Legislator Case Law & Legislation
1162/2013 AI generated

Supreme Court allows bank's appeal against seizure, ruling lower court erred in applying tax code provisions regarding third-party seizure.

Case Number 1162/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the General Bank of Greece's appeal against a first-instance seizure order while dismissing the public prosecution's appeal. The bank argued that seizure notices were improperly served to the bank's administration rather than the specific branch manager holding the assets. The Court found the lower appellate court violated substantive law by failing to correctly apply provisions of the Tax Collection Code and the relevant law on anonymous companies, thereby invalidating the seizure procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 30, 32, 34, 73 of the Tax Collection Code; Article 987 of the Code of Civil Procedure; Article 90 of Law 17/1923: A seizure against a third party is invalid if procedural requirements regarding the notification of the specific holder of the assets are not met, and a lower court's failure to correctly apply these substantive rules constitutes grounds for cassation.

Keywords

AI generated
third party seizure tax collection code anonymous companies law procedural validity notification requirements cassation appeal public debt enforcement

Cited Legislation

AI generated
Article 30 of the Tax Collection Code
Article 32 of the Tax Collection Code
Article 34 of the Tax Collection Code
Article 73 of the Tax Collection Code
Article 987 of the Code of Civil Procedure
Article 90 of Law 17/1923
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1162 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1162/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αθανάσιο Στεφόπουλο και Νικόλαο Χαιρόπουλο, με δήλωση τους, του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό οικονομικών και τον Προϊστάμενο του Στ' Τελωνείου Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Γεώργιο Βαμβακίδη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5887/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6239/2010 του Εφετείου Αθηνών . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 4-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και β) την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ..." Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν [Α.Π. 113/2012].

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 987 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και έχει εφαρμογή και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου των παρ' αυτού οφειλομένων στον οφειλέτη του Δημοσίου κατά το άρθρο 30 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), ο τρίτος δικαιούται να προσβάλει την κατάσχεση μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 Κ.Πολ.Δ.

στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθ' ου. Επομένως ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για άλλους λόγους και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε προς το συμφέρον του ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως η ακυρότητα της επιδόσεως του κατασχετηρίου προς τον τρίτο.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 30 Κ.Ε.Δ.Ε. "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε:

α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ.1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα κατάθεση εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ.2 εδ.α) ... .

Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ... (παρ.3 εδ.α)". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ.1 Κ.Ε.Δ.Ε.

και 1 αριθ.4 π.δ. 16/1989) πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, η οποία πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.

Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος, ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το αμάχητο τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 Κ.Ε.Δ.Ε., όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 Κ.Ε.Δ.Ε.

Κατασχετήριο από το οποίο λείπει ένα από τα πιο πάνω ουσιώδη στοιχεία ή δεν επιδόθηκε έγκυρα στον τρίτο είναι άκυρο, καθιστώντας άκυρη την κατάσχεση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ο δε τρίτος, παραλείποντας την υποβολή της δηλώσεως του άρθρου 32 Κ.Ε.Δ.Ε., δεν καθίσταται από αυτό και μόνο οφειλέτης του Δημοσίου, αφού πρόκειται για άκυρο κατασχετήριο, βασική δε προϋπόθεση του τεκμηρίου που δημιουργείται από τη μη εμπρόθεσμη δήλωση οφειλής του κατά το άρθρο 33 Κ.Ε.Δ.Ε.

και των από αυτή συνεπειών είναι η ύπαρξη έγκυρης κατασχέσεως. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 75 παρ.1 εδ.α Κ.Ε.Δ.Ε. που ορίζει ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτελέσεως μπορεί να προταθεί από τον οφειλέτη αν αυτή αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σ' αυτόν βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αφενός μεν αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου αν προξένησαν στον προτείνοντα ανεπανόρθωτη, κατά την προδιαληφθείσα έννοια του όρου, βλάβη, στις ακυρότητες δε που αφορούν την επίδοση του κατασχετηρίου περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες (ακυρότητες) προτείνονται από τον τρίτο με ανακοπή.

Εξ άλλου, με το ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" θεσπίστηκαν ειδικές διατάξεις που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρείας η οποία έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος. Οι διατάξεις αυτές είναι ειδικές διότι εισάγουν διαδικαστικά και ουσιαστικά προνόμια με σκοπό την προώθηση της πιστωτικής κινήσεως.

Κυρίως με τις δικονομικής φύσεως διατάξεις έχει εισαχθεί ειδική διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως υπέρ των ανωτέρω ανωνύμων εταιρειών προς ικανοποίηση απαιτήσεων από πιστωτικές συναλλαγές. Στη διαδικασία αυτή, που είναι γνωστή στην πράξη ως αναγκαστική εκτέλεση κατά το σύστημα του ν.δ. της 17-7/13-8- 1923, υπάγεται και η κατάσχεση στα χέρια οποιασδήποτε τράπεζας ως τρίτης, δεδομένου ότι οι τραπεζικοί οργανισμοί που λειτουργούν με εταιρική μορφή ανώνυμης εταιρείας έχουν υπαχθεί στις πιο πάνω διατάξεις.

Την κατάσχεση στα χέρια τρίτου ρυθμίζουν οι διατάξεις των άρθρων 87-94 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος, από τις οποίες εξακολουθούν να ισχύουν εκείνες των άρθρων 87-91 και 93. Ειδικότερα κατά το άρθρο 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. "Διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94, οι οποίες καταργούνται από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ.".

Από τη λογική και τελολογική ερμηνεία της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος, με την οποία ορίζεται ότι "εάν η εταιρία έχη και υποκαταστήματα εν Ελλάδι, κατάσχεσις εις χείρας αυτής ως τρίτης επιτρέπεται μόνον παρά τω καταστήματι ή υποκαταστήματι ένθα υφίσταται η κατάθεσις ή άλλη οφειλή προς τον καθ" ου η κατάσχεσις", διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τη θέση σε εφαρμογή του Κ.Πολ.Δ.

Τούτο διότι με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 52 παρ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ρητά ότι καταργούνται μόνο οι διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94 του ν.δ. της 17- /13-8-1923". Εξ άλλου, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 δεν προσδίδεται νομική προσωπικότητα στα καταστήματα ή υποκαταστήματα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας αλλά απλώς προσδίδεται σ' αυτά νομική αυτοτέλεια, σε τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής δηλώσεως τρίτου.

Στη θέση του τρίτου τοποθετείται το αρμόδιο για την πληρωμή της απαιτήσεως κατάστημα ή υποκατάστημα, στο οποίο προσδίδεται κάποια νομική αυθυπαρξία, όχι όμως και ιδιαίτερη νομική προσωπικότητα. Η επίδοση πρέπει να γίνει στο διευθυντή του καταστήματος ή υποκαταστήματος, ο οποίος προβαίνει στην κατά το άρθρο 985 Κ.Πολ.Δ.

δήλωση και ο οποίος είναι όργανο που εκπροσωπεί την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Διάδικος όμως στις δίκες περί την εκτέλεση είναι το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας προς το οποίο απευθύνονται τα σχετικά δικόγραφα, επιδίδονται δε στη διοίκηση αυτού κατά το κοινό δίκαιο (άρθρο 126 παρ.1 περ.δ Κ.Πολ.Δ.).

Η προς το κατάστημα ή υποκατάστημα επίδοση του κατασχετηρίου αποτελεί συστατικό στοιχείο της κατασχέσεως και η παράλειψη της επιδόσεως αυτής οδηγεί στο ανυπόστατο, το οποίο προτείνεται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Δεν αρκεί δε μόνο η σύνταξη του κατασχετηρίου ούτε αποτελεί αυτή διαδικαστική πράξη της διαδικασίας κατασχέσεως στα χέρια τρίτου.

Αυτό γιατί η αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται και αποκτά νομική υπόσταση δια και από της επιδόσεως του κατασχετηρίου στον τρίτο, από την οποία (επίδοση) τελειούται και παράγει τις συνέπειες της. Χωρίς την επίδοση η επιχειρηθείσα καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο κατάσχεση είναι ανυπόστατη (Α.Π. 117/2011, Α.Π. 884/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, προκειμένης ανακοπής κατά κατασχέσεως κινητού "εις χείρας τρίτου" σύμφωνα με τα άρθρα 987 ΚΠολ.Δ. και 33 Κ.Ε.Δ.Ε. (Ν.Δ. 356/1974), το Εφετείο δέχθηκε με τη προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "... Εν προκειμένου η ανακόπτουσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, επικαλούμενη το άρθρο 90 του ν.δ.

της 17.7/13-8-1923, υποστηρίζει ότι οι επιβληθείσες στα χέρια της κατασχέσεις, γενόμενες με επίδοση των κατασχετηρίων εγγράφων στην έδρα της διοίκησης αυτής στην Αθήνα, αντί σε συγκεκριμένο υποκατάστημα αυτής, όπου τηρούνται οι λογαριασμοί των οφειλετών του Δημοσίου, είναι ανυπόστατες, επικουρικά δε είναι άκυρες (άρθρο 983 ΚΠολΔ), διότι τα κατασχετήρια, έπρεπε να επιδοθούν στον Διευθυντή κάποιου συγκεκριμένου καταστήματος και όχι στην Διοίκηση αυτής .

Η επικαλούμενη από την ανακόπτουσα παράλειψη της επίδοσης των κατασχετηρίων στον Διευθυντή συγκεκριμένου υποκαταστήματος, αφού δεν τάσσεται με ποινή ακυρότητας στο άρθρο 30 Κ.Ε.Δ.Ε., μπορεί να προκαλέσει την ακυρότητα τους, μόνο αν αποδειχθεί ότι έχει επιφέρει σε αυτή δικονομική βλάβη, μη δυνάμενη διαφορετικά να θεραπευθεί, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρο 159 § 3 ΚΠολΔ και 75 Κ.Ε.Δ.Ε.).

Τέτοια, όμως, βλάβη δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει η ανακόπτουσα, αφού στο δικόγραφο της ανακοπής αναφέρει ως λόγο άσκησης της (έννομο συμφέρον), την αποφυγή επέλευσης δυσμενών σε βάρος της συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων και των πάσης φύσεως βλαβών της, όπως (συνοπτικά), τον κίνδυνο απώλειας της 8ήμερης προθεσμίας και σε περίπτωση απώλειας του να θεωρηθεί ότι υφίσταται υποχρέωση της για την καταβολή των ποσών για τα οποία επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της (άρθρα 985 ΚΠολΔ 32 και 33 ΚΕΔΕ) και εν τέλει να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της για την είσπραξη των ποσών αυτών .

Δεν ισχυρίζεται δηλαδή ότι επήλθε εν τέλει δικονομική βλάβη εκ των ως άνω υποτιθεμένων, μελλοντικώς ίσως επερχομένων βλαβών, καθόσον μόνη η αόριστη επίκληση του κινδύνου επελεύσεως των ουδόλως αρκεί για να προκαλέσει την ακυρότητα των κατασχετηρίων λόγω τυχόν παρατυπιών ή παραλείψεών τους. Αντιθέτως, με την από 31-3-2006 και με αριθμ.

καταθέσεως 3341/2006 αίτηση της περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση, ενώπιον του ιδίου ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) η ανακόπτουσα ισχυρίστηκε ότι η εκπρόθεσμη στις 3-3-2006 (την επομένη δηλαδή της καταληκτικής ημερομηνίας που ήταν η 2-3-2006) επίδοση της εμπροθέσμως στις 2-3-2006 συνταχθείσας δήλωσης της, οφειλόταν σε ανωτέρα βία και δη σε αιφνίδια ασθένεια του δικαστικού επιμελητή.

Εν όψει των εκτεθέντων, ο πρώτος λόγος της ανακοπής σύμφωνα με τον οποίο οι επιβληθείσες κατασχέσεις είναι ανυπόστατες, άλλως απολύτως άκυρες επειδή τα προσβαλλόμενα κατασχετήρια κοινοποιήθηκαν στη Διοίκηση της Τράπεζας στην οποία δεν τηρείται κανένας λογαριασμός ή άλλο περιουσιακό στοιχείο των καθ' ων οφειλετών του Δημοσίου και όχι στον Διευθυντή κάποιου καταστήματος, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος ...".

Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο, το οποίο δεν αναγνώρισε ως ανυπόστατες τις τρεις ενδιαφέρουσες εν προκειμένω αναγκαστικές κατασχέσεις επειδή τα σχετικά κατασχετήρια δεν κοινοποιήθηκαν στον αρμόδιο διευθυντή του κατέχοντος "τα κινητά" υποκαταστήματος, αλλά κοινοποιήθηκαν στην Διοίκηση της ανακοπτούσης Τραπέζης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ., καθόσον παραβίασε, αφού δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθώς, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 34, 73 Κ.Ε.Δ.Ε., 987 ΚΠολΔ ΚΑΙ 90 Ν.Δ. 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών".

Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ως εκ τούτου δεν παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγω αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο [Ολ.Α.Π. 25/2001, Α.Π. 448/2005].

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6239/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της εφέσεως.

Απορρίπτει την από 10-2-2009 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 5887/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12-3-2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10-6-2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ