγή ποσού 86.215,06 ευρώ, σε διαταγή Κ. Μ., σ£ εξόφληση ποσού 76.899 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 9.316,06 ευρώ, την υπ’ αρ. ... επιταγή, ποσού 78.578,34 ευρώ, σε διαταγή Α.
Μ.-Λ., σε εξόφληση ποσού 70.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 8.578,34 ευρώ, την με αριθμό ... επιταγή, ποσού 78.578,34 ευρώ, σε διαταγή Α. Μ., σε εξόφληση ποσού 70.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 8.578,34 ευρώ, την με αριθμό ... επιταγή ποσού 33.572,31 ευρώ, σε διαταγή Ε. Μ., σε εξόφληση κεφαλαίου ποσού 30.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 3.572,31 ευρώ, την με αριθμό ...
επιταγή, ποσού 33.572,31 ευρώ, σε διαταγή Χ. Μ., σε εξόφληση κεφαλαίου 30.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 3.572,31 ευρώ, την με αριθμό ... επιταγή, ποσού 33.572,31 ευρώ, σε διαταγή Α. Λ., σε εξόφληση κεφαλαίου ποσού 30.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 3.572,31 ευρώ, την με αριθμό ... επιταγή, ποσού 33.572,31 ευρώ, σε διαταγή Δ.
Λ., σε εξόφληση κεφαλαίου ποσού 30.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας ποσού 3.572,31 ευρώ και την με αριθμό ... επιταγή ποσού 13.000 ευρώ, σε διαταγή Ά. Μ., πληρεξουσίου και αντικλήτου των εναγόντων της από 12-3-2010 ως άνω αγωγής, σε εξόφληση της δικαστικής δαπάνης του πρώτου βαθμού που επιδικάστηκε στους ενάγοντες, όπως προκύπτει από την από 30-9-2011 εξοφλητική απόδειξη.
Από τα ως άνω προκύπτει ότι ο ως άνω Συνεταιρισμός Περιορισμένη Ευθύνης κατέβαλε στους ως άνω ενάγοντες για την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 521.450,28 ευρώ, δηλαδή το ποσό των 130.000 ευρώ σε εκτέλεση του προσωρινώς εκτελεστού της διάταξης της 2837/2010 οριστικής απόφασης πλέον του ποσού των 391.450,28 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του υπολοίπου κεφαλαίου μετά των αναλογούντων τόκων υπερημερίας και της δικαστικής δαπάνης αυτών...".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχεται ότι το ποσό των 130.000 ευρώ, που αιτήθηκε η αναιρεσίβλητη Ασφαλιστική εταιρεία με την από 18-7-2013 (αρ. κατ. ....2013) αγωγή εξ αναγωγής κατά των ήδη αναιρεσειόντων αφορούσε ποσοστό 30% του 100% του συνολικά καταβληθέντος στην οικογένεια του θανατωθέντος Ε. Μ. ποσού.
Συνεπώς, όσα οι αναιρεσείοντες αιτιώνται με το Β’ σκέλος του 1ου λόγου αναίρεσης, τα οποία υποστήριζαν με την έφεσή τους, ως προς το ποσοστό της χρηματικής ικανοποίησης, δεν είναι πράγμα- αυτοτελής ισχυρισμός, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αναγωγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία αυτή αξίωνε το ποσό των 130.000 ευρώ ως το ποσοστό 30% του 100% των καταβληθέντων στην οικογένεια ποσών για αποζημίωση για τα έξοδα κηδείας και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, κατά το Β’ σκέλος του 1ου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως αβάσιμο και συνακόλουθα και εκ του λόγου αυτού δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως, ο 1ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, στο σύνολο του.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 43/2012, ΑΠ 772/2006). Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται και συνεπώς είναι απαράδεκτος, στις ειδικές διαδικασίες, κατά τις οποίες το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις, η δε συζήτηση ολοκληρώνεται, κατά κανόνα, σε μία συνεδρίαση επ’ ακροατηρίου, όπου εξετάζονται οι μάρτυρες και προσκομίζονται τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (ΑΠ 226/2014).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η 2η αναιρεσείουσα (όπως ορθά εκτιμάται) αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, διότι χωρίς αποδείξεις δέχτηκε ότι αυτή έχει προστήσει, ως ιδιοκτήτρια της μοτοσικλέτας τον 1ο αναιρεσίβλητο, οδηγό αυτής, στην οδήγησή της, αν και γνώριζε ότι αυτός δεν κατείχε νόμιμη άδεια οδήγησης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται στην παρούσα ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με νόμιμη επίκληση οι διάδικοι, σύμφωνα με τις παραδοχές του, για να καταλήξει στο πόρισμά του και δέχεται, ανελέγκτως, στη σελίδα 14α αυτού, ότι η 2η αναιρεσείουσα, ιδιοκτήτρια της μοτοσικλέτας, γνώριζε ότι ο 1ος αναιρεσείων δεν κατείχε νόμιμη άδεια για κυβισμό 125 εκ. και ότι η ένστασή της περί έλλειψης υπαιτιότητας αυτής, προκειμένου να μην εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη, δεν αποδείχθηκε. Επομένως ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔικ βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης από 1-1-2002 (άρθρ. 14 Ν. 2915/2001 και άρθρ. 15 Ν. 2943/2001). Ειδικότερα, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται κατά την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, κατά την οποία η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μια δικάσιμο, η οριστική δε απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (πρβλ.
επίσης ΑΠ 858/2011). Περαιτέρω, το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο, που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει, όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ.
και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος (ΑΠ 148/2016). Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτός (ΑΠ 1965/2014, πρβλ. επίσης ΑΠ 954/2011, ΑΠ 1163/2011).
Με τον 3ο αναιρετικό λόγο η 2η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, διότι εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης και δέχθηκε ότι υπήρχε πρόστηση, αν και η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, που έφερε το βάρος απόδειξης δεν απέδειξε τέτοια έννομη σχέση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται στην παρούσα ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, κατά την οποία δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση, αλλά η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μια δικάσιμο με βάση τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται με νόμιμη επίκληση και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο σύμφωνα με τις παραδοχές του στη σελίδα 14α δέχτηκε ότι η ένσταση έλλειψης υπαιτιότητας της προστήσασας 2ης αναιρεσείουσας δεν αποδείχθηκε. Στο πόρισμα αυτό κατέληξε το Εφετείο, διότι οι αποδείξεις που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία κρίθηκαν επαρκείς για την αντίκρουση της ένστασης έλλειψης υπαιτιότητας της 2ης αναιρεσείουσας. Επομένως, ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων.
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015).
Με τον 4ο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11περ. γ’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την απόφαση του Μικτού Ορκωτού Χαλκίδος, που καταδίκασε τον οδηγό του πούλμαν σε κάθειρξη δέκα ετών και εννέα μηνών για έκθεση, ζήτημα ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, διότι ο θάνατος επήλθε από την έκθεση (εγκατάλειψη του θύματος) και όχι από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγματικών γεγονότων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), άλλως είναι αόριστος, διότι δεν προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου- δικαστικής απόφασης και ειδικότερα, ο αριθμός αυτής, το όνομα του κατηγορουμένου και η ακριβής κατηγορία.
Σε κάθε περίπτωση, εάν υποτεθεί ότι η αοριστία του εγγράφου καλύπτεται από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου και ειδικότερα, από τη σελίδα 3 αυτού, αναφορικά με τον 1ο αναιρετικό λόγο, όπου αναφέρεται ο αριθμός της απόφασης του Μικτού Ορκωτού Χαλκίδος, και στην περίπτωση αυτή ο 4ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτιμώντας όλο το αποδεικτικό υλικό και δη τα έγγραφα στα οποία περιλαμβάνεται και η παραπάνω απόφαση, χωρίς να έχει υποχρέωση να αναλύει και να αξιολογεί διεξοδικά κάθε επί μέρους αποδεικτικό μέσο.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με
βάσει την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξ αιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ (ΑΠ 644/2014, πρβλ. επίσης ΑΠ 1341/2014, ΑΠ 41/2009).
Με τον 5ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την πλημμέλεια εκ του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις και ειδικότερα, στις σελίδες 8α, 9β, 10α, 12, 9α αυτής, τις οποίες (αντιφατικές διατάξεις) και προσδιορίζει. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατ’ αρχήν ως απαράδεκτος, διότι οι αναφερόμενες αντιφάσεις εντοπίζονται κατά τους αναιρεσείοντες στο αιτιολογικό της απόφασης και όχι στο διατακτικό της. Εξάλλου, οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο έκρινε αόριστη την από 2-1-2012 αγωγή αναγωγής και ορισμένες τις από 15-1-2015 και από 23-11-2013 εφέσεις και εξαφάνισε την υπ’ αρ. 942/2013 απόφαση, είναι προδήλως αόριστες, διότι δεν αναφέρουν οι αναιρεσείοντες σε τι συνίσταται η αντίφαση και ειδικά στο διατακτικό της απόφασης. Επομένως ο 5ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/ 2012, ΑΠ174/2015, ΑΠ 198/2015).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015).
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο τελευταίος αυτός λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 49/2013, ΑΠ 2096/2009).
Με τον 6ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν περιέχει αιτιολογίες, άλλως περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι κατ’ αρχήν απαράδεκτος διότι δεν προσδιορίζεται η ουσιαστική διάταξη νόμου, που παραβιάστηκε (ΑΠ 413/1993). Εξάλλου, η αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχεται το Εφετείο ότι έχει επιδικασθεί το 100% στην οικογένεια του θύματος αφορά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και δέχθηκε, ότι με την τελεσίδικη υπ’ αρ. 4637/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της αγωγής της οικογένειας του θύματος λήφθηκε υπόψη η συντρέχουσα συνυπαιτιότητα και των δύο εμπλακέντων στο δυστύχημα οδηγών και ότι το ποσό των 130.000 ευρώ, που ζητούσε με την από 18-7-2013 αναγωγή η αναιρεσίβλητη - Ασφαλιστής αφορούσε το 30% (υπαιτιότητα 1ου αναιρεσείοντα) του 100% του επιδικασθέντος στην οικογένεια ποσού, το οποίο η ασφαλιστική εταιρεία παραδεκτά αξίωνε, κατ’ άρθρ. 11 παρ. 1 Ν. 489/1976 σε συνδ. 927 ΑΚ από τους ασφαλισμένους της και ήδη αναιρεσείοντες (ΑΠ 1467/2009). Επομένως ο 6ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (άρθρ. 579 παρ. 2 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, διότι πέραν της αοριστίας του, δεν αποδείχθηκε εκούσια αναγκαστική εκτέλεση της προσβαλλόμενης, η εκτέλεση της οποίας είχε ανασταλεί κατ’ άρθρ. 565 παρ. 2 ΚΠολΔ με την υπ’ αρ. 8/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (διαδικασία αναστολών). Άλλωστε, μετά την απόρριψη
της αίτησης αναίρεσης παρέλκει η έρευνα του ανωτέρω αιτήματος. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο, κατ’ άρθρ. 495 παρ. 3Γ περ. β’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης (19-2-2016). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον τού Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-2-2016 (αρ. κατ. ...2016) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 45/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ.
Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ