Legislator Case Law & Legislation
1162/2014 AI generated

1162/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1162/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1162/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είναι δε βλαπτική για τον εργαζόμενο η μεταβολή των εργασιακών όρων όχι μόνον όταν προκαλεί υλική ζημία, αλλά και όταν επιφέρει ηθική βλάβη, πράγμα που συμβαίνει, ενόψει και του κατ' εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα της σχέσεως εργασίας, και στην περίπτωση συμπεριφοράς του εργοδότη (ή του προσώπου που τον αντιπροσωπεύει στην διεύθυνση της επιχειρήσεώς του) βάναυσης ή προσβλητικής της προσωπικότητας του εργαζομένου.

Keywords

AI generated
reduction of salary unemployment benefits overpayment misappropriation of salary deductions suspension of benefit entitlement redundancy low pay
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1162 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1162/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2873/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1575/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 2-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ. 1, 653, 656, 349 έως 351, 361, 57, 200, 288 ΑΚ, 1, 3, 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν ο εργοδότης χωρίς δικαίωμα από το νόμο ή τη σύμβαση ή κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, μεταβάλλει μονομερώς τους όρους της συμβάσεως με συνέπεια να επέρχεται άμεσα ή έμμεσα ζημία στον μισθωτό, υλική ή ηθική.

Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, ασχέτων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.

Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής από τον μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία του αυτή στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.

Η μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως από τον εργοδότη, όπως είναι προδήλως και ο υποβιβασμός του μισθωτού σε υποδεέστερη θέση εκείνης την οποία πρότερον κατείχε και με μισθό ολιγότερο, αντιστοιχούντα στη νέα αυτή θέση, δεν επιφέρει μεν καθ' εαυτή τη λύση της συμβάσεως εργασίας, μπορεί όμως ο εργαζόμενος, αν δεν αποδεχθεί τη μεταβολή, είτε να θεωρήσει αυτήν ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη, να αποχωρήσει από την εργασία του και να απαιτήσει την πληρωμή της κατά νόμον αποζημιώσεώς του, είτε να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως και να εξακολουθήσει παρέχων την εργασία του υπό τους προ της μεταβολής όρους και, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη, να απαιτήσει από αυτόν, ως περιελθόντα εντεύθεν σε υπερημερία, την καταβολή του μισθού του ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.

Είναι δε βλαπτική για τον εργαζόμενο η μεταβολή των εργασιακών όρων όχι μόνον όταν προκαλεί υλική ζημία, αλλά και όταν επιφέρει ηθική βλάβη, πράγμα που συμβαίνει, ενόψει και του κατ' εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα της σχέσεως εργασίας, και στην περίπτωση συμπεριφοράς του εργοδότη (ή του προσώπου που τον αντιπροσωπεύει στην διεύθυνση της επιχειρήσεώς του) βάναυσης ή προσβλητικής της προσωπικότητας του εργαζομένου.

Η ηθική ζημία του μισθωτού υφίσταται έστω και αν η ανοίκεια συμπεριφορά του εργοδότη δεν εκπορεύεται από δόλια προαίρεση του τελευταίου για βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή για εξαναγκασμό του εργαζομένου σε αποχώρηση από την εργασία. Αρκεί ότι η συμπεριφορά αυτή δημιούργησε τέτοιες συνθήκες, ώστε, κατά αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, να μην είναι πλέον δυνατή η παροχή της εργασίας του μισθωτού με πνεύμα αμοιβαίας κατανοήσεως και συνεργασίας, ή επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητα του εργαζόμενου, ώστε η εξακολούθηση της εργασίας του στο χώρο της επιχειρήσεως του εργοδότη να αποβαίνει αδύνατη ή εκτάκτως δυσχερής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ο δε προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες, που σχετίζονται με την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, στις 22-9-1981, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου.

Αρχικά τοποθετήθηκε στον Κλάδο Αυτοκινήτων και στη συνέχεια έως τις 13-12-1985 στην Διεύθυνση Προσωπικού. Την ίδια ημερομηνία, με την υπ' αριθμ. 43267/1985 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, μετακινήθηκε στην Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, ενώ με το υπ' αριθμ. πρωτ. 32/14-5-1999 έγγραφο του ανωτέρω οργάνου της εργοδότριας εταιρείας (εναγομένης) τοποθετήθηκε σε θέση Ελεγκτή Β' της ως άνω Διευθύνσεως Εσωτερικού Ελέγχου και με την υπ' αριθμ. 4/2002 απόφαση του ίδιου οργάνου προήχθη σε Ελεγκτή Α'.

Η θέση του Ελεγκτή είναι ειδική, δηλαδή απαιτεί εκπαίδευση και εξειδίκευση, ειδική ικανότητα και εμπειρία, προσόντα τα οποία είχαν αναγνωρισθεί από την εναγομένη στον ενάγοντα, όπως προκύπτει από τα φύλλα ποιότητας - αξιολόγησης αυτού. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην ίδια ως άνω Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου ο ενάγων υπηρέτησε επί είκοσι ένα (21) έτη.

Αιφνιδίως, στις 23-3-2006, η εναγομένη, με την υπ' αριθμ. 21/2006 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της Ι. Παυλίδη, διέταξε την μετακίνηση του ενάγοντος από την ανωτέρω υπηρεσιακή θέση, που μέχρι τότε κατείχε, στη Διεύθυνση Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών (Τμήμα Ταμείων και Διαθεσίμων της Υποδιεύθυνσης Λογιστηρίου), ως υπαλλήλου.

Η νέα αυτή θέση, σύμφωνα με τον Κανονισμό Λειτουργίας Εσωτερικού Ελέγχου της εναγομένης, αντιστοιχεί στη θέση Διευθυντή Καταστήματος Β' Κατηγορίας, είναι δηλαδή κατώτερη εκείνης του Ελεγκτή Α'. Ο ενάγων - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - προφορικώς, αλλά και εγγράφως, απέκρουσε αμέσως την μετακίνησή του στη Διεύθυνση Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών της εναγομένης.

Όπως αποδείχθηκε, αφορμή για την εν λόγω μετακίνηση του ενάγοντος αποτέλεσε η πειθαρχική δίωξη αυτού, που κινήθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 34 παρ. 4, 36 παρ. 2 και 39 παρ. 1 του κυρωθέντος από το Νομάρχη Αττικής Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης (Μάρτιο 1983), για πράξεις και παραλείψεις του, που έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, εντασσόμενες στα παραπτώματα του άρθρου 33 παρ. 1, 2β', 2ε' και 2ζ' του ως άνω Κανονισμού.

Ειδικότερα, ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης, με προφορικό ερώτημα που απηύθυνε στον Προϊστάμενο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης Δ. Τ., ζήτησε να πληροφορηθεί σχετικά με το συμβάν που έλαβε χώρα κατά την διενέργεια ελέγχου από τον ενάγοντα, αρχές Οκτωβρίου 2005, στο Τμήμα Αποζημιώσεων της ανωτέρω Διευθύνσεως.

Ο άνω Διευθυντής Δ. Τ., με το από 6-2-2006 έγγραφό του, ενημέρωσε τον Διευθύνοντα Σύμβουλο ότι, κατόπιν σχετικής έρευνας που πραγματοποίησε, διαπίστωσε ότι στις 3-10-2005, μετά την περάτωση ελέγχου που διενήργησε ο ενάγων υπό την άνω ιδιότητα του Ελεγκτή στο Τμήμα Αποζημιώσεων, ο τελευταίος (ενάγων) ανέφερε στον Προϊστάμενο του Τμήματος Δ.

Κ., ότι από τον φάκελο με αριθμό 19/02/05/00057 απουσίαζε η θεώρηση της άδειας ικανότητας οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος, αν και στο εξώφυλλο του φακέλου υπήρχε σημείωση του αρμόδιου υπαλλήλου ότι σ' αυτόν (φάκελο) βρισκόταν η σχετική θεώρηση διπλώματος, και ότι δεν είχαν γίνει οι απαραίτητες ενέργειες επανεισπράξεως της ζημίας, ύψους 1.170 ευρώ, και ο φάκελος τέθηκε στο αρχείο, ότι σε σχετική ερώτησή του (Δ.

Τ.) προς τον ενάγοντα, αν από παραδρομή είχε λάβει το εν λόγω έγγραφο, ο ενάγων απάντησε αρνητικά, ότι μετά από επιμονή του (Δ. Τ.) ο ενάγων δέχθηκε να ερευνήσει τα προσωπικά του αντικείμενα, ήτοι το περιεχόμενο της αποσκευής του, όπου πραγματικά το ζητούμενο έγγραφο βρέθηκε σ' αυτή, μαζί με άλλα έγγραφα που αφορούσαν άλλους φακέλους, ότι ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι από παραδρομή είχε λάβει το υπόψη έγγραφο, θεωρώντας ότι επρόκειτο για φωτοαντίγραφο του εγγράφου του φακέλου και ότι τούτο δεν θα έβλαπτε την πληρότητά του, καθώς και ότι ο ενάγων ζήτησε συγνώμη από τον υπάλληλο του Τμήματος Ι.

Τ. για την υπηρεσιακή αναστάτωση που του προκάλεσε. Μετά από αυτά - συνεχίζει το Εφετείο - ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης, έχων πειθαρχική δικαιοδοσία από τον Κανονισμό Προσωπικού (άρθρο 36 αυτού), με την υπ' αριθμ. 24/28-3-2006 απόφασή του, που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 30-3-2006, επέβαλε σ' αυτόν την ποινή της έγγραφης επίπληξης, με το αιτιολογικό ότι, κατά τον έλεγχο που διενήργησε (ο ενάγων) στην Περιφερειακή Διεύθυνση Θεσσαλονίκης αφαίρεσε από τον φάκελο με αριθμό 19/02/05/00057 το έγγραφο από το οποίο αποδεικνυόταν η θεώρηση του διπλώματος του οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος και στη συνέχεια ανέφερε στον Προϊστάμενο του Τμήματος Δ.

Κ. ότι παρατηρείται ελλιπής συγκέντρωση στοιχείων στον συγκεκριμένο φάκελο και ότι δεν έγιναν οι αναγκαίες ενέργειες για την επανείσπραξη της ζημίας. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο της εναγομένης, που έκρινε κατόπιν εφέσεως - προσφυγής του ενάγοντος κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 24/28-3-2006 αποφάσεως του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, με την υπ' αριθμ. 1/17-3-2009 ομόφωνη απόφασή του εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 24/28-3-2006 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου και απάλλαξε τον ενάγοντα από κάθε κατηγορία, δεχόμενο ότι "από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει δόλος του εγκαλούμενου ή εν πάση περιπτώσει πρόθεσή του να βλάψει οιονδήποτε από τους συναδέλφους του...

αλλά η όποια ενέργειά του ήταν στο πλαίσιο της διενέργειας του σχετικού ελέγχου". Στην ίδια απόφαση (υπ' αριθμ. 1/17-3-2006) γίνεται ιδιαίτερη μνεία ότι η αναφορά του συμβάντος, που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2005, προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της επιχειρήσεως, έγινε πέντε (5) μήνες αργότερα και μετά από τηλεφωνική εντολή του Διευθύνοντος Συμβούλου προς τον Προϊστάμενο της Π/Μ Θεσσαλονίκης.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι, από τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, στο πλαίσιο ελέγχου φακέλων ζημιών στο Τμήμα Ζημιών Αυτοκινήτων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης, που πραγματοποίησε από 3-10-2005 έως 7-10-2005, έλαβε από συγκεκριμένους φακέλους ζημιών ορισμένα δικαιολογητικά - παραστατικά.

Στο φάκελο υπ' αριθμ. 19/02/05/ 00057 υπήρχαν, μεταξύ άλλων, δύο (2) αντίγραφα της άδειας ικανότητας οδηγού του ασφαλισμένου οχήματος. Σε ένα από τα δύο αυτά αντίγραφα και συγκεκριμένα στο κάτω μέρος της πίσω σελίδας αυτού υπήρχε η θεώρηση της άδειας οδηγήσεως του υπερήλικα οδηγού. Το τελευταίο τούτο στοιχείο ήταν απαραίτητο και αναγκαίο για την καταβολή αποζημιώσεως στον συγκεκριμένο πελάτη, το ύψος της οποίας ανερχόταν στο ποσό των 1.170 ευρώ.

Ο ενάγων έλαβε ένα από τα δύο αυτά αντίγραφα της άδειας ικανότητας του εν λόγω οδηγού, έχοντας την πεποίθηση ότι αμφότερα ήταν πανομοιότυπα, δηλαδή ότι σ' αυτά δεν υπήρχε θεώρηση της σχετικής άδειας. Επισημαίνεται - όπως γίνεται δεκτό από το Εφετείο - ότι στον συγκεκριμένο φάκελο γινόταν μνεία από τον αρμόδιο υπάλληλο του Τμήματος Ζημιών Αυτοκινήτων Δ.

Κ., ότι η θεώρηση της άδειας οδηγήσεως συγκαταλεγόταν μεταξύ των εισερχομένων στον φάκελο αυτόν εγγράφων. Ο ενάγων - δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο - ενημέρωσε τον συνάδελφό του Δ. Κ. για την έλλειψη αυτή (θεώρηση άδειας), αλλά και για το ότι είχε λάβει ένα από τα δύο ως άνω αντίγραφα. Αυτός (Δ. Κ.) εξέφρασε στον ενάγοντα τη βεβαιότητα ότι η θεώρηση της άδειας υπήρχε στο φάκελο και του ανέφερε ότι θα ερευνήσει το θέμα.

Μετά παρέλευση μιας ώρας περίπου, ο Δ. Κ., παρουσία της Διευθύντριας της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου (Προϊσταμένης του ενάγοντος), πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι στο φάκελο δεν υπήρχε η επίμαχη θεώρηση της άδειας, ενόψει δε τούτου πήγαν και οι δύο στο γραφείο του Προϊστάμενου της Π. Δ/νσης Δ. Τ., όπου είχε αφήσει τον χαρτοφύλακά του ο ενάγων, ο οποίος όταν έβγαλε από αυτόν το αντίγραφο της άδειας, ο Δ.

Κ. του επέδειξε την πίσω πλευρά του εγγράφου, όπου υπήρχε η σχετική θεώρηση. Αμέσως, ο ενάγων ζήτησε από τον Δ. Κ. να του προσκομίσει τον συγκεκριμένο φάκελο. Σ' αυτόν υπήρχε και το άλλο αντίγραφο της άδειας, χωρίς όμως τη σχετική θεώρηση. Το θέμα θεωρήθηκε ότι έληξε εκεί. Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι κρίσιμη στο σημείο αυτό είναι και η κατάθεση του Δ.

Τ. ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, όπου αυτός ανέφερε ότι μετά το συμβάν θεώρησε ότι δεν έπρεπε να δώσει συνέχεια και το "έκλεισε" το θέμα και ότι από την πλευρά των εργαζομένων στην Π. Δ/νση Θεσσαλονίκης "δεν υπήρχε κάτι εναντίον του συναδέλφου". Βάσει αυτών των πραγματικών περιστατικών, το Εφετείο έκρινε ότι το εν λόγω συμβάν ήταν ήσσονος σημασίας και ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του ή ότι αυτή ήταν επιζήμια για τα υλικά και ηθικά συμφέροντα της εταιρείας.

Έτσι, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η ενέργεια της εναγομένης, που ανάγεται στα διευθυντικά της δικαιώματα, να αναθέσει στον ενάγοντα καθήκοντα υποδεέστερης θέσης, δηλαδή να τον τοποθετήσει σε θέση υπαλλήλου, μεταβάλλοντας το εργασιακό του καθεστώς, υπό το οποίο αυτός παρείχε την εργασία του επί μακρά σειρά ετών, από το έτος 1985, σταθερά και μόνιμα, έγινε κατά προφανή παράβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ και κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 288 ΑΚ και ότι συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως αυτού.

Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - η μετακίνηση του ενάγοντος στη Διεύθυνση Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών, ως Προϊστάμενου Ταμείου, επιφέρουσα σ' αυτόν ηθική μείωση και μισθολογική μεταβολή, αφού είχε ως αποτέλεσμα την περικοπή του ελεγκτικού επιδόματος, ύψους 576,72 ευρώ κατά μήνα, καθώς και του επιδόματος εξόδων περιποίησης πελατών, ύψους 210 ευρώ κατά μήνα (όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας του των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2006), είναι καταχρηστική και, συνεπώς, άκυρη (άρθρα 3, 174, 180 ΑΚ).

Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο, ότι υπηρεσιακή ανεπάρκεια, αντισυμβατική συμπεριφορά ή πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντος, που να δικαιολογεί την άνω μετακίνησή του, δεν αποδείχθηκε, ούτε, εξάλλου, αποδείχθηκε περίπτωση υπηρεσιακής ανάγκης, που επέβαλε την εν λόγω μετακίνηση, ούτε αποτέλεσε αυτή αναγκαίο μέτρο στο πλαίσιο της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι η τοποθέτηση του ενάγοντος ως απλού υπαλλήλου δεν συνιστά μονομερή μεταβολή των δεσμευτικών γι' αυτήν όρων της εργασιακής του συμβάσεως, σύμφωνα με τους όρους 4 και 6 της συμβάσεως αυτής, κατά τους οποίους ο εργοδότης δικαιούται να αναθέτει στον μισθωτό εργασία ανάλογη προς την προβλεπόμενη στον πρώτο όρο της συμβάσεως, μέσα στα όρια εργασίας της κατηγορίας προσωπικού των ασφαλιστικών εταιρειών, χωρίς αυτό να συνεπάγεται οποιαδήποτε συνέπεια για τον εργοδότη ή να θεωρείται ως μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος - είπε το Εφετείο - καθόσον η σταθερή, τακτική και μόνιμη παροχή υπηρεσιών του ενάγοντος σε θέσεις ευθύνης από την αρχή σχεδόν της σταδιοδρομίας του στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία είχε ως συνέπεια να διαμορφωθεί σιωπηρά όρος της εργασιακής του συμβάσεως περί αυτού.

Δεν αποδείχθηκε, επίσης, συνδρομή σπουδαίου λόγου, οφειλομένου σε κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης, ως εργοδότριας, προς το πρόσωπο του ενάγοντος, ως εργαζόμενου, που να δικαιολογεί τη μεταβολή αυτή, καθόσον ο ενάγων μέχρι εκείνη τη στιγμή (που μετακινήθηκε στην παραπάνω θέση) είχε αρίστη απόδοση στον τομέα της εργασίας του, γεγονός που δεν αμφισβητείται, και, συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης - όπως δέχθηκε το Εφετείο - είναι αβάσιμος.

Τέλος, γίνεται δεκτό από το Εφετείο, ότι, λόγω του υποβιβασμού του, η προσωπικότητα του ενάγοντος υπέστη μείωση και έχει θιγεί η επαγγελματική του αξία και η υπόληψή του στο επαγγελματικό του περιβάλλον, καθόσον δημιουργήθηκαν ερωτήματα και αμφιβολίες για τη δυνατότητά του να ανταποκρίνεται πλέον στα ασκούμενα μέχρι τη μεταβολή καθήκοντα.

Από την προσβολή αυτή, που οφείλεται σε υπαιτιότητα των οργάνων της εναγομένης, τα οποία γνώριζαν τις ικανότητες και τα προσόντα του ενάγοντος, καθώς και τη διαφορά της μιας θέσης από την άλλη, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, της συνθήκες τελέσεως αυτής και την οικονομική κατάσταση των μερών, έκρινε ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ.

Βάσει των ως άνω παραδοχών και κρίσεων, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 2873/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, και δέχθηκε (εν μέρει) την αγωγή αυτή, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζητούσε α) να αναγνωρισθεί ότι η υπηρεσιακή μεταβολή - μετακίνησή του, δυνάμει της υπ' αριθμ. 21/23-3-2006 αποφάσεως του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσείουσας, στην Διεύθυνση Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών (Τμήμα Ταμείων και Διαθεσίμων της Υποδιευθύνσεως Λογιστηρίου) αυτής, ήταν παράνομη και άκυρη, διότι συνιστούσε καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρείας και μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, β) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της ως άνω μεταβολής όρους, δηλαδή ως Ελεγκτή στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, και να συνεχίσει να του καταβάλει κάθε μήνα (από την μεταβολή - μετακίνησή του αυτή) το ελεγκτικό επίδομα, ύψους 576,72 ευρώ και το επίδομα εξόδων περιποίησης πελατών, ύψους 210 ευρώ, και γ) να υποχρεωθεί επίσης η αναιρεσείουσα να του καταβάλλει το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή των παραπάνω διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις αυτές. Διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσης διαφοράς.

Πρέπει, επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Με τον ένατο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 10 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται πράγματι η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ειδικότερα πλήττεται η κρίση του Εφετείου, ότι με την μετακίνηση του αναιρεσιβλήτου σε υποδεέστερη θέση επήλθε και μείωση των αποδοχών του, αφού η μετακίνησή του αυτή είχε ως αποτέλεσμα την περικοπή (και) του καταβαλλομένου σ' αυτόν μέχρι τότε κάθε μήνα επιδόματος εξόδων περιποίησης πελατών, ύψους 210 ευρώ. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2012 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1575/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2014. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ