Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on abuse of right and contradictory provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the company's appeal against the Regional Court of Northern Aegean's decision. The appellant argued the lower court misinterpreted a letter and violated procedural rules regarding contradictory provisions and abuse of right. The court held that the lower court correctly evaluated the evidence and that the appellant's claims regarding procedural errors were inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(17) C.P.D.; Art. 281 A.C.: An appeal based on contradictory provisions is inadmissible if the contradiction exists only in the reasoning rather than the operative part, and an appeal based on abuse of right fails when the lower court properly evaluated evidence to reach a different conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1162 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1162/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΧΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΤΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΤΑΧ ΑΑΕ ΟΤΑ", η οποία εδρεύει στο Δήμο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Βαρλά.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούσουλα .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2013 του Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-12-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 19-9-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γεράσιμου Φουρλάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύν χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεστεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.
Α.Π. 62/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "...Με την από 1-4-2003 σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και του ενάγοντος, όπως αυτή τροποποιήθηκε, στις 3-5-2004, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελεί καθήκοντα Γενικού Διευθυντή της εναγομένης και να συντονίζει τη λειτουργία και υλοποίηση των ολοκληρωμένων προγραμμάτων Ανάπτυξης Αγροτικού Χώρου (ΟΠΑΑΧ) και των λοιπών προγραμμάτων που αναλάμβανε η εναγομένη καθώς και όλων των εν γένει δραστηριοτήτων της εναγομένης, έναντι αμοιβής, η οποία ανερχόταν, για το έτος 2007, στο ποσό των 41.965,68 ευρώ και για το έτος 2008, στο ποσό των 44.483,62 ευρώ, η οποία συμφωνήθηκε να καταβάλλεται, μηνιαίως, με την πρόοδο του έργου.
Η ως άνω σύμβαση έργου συμφωνήθηκε να διαρκέσει από την 1-5-2003 έως τις 31-12-2008. Από την έναρξη της ένδικης σύμβασης έργου, ο ενάγων εκτελούσε καθήκοντα Γενικού Διευθυντή της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και συντόνιζε τη λειτουργία και υλοποίηση των προγραμμάτων που αυτή αναλάμβανε, αλλά και όλων των δραστηριοτήτων της, όπως είχε συμφωνηθεί, με την ένδικη σύμβαση έργου.
Με την από 13-12-2007 εξώδικη δήλωση των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης εταιρείας, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 28-1-2008, η εναγομένη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση έργου. Η ως άνω καταγγελία, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 700 του Α.Κ., το οποίο δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα ή αντισυμβατική συμπεριφορά του εργολάβου, και επέφερε τη λύση της ένδικης σύμβασης για το μέλλον.
Έτσι, με την καταγγελία αυτή, η ένδικη σύμβαση έργου λύθηκε στις 28-1-2008, όπως έκρινε και η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δεν προσβάλλεται, ως προς την κρίση της αυτή, με την υπό κρίση έφεση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι καθόλο το χρονικό διάστημα από την 1-4-2007 έως τον χρόνο καταγγελίας και λύσης της ένδικης σύμβασης έργου (28-1-2008), ο ενάγων προσέφερε, ανελλιπώς και προσηκόντως, τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη εταιρεία και εκτελούσε, προσηκόντως και εμπροθέσμως και παρέδιδε στην εναγομένη, σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, το ανατεθειμένο σ’ αυτόν έργο, ως Γενικός Διευθυντής της εναγομένης εταιρείας και συντόνιζε τη λειτουργία και την υλοποίηση των προγραμμάτων που αναλάμβανε η εναγομένη.
Από τα προσκομισθέντα από την εναγομένη αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, ο ενάγων εκτέλεσε, πλημμελώς ή καθυστερημένα, κάποιο από τα ανατεθέντα σ’ αυτόν έργα και μάλιστα από δική του υπαιτιότητα. Τα δημοσιεύματα δε στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα τοπικές εφημερίδες της Χίου, σχετικά με την κακή οικονομική κατάσταση της εναγομένης εταιρείας και με τον ενάγοντα, ως Γενικό Διευθυντή της:
α) στις 27-4-2007 και 28-4-2007, που στηρίζονται σε ανώνυμη επιστολή και β) στις 2-5-2007, που στηρίζονται σε επιστολή των εργαζομένων στην εναγομένη, δεν κρίνονται από το Δικαστήριο επαρκή για το σχηματισμό πλήρους αντίθετης δικανικής πεποίθησης. Επίσης, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εναγομένη, με ημερομηνία 12-9-2007 επιστολή του Α.
Π., Γενικού Διευθυντή της Κεντρικής Δομής Στήριξης Βορείου Αιγαίου προς την εναγομένη εταιρεία, δεν προκύπτει η εκ μέρους του ενάγοντος πλημμελής ή καθυστερημένη εκτέλεση ή η μη εκτέλεση συγκεκριμένου συμφωνηθέντος έργου ή η μη παροχή συγκεκριμένων συμφωνημένων υπηρεσιών προς την εναγομένη. Ύστερα απ’ αυτά, δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση εκ μέρους του ενάγοντος της ένδικης αξίωσής του, για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2007 έως 28-1-2008, υπερβαίνει, προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του ως άνω δικαιώματος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, ως κατ’ ουσία αβάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 281 του Α.Κ., ένσταση της εναγομένης-εκκαλούσας, περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, για καταβολή σ’ αυτόν της συμφωνημένης αμοιβής του, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2007 έως 28-1-2008...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η συμφωνημένη αμοιβή του ενάγοντος, για το εκτελεσθέν και παραδοθέν απ’ αυτόν έργο, για το χρονικό διάστημα από 1-4-2007 έως 28-1-2008, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 38.888,21 ευρώ...". Ακολούθως δε, το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και επεκύρωσε την προσβληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε επιδικασθεί σε αυτόν το ως άνω ποσόν των 38.888,21 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ., καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 281 Α.Κ., σχετικώς με την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου για καταβολή σε αυτόν της συμφωνηθείσης αμοιβής για το παρασχεθέν από τον ίδιο στην αναιρεσίβλητη έργο, σύμφωνα με την συναφθείσα μεταξύ τους σχετική σύμβαση έργου και συνεπώς ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις". Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως με βάση την εν λόγω διάταξη, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της αποφάσεως και έχει την μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 580/1998). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.17 Κ.Πολ.Δ., διότι κατά την αναιρεσείουσα, το δικαστήριο υπέπεσε σε αντιφάσεις εντοπιζόμενες από εκείνην μόνον στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, όσον αφορά την απόρριψη της ενστάσεώς της από το άρθρο 281 Α.Κ., είναι απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 12-9-2007 επιστολής του Α. Π., Γενικού Διευθυντού της Κεντρικής Δομής Στήριξης Βορείου Αιγαίου με το να δεχθεί ότι δεν προκύπτει από αυτό η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου πλημμελής ή καθυστερημένη εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, ενώ κατ’ αυτήν από το περιεχόμενο της επιστολής προκύπτει η υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου για την κακή οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε η ίδια. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από το ανωτέρω περιεχόμενο του λόγου προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495&4 Κ.Πολ.Δ., η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΧΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ο.Τ.Α" για αναίρεση της υπ’ αριθ. 36/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ