Legislator Case Law & Legislation
1162/2011 AI generated

1162/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1162/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αδικοπραξία. Αγορά μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου με περισσότερους συνδικαιούχους. Όρος ότι σε περίπτωση θανάτου του ενός συνδικαιούχου τα μερίδια θα περιέρχονται στον άλλον. Αναίρεση. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1, 11 β΄ , 19 και 20 ΚΠολΔ. ( Επικυρώνει 352/2099 απόφαση Εφετείου Κρήτης ).

Legislator headnote

AI generated

1162/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της εξής διαδικαστικής διαδρομής : Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 1-8-2000 αγωγή τους, στην οποία εξέθεταν ότι ο Μ. Κ., αδελφός της πρώτης εναγομένης και θείος των λοιπών διαδίκων, με ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμους του τους διαδίκους, καθένα κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά.

Keywords

AI generated
term life insurance unemployment benefits of directors entitlement condition for benefits survivor benefits protection of insured persons disposition mortis causa
AI generated
1764/2017
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2008 αγωγή του αρχικά αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1096/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
1081/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
863/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
345/2015
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/1997 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης του Σ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1162 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αδικοπραξία. Αγορά μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου με περισσότερους συνδικαιούχους. Όρος ότι σε περίπτωση θανάτου του ενός συνδικαιούχου τα μερίδια θα περιέρχονται στον άλλον. Αναίρεση. Απορρίπτει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1, 11 β΄ , 19 και 20 ΚΠολΔ. ( Επικυρώνει 352/2099 απόφαση Εφετείου Κρήτης ).

Αριθμός 1162/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ.-Α. συζ. Γ. Δ., κατοίκου ... και 2. Μ. συζ. Γ. Μ., κατοίκου ... και 3. Ε. Β. του Ζ.. κατοίκου ....

Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαράλαμπο Κεδίκογλου ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Δ..

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. χήρας Α. Π., κατοίκου ..., 2. Μ. Π. του Α., κατοίκου ..., 3. Σ. συζ. Μ. Π., κατοίκου ..., 4.Μ. θυγ. Α. Π., κατοίκου ... και 5. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2ος, 3η, και 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. η 5η δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 385/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 352/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-12-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 2-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 4726 Β/11-5-2010 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Α., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εκ των αναιρεσιβλήτων εταιρία με την επωνυμία " INTERTRAST ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ". Κατά την αρχική δικάσιμο της 13ης Δεκεμβρίου 2010 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με αίτηση των αναιρεσειόντων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, της αναβολής αυτής επεχούσης θέσης κλήτευσης όλων των διαδίκων (άρθρα 226 παρ.4, 575 ΚΠολΔ ).

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της εξής διαδικαστικής διαδρομής : Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 1-8-2000 αγωγή τους, στην οποία εξέθεταν ότι ο Μ. Κ., αδελφός της πρώτης εναγομένης και θείος των λοιπών διαδίκων, με ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμους του τους διαδίκους, καθένα κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά.

Ότι μεταξύ των κληρονομιαίων κινητών ήταν και μετοχές, των οποίων δικαιούχοι ήταν οι εναγόμενοι και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, των οποίων συνδικαιούχοι ήταν ο αποβιώσας και η πρώτη εναγόμενη. Ότι ο γενικός όρος που τέθηκε στις αιτήσεις για συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλαια, ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους συνδικαιούχους τα δικαιώματα συμμετοχής στο αμοιβαίο θα περιέχονται αυτοδικαίως στον επιζώντα συνδικαιούχο είναι καταχρηστικός και εκ τούτου άκυρος, γιατί, μεταξύ άλλων ο όρος αυτός διατυπώθηκε εκ των προτέρων μονομερώς από την εταιρεία διαχείρισης, επιβλήθηκε από αυτήν, έγινε χωρίς ατομική διαπραγμάτευση, χωρίς επισήμανση, για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, ο αιτών τη συμμετοχή που στα αμοιβαία αγνοούσε ανυπαιτίως τον όρο αυτό και τις έννομες συνέπειες του, η εταιρεία διαχείρισης δεν του υπέδειξε την ύπαρξη του όρου και του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου του και ζήτησαν σε σχέση με τα παραπάνω περιστατικά και βάση της αγωγής να αναγνωρισθεί ότι ο πρόσθετος αυτός όρος είναι άκυρος ως καταχρηστικός σε σχέση με τους τρεις τίτλους των αμοιβαίων κεφαλαίων, άλλως άκυρος λόγω πλάνης ως προς την τρίτη εναγομένη, άλλως ως καταπιστευτική η σύμβαση υπέρ της πρώτης εναγόμενης με κρυπτόμενη σύμβαση εντολής για διανομή των επιδίκων μεριδίων υπέρ των εν τη διαθήκη τετιμημένων, άλλως να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγόμενη ζημίωσε κατ' άρθρο 919 Α.Κ.

τους ενάγοντες, ιδιοποιούμενη κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη την αξία των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Ότι σε σχέση με τις μετοχές είναι εικονικές οι συμβάσεις των εναγομένων, άλλως είναι καταπιστευτικές δικαιοπραξίες, άλλως είναι καταχρηστική η κατακράτηση και ιδιοποίησή τους εκ μέρους των εναγομένων, πλην της τρίτης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 385/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία α) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή κατά το μέρος που εδιώκετο με αυτήν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του τεθέντος όρου ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου εκ των συνδικαιούχων του αμοιβαίου κεφαλαίου τα δικαιώματα θα περιέρχονται αυτοδικαίως στον επιζώντα, β) έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη κατά τη βάση της από αδικοπραξία ( άρθρο 919 Α.Κ. ) και γ ) απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς εναγόμενους.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κατά μερική παραδοχή των εφέσεων εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή και κατά μέρος που δέχθηκε την αγωγή έναντι της πρώτης εναγόμενης και στη συνέχεια απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η αγωγή.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ` αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται μ` αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ` αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός ( Α.Π. 731/2005, 596/2003 ).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την υπ' αριθ. 352/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης με την οποία, όπως αναφέρθηκε, κατά παραδοχή των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων μερών, εξαφανίστηκε η υπ' αριθ. 385/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 1-8-2000 αγωγή των νυν αναιρεσειόντων, τόσο κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε υπεξαίρεση από την πρώτη εναγόμενη τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων, των οποίων αυτή ήταν μετά του αποβιώσαντος Μ.

Κ. συνδικαιούχος και όφειλε με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εντολής να μεταβιβάσει στους ενάγοντες τα αναλογούντα στην κληρονομική τους μερίδα μερίδια, όσο και κατά το κεφάλαιο τη αγωγής που αφορούσε μετοχές που αγοράσθηκαν στο όνομα των εναγομένων φυσικών προσώπων με χρήματα του κληρονομουμένου Μ. Κ., ως προς τις οποίες οι ενάγοντες ζήτησαν την αναγνώριση ως ακύρων των συμβάσεων αγοράς, άλλως ως καταπιστευτικών, άλλως ότι είναι καταχρηστική η κατακράτηση και ιδιοποίησή τους από τους εναγόμενους.

Οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση με το αναιρετήριο κατωτέρω πλημμέλειες αφορούν αποκλειστικά το πρώτο κεφάλαιο της αγωγής που αναφέρεται στην υπεξαίρεση από την πρώτη εναγόμενη των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ενώ ουδεμία αιτίαση προβάλλεται για την απόρριψη του δεύτερου κεφαλαίου της αγωγής που αφορά τις μετοχές.

Επομένως, κατά το τελευταίο αυτό μέρος που αφορά όλα τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα η αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως στρέφεται κατ' αυτών και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 22/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997, A.Π. 587/2009).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 587/2009, Α.Π. 465/1988).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα: " Την ... απεβίωσε στο Ηράκλειο Κρήτης ο Μ. Κ. του Ε., κάτοικος εν ζωή Ηρακλείου, αδελφός της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας-εφεσίβλητης και θείος των λοιπών διαδίκων. Ο αποθανών είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία, διατηρούσε τραπεζικούς λογ/σμούς με μεγάλα χρηματικά ποσά, είχε επενδύσει μεγάλα ποσά σε μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια, η ενασχόληση του με τις επενδύσεις ήταν συνεχής, είχε δε πλήρη επίγνωση, μέχρι του θανάτου του, του μεγέθους των οικονομικών του στοιχείων και φύλασσε με ιδιαίτερη προσοχή τους τίτλους και τα παραστατικά τους στοιχεία.

Ο αποβιώσας με την από 20-1-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία με το υπ' αριθμ. 382/1999 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, εγκατέστησε ως αποκλειστικούς κληρονόμους του τις δύο αδελφές του Α. συζ. Α. Π. (πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα) και Ε. χήρα Φ. Α., τα τέκνα της αποβιωσάσης αδελφής του Ά.

Β., (ενάγοντες-εκκαλούντες-εφεσίβλητοι), ήτοι τους Μ., Δ. και Ε. Β., τον ανεψιό του Φ. Γ. και την ανεψιά του Σ. Α.. Ειδικότερα κατέλιπε το 1/3 της κινητής και ακίνητης περιουσίας του στην πρώτη εναγομένη αδελφή του Α. Π., πλην της ψιλής κυριότητος του ημίσεως διαμερίσματος του Ε' ορόφου επί της ... της συνοικίας ..., το 1/3 από κοινού στους ενάγοντες Μ.

Μ., Δ. Δ. και Ε. Β., τέκνα της αποβιωσάσης αδελφής του Ά. Β., πλην της ψιλής κυριότητος του διαμερίσματος του Ε' ορόφου επί της ... της συνοικίας ..., την ψιλή κυριότητα του 1/3 της κινητής και ακίνητης περιουσίας του στην ανεψιά του Σ. Α. και την επικαρπία του παραπάνω ποσοστού στην αδελφή του Ε. Α., πλην του διαμερίσματος στην συνοικία ...

και τέλος την ψιλή κυριότητα του ημίσεως διαμερίσματος επί της ... στον Φ. Γ.. Δεν εγκατέστησε κληρονόμους του εκ διαθήκης τον γιό του αδελφού του Γ.. Κ., Ε. Κ., ούτε τον Β. Α. γιο της Ε. Α.. Με την υπ' αριθμ. 718/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), αναγνωρίστηκε το κληρονομικό δικαίωμα των προαναφερομένων εκ διαθήκης κληρονόμων και διατάχθηκε η χορήγηση σ' αυτούς του σχετικού κληρονομητηρίου.

Κατά τον χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς, στα αντικείμενα που κατείχε κατά το θάνατό του, ανευρέθησαν και τα παρακάτω στοιχεία: Τα αμοιβαία κεφάλαια της εταιρείας Interamerican Α.Ε με αριθμούς α) 207090 73-12-1996 σταθερό με αριθμό μεριδίων 6229,28 β) 244013/1-1-1997 σταθερό με 412,76 μερίδια, γ) 336469/1-1-1998 με 416,99 μερίδια δ) 021049/24-6-1999 αναπτυσσομένων εταιρειών μετοχικό εσωτερικού με 7877 μερίδια ε) 020946 αναπτυσσομένων εταιρειών μετοχικού εσωτερικού με αριθμό μεριδίων 13.646,59 και στ) 090605/13-10-1999 Ολυμπιονίκης μετοχικό εσωτερικού με 15005,91 μερίδια.

Οι τίτλοι αυτοί είχαν εκδοθεί στο όνομα του προαναφερομένου αποβιώσαντα και της πρώτης εναγομένης, ως συνδικαιούχου. Διαχειρίστρια των παραπάνω αμοιβαίων ήταν η τρίτη εναγομένη - εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία Intertrust Α.Ε Ανώνυμος Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων. Ο αποβιώσας είχε αποκτήσει με αγορά με δικά του χρήματα τα παραπάνω αμοιβαία κεφάλαια, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης προς την διαχειρίστρια των αμοιβαίων αυτών κεφαλαίων εταιρεία για τη συμμετοχή του στα αμοιβαία.

Στις σχετικές έντυπες αιτήσεις συμμετοχής στα παραπάνω αμοιβαία, κατόπιν των οποίων εκδόθηκαν οι σχετικοί τίτλοι, ο αποβιώσας με δική του πρωτοβουλία δήλωσε ότι επιθυμεί να εκδοθεί κάθε τίτλος των αμοιβαίων κεφαλαίων σε κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχο κατά τις διατάξεις του ν. 5638/1932 και το άρθρο 19 ν. 1969/1991 και συγκεκριμένα δήλωσε με δική του θέληση ως συνδικαιούχο την αδελφή του -πρώτη εναγομένη Α.

συζ. Α. Π.. Στο έντυπο της αίτησης αναφέρεται ότι κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, καθένας των συνδικαιούχων δικαιούται να κάνει χρήση ακόμη και ολική ή μερική εξαγορά του τίτλου, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, σε περίπτωση δε θανάτου κάποιου από τους συνδικαιούχους, τα δικαιώματα από τη συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλια, θα περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες μέχρι του τελευταίου.

Με τη δήλωσή του αυτή ο αποβιώσας θέλησε να έχει η συνδικαιούχος όλα τα δικαιώματα που αναφέροντο στην αίτησή του και κατά το περιεχόμενο καθενός αυτών των δικαιωμάτων. Γνώριζε δε ο αποβιώσας την έννοια του συνδικαιούχου στα αμοιβαία και τα δικαιώματα καθενός των συνδικαιούχων, διότι αφενός μεν του είχαν εξηγηθεί τα δικαιώματα αυτά πριν συμπληρωθεί η αίτηση και πριν υπογραφεί από αυτόν, αφετέρου, ως συνταξιούχος τραπεζικός υπάλληλος που ήταν και ασχολούμενος συνεχώς με τέτοιου είδους επενδύσεις και τραπεζικές καταθέσεις, γνώριζε τη λειτουργία του κοινού λογαριασμού, τον σκοπό του ορισμού συνδικαιούχου στον κοινό λογαριασμό και την ύπαρξη του πρόσθετου όρου στα έντυπα των κοινών λογαριασμών και των αιτήσεων για συμμετοχή σε αμοιβαία κεφάλαια.

Μετά την υπογραφή καθεμιάς αίτησης, η οποία ήταν σε δύο αντίγραφα, ο προαναφερόμενος ελάμβανε στην κατοχή του το αντίγραφο της αίτησης, το οποίο έκτοτε κατείχε, και με βάση αυτό προέβαινε στην κατάθεση των χρημάτων στη Γενική Τράπεζα που ήταν θεματοφύλακας του αμοιβαίου κεφαλαίου για τη συμμετοχή του στο αμοιβαίο.

Στη συνέχεια κατά το περιεχόμενο και τις δηλώσεις στην αίτηση εκδόθηκαν οι σχετικοί τίτλοι των αμοιβαίων κεφαλαίων, αποτέλεσαν δε οι όροι για τον ορισμό συνδικαιούχου και τα σχετικά δικαιώματα αυτού περιεχόμενο της συμβάσεως για την αγορά και συμμετοχή των συνδικαιούχων αυτών στα παραπάνω αμοιβαία κεφάλαια.

Από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος είχε υποβάλει και υπογράψει 11 συνολικά αιτήσεις για συμμετοχή σε αμοιβαία. Στα έντυπα στις επτά αιτήσεις έχει οριστεί ως συνδικαιούχος η πρώτη εναγομένη, σε μία αίτηση για ένα αμοιβαίο (αναπτ. Εταιριών) με ποσό 50.000.000 δρχ.

έχει οριστεί η Σ. Α. και στα υπόλοιπα δεν έχει οριστεί κανένας συνδικαιούχος, κατά συνέπεια ο προαναφερόμενος είχε σαφή επίγνωση του ορισμού από αυτόν συνδικαιούχου σε καθεμιά αίτησή του και αντίστοιχο τίτλο και για διαφορετικούς λόγους κάθε φορά όριζε συνδικαιούχο την πρώτη εναγομένη ή άλλο πρόσωπο ή δεν όριζε κανένα συνδικαιούχο, όπως στις τρεις περιπτώσεις του αμοιβαίου με τίτλο INTERAMERICAN Διαθεσίμων.

Ο παραπάνω πρόσθετος κατ' άρθρο 2 εδ. α Ν. 5638/1932 και 19 Ν. 1969/1991 όρος στις σχετικές αιτήσεις για την έκδοση αμοιβαίων κεφαλαίων είχε μεν περιληφθεί στο έντυπο των αιτήσεων από τη διαχειρίστρια των αμοιβαίων εταιρία με πρόβλεψη κενού για τη συμπλήρωση ονομάτων συνδικαιούχων, όχι όμως για να επιβληθεί στους αιτούντες από τη διαχειρίστρια η δήλωση συνδικαιούχων και ο όρος ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου από τους συνδικαιούχους τα δικαιώματα από τη συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλαια θα περιέρχονται αυτοδικαίως στους επιζώντες, μέχρι του τελευταίου, αλλά για να έχουν τη δυνατότητα και να διευκολυνθούν οι αιτούντες στη συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλαια στην περίπτωση που επιθυμούν και δηλώσουν ονόματα συνδικαιούχων και να επωφεληθούν γενικώς όλοι οι συνδικαιούχοι, μεταξύ των οποίων και οι αιτούντες , των πλεονεκτημάτων που παρέχονται στην περίπτωση αυτή από τον ίδιο Νόμο στο εδάφιο β υπεδ.

α του ίδιου άρθρου 2, ήτοι να περιέλθει η κατάθεση στους λοιπούς επιζώντες συνδικαιούχους ελεύθερη παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους, ωφέλεια που θα επιθυμεί καθένας των αρχικών συνδικαιούχων, δεδομένου μάλιστα ότι η διαχειρίστρια των αμοιβαίων εταιρία ουδέν συμφέρον έχει να οριστεί συνδικαιούχος ή τεθεί ο παραπάνω πρόσθετος όρος.

Στην κρινόμενη περίπτωση ο αποβιώσας-αιτών, με δική του πρωτοβουλία δήλωσε την πρώτη εναγομένη ως συνδικαιούχο στα παραπάνω αμοιβαία και δεν του επιβλήθηκε από τη διαχειρίστρια των αμοιβαίων ο όρος για τη συνδικαιούχο και την αυτοδίκαιη περιέλευση των σχετικών δικαιωμάτων στον επιζώντα συνδικαιούχο μετά το θάνατο ενός συνδικαιούχου, δεν χρειάστηκε διαπραγμάτευση για τον όρο αυτό γιατί από αυτόν η διαχειρίστρια δεν είχε κανένα συμφέρον να περιληφθεί ή όχι στην αίτηση, αλλά αφορούσε τον αιτούντα, αυτός έλαβε γνώση της έντυπης περικοπής της αίτησης για τα δικαιώματα της συνδικαιούχου, που έτσι και αλλιώς γνώριζε κατά τα παραπάνω, και δήλωσε την πρώτη εναγομένη ως συνδικαιούχο.

Εξ άλλου από καμία διάταξη νόμου δεν εξαρτάται το κύρος του δεύτερου ως άνω πρόσθετου όρου είτε από το ποιος συμβαλλόμενος είχε την πρωτοβουλία να τεθεί στην αίτηση και τη σύμβαση ο όρος αυτός, είτε από το κατά πόσο η σε έντυπο καταχωρισμένη αίτηση συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως, που ενδεχομένως η διαχειρίστρια του αμοιβαίου προμήθευσε στους ενδιαφερομένους, δεν περιείχε το δεύτερο πρόσθετο όρο, ώστε να χρειάζεται να αναγραφεί αυτός στην αίτηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων που τυχόν επιθυμούσαν να αποτελεί αυτός στοιχείο της συμβάσεως, ή από το κατά πόσο η έντυπη αίτηση περιείχε αυτόν τον όρο, ώστε να χρειάζεται να διαγραφεί αυτός από την αίτηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων που τυχόν δεν επιθυμούσαν να αποτελεί αυτός στοιχείο της συμβάσεως.

Με την προσθήκη του παραπάνω όρου στις αιτήσεις και τις συμβάσεις , ο όρος αυτός ήταν προς το συμφέρον του αιτούντος και του προσώπου που ο ίδιος όρισε συνδικαιούχο, με τον όρο αυτό δεν επήλθε κανένας περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη φύση της συμβάσεως και με τέτοιο τρόπο ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της, και εν τέλει ο όρος αυτός κατά το περιεχόμενο του στόχευε και το συμφέρον του ιδίου του αιτούντος, αφού σε οποιονδήποτε επιζώντα συνδικαιούχο, άρα και τον αιτούντα, θα περιέρχονταν τα σχετικά δικαιώματα από τα μερίδια των αμοιβαίων στην περίπτωση θανάτου κάποιου συνδικαιούχου.

Κατά συνέπεια οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγόντων στην αγωγή ότι ο όρος αυτός επιβλήθηκε από τη διαχειρίστρια, ο αιτών αγνοούσε τον όρο αυτό και τις συνέπειες του και δεν του υπεδείχθη η ύπαρξη του και ότι είναι πρόσθετος και όχι αναγκαίος είναι αβάσιμοι. Ομοίως είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός στην αγωγή ότι στην αίτηση δεν υπήρχε άλλη επεξήγηση του όρου ούτε αναγραφόταν το υπόλοιπο του άρθρου 2 και το άρθρο 3 Ν. 5638/32 ούτε βεβαιωνόταν στις αιτήσεις αυτές αν ο αιτών γνώριζε τους όρους της σύμβασης και μεταξύ αυτών και τον πρόσθετο όρο, αφού δεν είναι αναγκαίο κατά μόνο στην αίτηση να περιλαμβάνεται το κείμενο των διατάξεων αυτών, ούτε να βεβαιώνεται ότι ο αιτών γνωρίζει τον πρόσθετο όρο, ούτε χρειαζόταν άλλη επεξήγηση αφού τα αναγραφέντα κατά τα παραπάνω στις αιτήσεις για τον όρο αυτό ήταν αρκετά και απολύτως σαφή, ούτε με την ένταξη του όρου αυτού στις αιτήσεις υποκρύπτονται παγίδες για τους αιτούντες τη συμμετοχή τους στα αμοιβαία αφού στις αιτήσεις καθορίζεται σαφώς το περιεχόμενο του πρόσθετου όρου που αποτελεί στο έντυπο των αιτήσεων αντιγραφή του κειμένου του νόμου που τον προβλέπει.

Εξ' άλλου, αφού τα αντίγραφα των αιτήσεων αυτών παραδόθηκαν στον αιτούντα Μ. Κ. και αυτός δεν απέκρουσε τον παραπάνω πρόσθετο όρο όχι μόνο σε εύλογη προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή της αίτησης ή την παραλαβή του τίτλου του αμοιβαίου αλλά και παντελώς μέχρι το θάνατο του, συνάγεται εκ τούτου ότι αυτός και σιωπηρά ακόμη αποδέχτηκε τον πρόσθετο όρο, ο οποίος και έτσι απέκτησε συμβατική ισχύ ( πρβλ.

ΑΠ 113/2007). Ο προαναφερόμενος κατέχοντας τα αντίγραφα των αιτήσεων και τους τίτλους δεν μετέβαλε γνώμη μέχρι το θάνατο του ως προς την ύπαρξη συνδικαιούχου στους τίτλους του και δεν αντικατέστησε κανέναν τίτλο με άλλο στον οποίο να μην υπάρχει συνδικαιούχος, αλλά κατείχε και διατηρούσε αυτούς με την αναγραφή των παραπάνω συνδικαιούχων και με τον τεθέντα πρόσθετο όρο.

Κατόπιν όλων αυτών και των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης έκδοσης των παραπάνω τίτλων αμοιβαίων και των λοιπών ρητρών των σχετικών συμβάσεων, ο πρόσθετος όρος στις αιτήσεις είναι έγκυρος και δεν πάσχει από καμιά ακυρότητα, όλοι δε οι ισχυρισμοί των εναγόντων στο δικόγραφο της αγωγής και στην πρώτη βάση της με τους οποίους υποστηρίζεται ότι ο όρος αυτός είναι άκυρος ως καταχρηστικός κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Νόμου 2251/1994 είναι αβάσιμοι, συνακόλουθα το πρώτο αίτημα της αγωγής να αναγνωριστεί η ακυρότητα του πρόσθετου όρου και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες το αναφερόμενο ποσό των 60.700,80 ευρώ, άλλως 51.760,59 ευρώ άλλως 36.105,01 ευρώ είναι αβάσιμο κατ' ουσία.

Οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν με την αγωγή τους ότι ο πρόσθετος όρος είχε ως αποτέλεσμα ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβληθέντων, αιτούντος τη συμμετοχή στα αμοιβαία και της διαχειρίστρια εταιρίας, σε βάρος του αιτούντος. Εξ άλλου ο αιτών τη συμμετοχή στα αμοιβαία Μ.

Κ., και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν τελούσε σε καμιά πλάνη ως προς τη συνδικαιούχο πρώτη εναγομένη και τα δικαιώματα αυτής και γενικώς για τα δικαιώματα του επιζώντος συνδικαιούχου στην περίπτωση θανάτου ενός εξ αυτών, αλλά είχε επίγνωση της δήλωσης του και των συνεπειών αυτής. Κατά συνέπεια η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής ότι ο πρόσθετος όρος είναι άκυρος λόγω πλάνης ήταν αβάσιμη, συνακόλουθα αβάσιμο ήταν και το σχετικό αίτημα να ακυρωθεί ο όρος αυτός και να καταβάλει η πρώτη τα ίδια παραπάνω ποσά στις ενάγουσες.

Εξ άλλου η δήλωση του ιδίου στις αιτήσεις για ορισμό της πρώτης εναγομένης ως συνδικαιούχου έγινε από αυτόν σοβαρά και με πραγματική θέληση να είναι αυτή συνδικαιούχος με όλες τις κατά νόμο συνέπειες, και ειδικά στην περίπτωση που ο τίτλος δεν θα είχε εξαγοραστεί από αυτόν και υπήρχε κατά το θάνατο του, τα δικαιώματα από τη συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλαια να περιέρχονται αυτοδικαίως σ' αυτήν ως συνδικαιούχο, και δεν έγινε η δήλωση του αυτή εικονικά για άλλους λόγους, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες στην αγωγή και θα εκτεθεί εν συνεχεία, και αυτό ανεξάρτητα από την αοριστία του δικογράφου της αγωγής στο οποίο δεν εκτίθεται ότι οι συμβληθέντες Μ.

Κ. και η διαχειρίστρια του αμοιβαίου κεφαλαίου κάθε φορά τελούσαν σε γνώση του ότι η δήλωση του αιτούντος για τον πρόσθετο όρο δεν έγινε στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά. Κατά συνέπεια η σχετική δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής στην εικονικότητα ήταν αβάσιμη, ομοίως και το αίτημα να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση ήταν εικονική ως προς τον πρόσθετο όρο και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες είναι αβάσιμο.

Με τις παραπάνω συνθήκες η πρώτη εναγομένη είχε οριστεί ως συνδικαιούχος στους παραπάνω τίτλους με τον πρόσθετο όρο για αυτοδίκαιη περιέλευση στον επιζώντα των δικαιωμάτων από τη συμμετοχή σε καθένα των αμοιβαίων κεφαλαίων. Μετά από κάθε επένδυση σε καθένα των παραπάνω τίτλων, ο προαναφερόμενος ενημέρωνε την πρώτη εναγομένη ότι την όρισε συνδικαιούχο στο τίτλο και αυτή αποδεχόταν τον ορισμό αυτό.

Στον ορισμό αυτό προέβαινε ως δωρεά προς την αδελφή του, πρώτη εναγομένη, των μεριδίων των αμοιβαίων στην περίπτωση που αυτός θα είχε αποβιώσει και δεν θα είχε προηγουμένως εξαγοράσει ο ίδιος τους τίτλους, δεδομένου ότι- αυτός παρακολουθούσε ανελλιπώς την πορεία του Χρηματιστηρίου Αθηνών, τους τίτλους αμοιβαίων και τις μετοχές του, κρατούσε τα αμοιβαία και τις μετοχές αν υπήρχε κέρδος για αυτόν, και άλλα κεφάλαια τα διατηρούσε σε αμοιβαία διαθεσίμων κεφαλαίων που δεν είχαν τον κίνδυνο του Χρηματιστηρίου.

Η αδελφική σχέση μεταξύ τους και η ιδιαίτερη φροντίδα που είχε επιδείξει η πρώτη εναγομένη στον αδελφό της, αφού αυτός δεν είχε δημιουργήσει οικογένεια, το ότι διέμενε με την οικογένεια της για μεγάλο χρονικό διάστημα, δικαιολογούσε απολύτως τον ορισμό της πρώτης εναγομένης ως συνδικαιούχου στους τίτλους αμοιβαίων, ως δωρεά με την παραπάνω έννοια, ώστε το ποσό της αξίας των μεριδίων των αμοιβαίων στην περίπτωση που θα υπήρχαν κατά το θάνατο του, εφόσον θα είχε αυτός προαποβιώσει, να περιέλθουν στη συνδικαιούχο αδελφή του αυτοδικαίως.

Εξ άλλου η συνομολόγηση του όρου αυτού στην προκειμένη περίπτωση αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων συνάδει απολύτως προς τους σκοπούς που εξυπηρετούνται από τις καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό ως προς τους καταθέτες που τυχαίνει να είναι μεταξύ τους αδέλφια, εκ των οποίων ο αιτών τη συμμετοχή του στο αμοιβαίο είναι άγαμος χωρίς τέκνα ( πρβλ.

ΑΠ 855/2002). Τους τίτλους αυτούς, αφότου εκδόθηκαν κατείχε ο παραπάνω αγοραστής , χωρίς εν ζωή να παραδώσει κάποιον από αυτούς στη πρώτη εναγομένη αδελφή του για να ασκήσει κάποιο από τα δικαιώματα που είχε ως συνδικαιούχος, ούτε αυτή άσκησε κάποιο σχετικό δικαίωμα όσο ζούσε ο αδελφός της. Δεν αποδεικνύεται ότι ο ορισμός της εναγομένης ως συνδικαιούχου από τον παραπάνω αγοραστή στα αμοιβαία αυτά έγινε κατόπιν σύμβασης εντολής μεταξύ τους, συναφθείσας πριν την υποβολή των αιτήσεων, και ειδικά το πρώτο την 2-12-1996, με περιεχόμενο να αναλάβει η πρώτη εναγομένη να μοιράσει το ποσό του τίτλου που θα αγόραζε αυτός την επομένη ημέρα, αλλά και καθενός των τίτλων των αμοιβαίων που θα αγόραζε πιθανόν στο μέλλον, στους κληρονόμους του μετά το θάνατο του.

Όταν ο προαναφερόμενος την όριζε συνδικαιούχο σε καθένα των τίτλων αυτών δεν της είχε προηγουμένως αναθέσει ούτε της ανέθετε με άλλη σύμβαση μεταξύ τους συγκεκριμένη εντολή την οποία να εκτελέσει μετά το θάνατο του σε σχέση με τα μερίδια του και το ποσό εξαγοράς καθενός από τους τίτλους αυτούς, και ειδικότερα να μοιράσει αυτή σε καθένα των κληρονόμων του το ποσό του τίτλου ανάλογα με κάποιο ποσοστό, ούτε προκύπτει ότι την 2-12-1996 ή και μεταγενέστερα είχε γνωρίσει σ' αυτήν ποιοι θα ήταν οι κληρονόμοι του και ποιο το ποσοστό ή ποσό που θα ελάμβανε ο καθένας ούτε αν είχε ή θα συνέτασσε διαθήκη και με ποιο περιεχόμενο, δεδομένου μάλιστα ότι αυτός την 2-12-1996, αν και ήταν 84 ετών δεν είχε συντάξει καμιά διαθήκη, αλλά η παραπάνω δημοσιευθείσα ιδιόγραφη συντάχθηκε την 20-1-1998, ήτοι σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο από την 2-12-1996 που ισχυρίζονται οι ενάγοντες στο δικόγραφο ότι συνάφθηκε σύμβαση εντολής.

Ο προαναφερόμενος είχε ορίσει, εκτός από την πρώτη εναγομένη, και άλλα πρόσωπα ως συνδικαιούχους, σε άλλους τίτλους. Ειδικότερα είχε ορίσει την Ε. Α. - αδελφή του ως συνδικαιούχο στον 501325745402 κοινό τραπεζικό λογαριασμό που είχε ανοίξει με μεγάλο δικό του χρηματικό ποσό. Στο λογαριασμό αυτό κατατέθηκαν τα χρήματα από την εκποίηση των μετοχών των Μινωικών Γραμμών, που ανήκαν στην κυριότητα του προαναφερόμενου, εκποίηση που έγινε με έγγραφο πληρεξούσιο του λίγο πριν αποβιώσει και με τη ρητή εντολή να μοιραστεί το ποσό στις δύο αδελφές του και τα τέκνα της αδελφής του που είχε προαποβιώσει.

Επίσης είχε ορίσει την Σ. Α. - ανεψιά του, συνδικαιούχο σε τίτλο ρέπος ποσού 54.000.000 δραχμών, τίτλο τον οποίο αυτή κατείχε μετά τον θάνατο του, έχοντας περιέλθει σ' αυτήν αυτοδικαίως, ως επιζώσα συνδικαιούχο. Από το γεγονός ότι και σε άλλους τίτλους και καταθέσεις ο αποβιώσας είχε ορίσει και άλλα πρόσωπα ως συνδικαιούχους, συνάγεται ότι ο ορισμός αυτός δεν έγινε για να είναι καθένα των προσώπων αυτών εντολοδόχοι για να μοιράσουν ο καθένας στους λοιπούς κληρονόμους του αντίστοιχα, αλλά για να περιέλθουν σ' αυτούς ως συνδικαιούχους κατά κυριότητα οι τίτλοι και καταθέσεις και τα σχετικά ποσά κάθε τίτλου ή κατάθεσης προβαίνοντας με τον τρόπο αυτό σε αντίστοιχες δωρεές προς αυτούς των ποσών της αξίας των τίτλων και καταθέσεων, ποσά τα οποία θα περιέρχονταν σ' αυτούς οπωσδήποτε μετά το θάνατο του αυτοδικαίως, η δε ηλικία του των 84 ετών το 1996 και μεταγενέστερα δικαιολογούν απολύτως την τακτική αυτή του ορισμού συνδικαιούχου καθενός των παραπάνω προσώπων στους διάφορους τίτλους και καταθέσεις ώστε να λάβει ο καθένας τους με τον τρόπο αυτό το περιουσιακό στοιχείο που ήθελε ο δωρητής με αποφυγή των εν γένει διατυπώσεων της κληρονομικής διαδοχής.

Αν ο αποβιώσας είχε συνάψει την 2-12-1996 σύμβαση εντολής με την πρώτη εναγομένη ή ήθελε να είναι αυτή εκτελεστής της διαθήκης του, τότε θα το όριζε αυτό ρητά στη διαθήκη του που συνέταξε την 20-1-1998 γιατί αυτός με τις γνώσεις και την προσωπικότητα που είχε διαμορφώσει και έχοντας επίγνωση της μεγάλης περιουσίας και παρακολουθώντας τις επενδύσεις του δεν θα άφηνε ένα τέτοιο θέμα χωρίς να το ρυθμίσει με έγγραφο.

Αν ο αποβιώσασας ήθελε να είναι η πρώτη εναγομένη στην ουσία εκτελεστής της διαθήκης του σε σχέση με τους τίτλους των αμοιβαίων κεφαλαίων στους οποίους την είχε ορίσει συνδικαιούχο και είχε την 2-12-1996 συνάψει με αυτήν σύμβαση εντολής με το παραπάνω περιεχόμενο, τότε θα την είχε ορίσει ως δικαιούχο σε όλους τους τίτλους και στους τραπεζικούς λογαριασμούς του για να μοιράσει αυτή όλα τα περιουσιακά στοιχεία του και όχι μόνο επιλεκτικά σε κάποιους τίτλους.

Αν αυτός ήθελε το ποσό καθενός των τίτλων στους οποίους όρισε συνδικαιούχο την πρώτη εναγομένη να μοιραστεί μετά το θάνατό του κατ' ίσο μέρος στις δύο αδελφές του και τα τέκνα της προαποβιωσάσης αδελφής του, τότε θα είχε ορίσει και αυτούς ως συνδικαιούχους στους τίτλους αυτούς, όπως τους είχε ορίσει συνδικαιούχους στον με αριθμό 5753 007955 410 τραπεζικό λογαριασμό του στην Τράπεζα Πειραιώς, στον οποίο είχε ορίσει συγκεκριμένα την αδελφή του Ε.

Α., την αδελφή του πρώτη εναγομένη Α. Π. και τους δεύτερο και τέταρτη εναγόμενη αφού δεν προέκυψε ότι δεν τους είχε εμπιστοσύνη προς τούτο. Αν ήθελε ο προαναφερόμενος τα ποσά της αξίας των μεριδίων των παραπάνω αμοιβαίων να περιέλθουν στους κληρονόμους του, και όχι στη συνδικαιούχο που είχε ορίσει, τότε εν όψει του ότι γνώριζε σαφώς την έννοια του συνδικαιούχου και τον όρο της αυτοδίκαιης περιέλευσης των μεριδίων στον συνδικαιούχο σε περίπτωση προαποβιώσεώς του, δεν θα όριζε παντελώς συνδικαιούχο, αλλά θα ήταν αυτός ως μόνος δικαιούχος και οι κληρονόμοι του θα συνέτρεχαν στα μερίδια του αμοιβαίου κατά το νόμιμο ποσοστό ή το εκ διαθήκης ποσοστό αναλόγως.

Εξ άλλου , όταν ο Μ. Κ. επένδυε τα χρήματα του και αγόραζε αμοιβαία κεφάλαια, όπως τα προαναφερόμενα μερίδια, δεν το έκανε με σκοπό να μοιράσει από τότε και με τον τρόπο που ισχυρίζονται οι ενάγοντες την περιουσία του μετά θάνατο, αλλά για να αποκομίσει το μεγαλύτερο και ευκολότερο κέρδος μέσω του Χρηματιστηρίου την εποχή εκείνη και με το λιγότερο σχετικά δυνατό κίνδυνο που παρείχαν τα αμοιβαία σε σχέση με την αγορά μετοχών, πράγμα που προείχε στην οικονομική του δραστηριότητα, με την ευκαιρία δε των επενδύσεων αυτών όριζε, όταν ήθελε και στον τίτλο που ήθελε, ένα συνδικαιούχο, όπως και στους λογαριασμούς καταθέσεων με περισσότερους συνδικαιουχους, στον οποίο συνδικαιούχο να περιέλθουν οι τίτλοι και τα σχετικά μερίδια και καταθέσεις αυτοδικαίως στην περίπτωση που αυτός ως συνδικαιούχος αποβιώσει.

Από το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη δήλωσε στους ενάγοντες ότι είναι συνδικαιούχος των παραπάνω αμοιβαίων, δεν αποδεικνύεται ότι αυτή αναγνώρισε ότι τα μερίδια των αμοιβαίων δεν της ανήκουν, ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα και ότι πρέπει να τα μοιράσει με αυτούς και τους κληρονόμους που θα προκύψουν όταν δημοσιευθεί η διαθήκη, δεδομένου μάλιστα, και προεχόντως , ότι η πρώτη εναγομένη δεν είχε τότε νομική πληροφόρηση για τα δικά της δικαιώματα, και αυτά ειδικότερα που προέκυπταν από τις συμβάσεις για την αγορά των αμοιβαίων, σε αντίθεση με τους ενάγοντες.

Ομοίως από το γεγονός ότι η ίδια εναγομένη την 11-1-2000 από το ποσό των 28.069.032 δραχμών της εξαγοράς των μεριδίων των τίτλων των αμοιβαίων κεφαλαίων ΣΤΑΘΕΡΟ με αριθμούς 207090, 244013 και 336469 διέθεσε στους ανεψιούς της Ε. Β. (τέκνου της αδελφής της Ά. Β.), Χ. Δ. (υιό της ανεψιάς της Δ. Δ., τέκνου της αδελφής της, Ά. Β.), Γ. Μ. (σύζυγο της ανεψιάς της Μαρίας, τέκνου της αδελφής της Ά.

Β.) και Σ. Α. το ποσό των 9.356.345 δραχμών στους τρεις πρώτους και το ποσό των 9.356.345 δραχμών στην τελευταία, που αντιστοιχεί στα 2/3 του συνολικού ποσού, δεν συνάγεται ότι η πρώτη εναγομένη είχε εντολή να μοιράσει το ποσό της αξίας των τίτλων αυτών στους κληρονόμους του προαναφερομένου κατά τη διαθήκη του, αφού στις καταβολές αυτές προέβη ως δωρεά προς αυτούς και με απώτερο σκοπό να μη διαταραχθούν οι σχέσεις της με αυτούς λόγω του ότι οι ενάγοντες και τα τέκνα της αδελφής της Ά.

Β. που είχε αποβιώσει της ζητούσαν επίμονα να λάβουν τα 2/3 συνολικά από όλα τα αμοιβαία κεφάλαια στα οποία ήταν συνδικαιούχος, είχε δε την ευχέρεια της δωρεάς αυτής γιατί από την πώληση των μετοχών των Μινωικών Γραμμών που έγινε πριν αποβιώσει ο προαναφερόμενος είχε εισπράξει πολύ μεγάλο ποσό στην αναλογία της.

Ήδη δε η παραπάνω δωρεά έχει ανακληθεί από την πρώτη εναγομένη. Κατόπιν όλων των προαναφερομένων ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι είχε συναφθεί εντολή σε σχέση με τα παραπάνω τρία αμοιβαία κεφάλαια μεταξύ του αποβιώσαντος και της πρώτης εναγομένης με το αναφερόμενο στην αγωγή περιεχόμενο είναι παντελώς αβάσιμος.

Εξ άλλου αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός των εναγόντων στην αγωγή ότι είχε συναφθεί σύμβαση με το ίδιο περιεχόμενο και σκοπό τον περιορισμό του δικαιώματος της πρώτης εναγομένης να διαθέτει τα μερίδια αυτά κατά τη βούληση της, ο δε ισχυρισμός των εναγόντων και η τρίτη επικουρική βάση της αγωγής ότι είχε συναφθεί σύμβαση με το παραπάνω περιεχόμενο είναι αβάσιμος κατ' ουσία, συνακόλουθα είναι αβάσιμο και το σχετικό αίτημα της αγωγής να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα ίδια παραπάνω ποσά.

Κατά συνέπεια μετά το θάνατο του προαναφερόμενου και την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η δωρεά των μεριδίων προς την πρώτη εναγομένη, οι τίτλοι των παραπάνω αμοιβαίων κεφαλαίων και τα σχετικά μερίδια, στα οποία συνδικαιούχος ήταν η πρώτη εναγομένη, περιήλθαν αυτοδικαίως και νομίμως σ' αυτήν ως επιζώσα συνδικαιούχο κατά τις σχετικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν και το σχετικό όρο των σχετικών συμβάσεων που είχε δηλωθεί κατά τα παραπάνω στις αιτήσεις και είχε γίνει δεκτός από τη διαχειρίστρια των αμοιβαίων εταιρία, και δεν περιλαμβάνονταν οι τίτλοι αυτοί στην κληρονομιαία περιουσία.

Η πρώτη εναγομένη, στην συνέχεια, και αφού ήδη είχαν περιέλθει στα χέρια της οι τίτλοι των αμοιβαίων και έχοντας αποδεχθεί τη δωρεά αυτών, άσκησε τα δικαιώματα που είχε ως μοναδική δικαιούχος πλέον των παραπάνω τίτλων, και προέβη την 12-5-2000 σε εξαγορά των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων των δύο με τίτλο ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ με αριθμούς 021049, 020946 και του ενός με τίτλο ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ με αριθμό 090605, όπως περιγράφηκαν παραπάνω, και μεταφορά τους σε τίτλους αποκλειστικά στο όνομα της και των δύο τέκνων της, δεύτερου και πέμπτης των εναγομένων.

Η εναγομένη ως μόνη πλέον δικαιούχος των τίτλων είχε δικαίωμα να προβεί στην εξαγορά αυτή αφού μετά το θάνατο του αδελφού της τα δικαιώματα από τα αμοιβαία κεφάλαια περιήλθαν κατά τα παραπάνω αυτοδικαίως σ' αυτήν. Οι ενάγοντες δεν έχουν αποκτήσει κανένα δικαίωμα επί των μεριδίων των τίτλων αυτών και του ποσού της εξαγοράς τους ούτε ως κληρονόμοι του Μ.

Κ. ούτε με βάση σύμβαση εντολής που επικαλέστηκαν στην αγωγή τους, κατά συνέπεια το αίτημά τους προς την πρώτη εναγομένη να δώσει και σ' αυτές το 1/3 από το ποσό της αξίας των μεριδίων δεν εντάσσεται στα πλαίσια ασκήσεως νομίμου δικαιώματος αυτών και συναφούς οχλήσεως, το ίδιο δε ισχύει και για το υποβαλλόμενο με την αγωγή αίτημα.

Η εξαγορά αυτή και η άρνηση της εναγομένης στη συνέχεια να προβεί σε διανομή και στους ενάγοντες του ποσού που εισέπραξε δεν αντιβαίνει με τα παραπάνω περιστατικά και συνθήκες στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ούτε η άρνηση αυτή δημιουργεί δικαίωμα στους ενάγοντες με το χαρακτηρισμό στην αγωγή της άρνησης ως καταχρηστικής κατ' άρθρο 281 ΑΚ και ως παραβίασης με πρόθεση των χρηστών ηθών κατ' άρθρο 914 ΑΚ.

Εξ άλλου η ανάληψη του ποσού των χρημάτων από τον κοινό λογαριασμό από τον επιζώντα συνδικαιούχο στην περίπτωση που έχει τεθεί ο παραπάνω πρόσθετος όρος δεν αποτελεί αντικειμενικά παράβαση της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, ομοίως δεν αποτελεί τέτοια παράβαση η εν συνεχεία άρνηση καταβολής κάποιου ποσού σε κληρονόμο που θεωρεί ότι έχει θιγεί οικονομικά με τον ορισμό συνδικαιούχου με τον παραπάνω πρόσθετο όρο, ούτε αποτελεί η άρνηση αυτή παράβαση των χρηστών ηθών και το ποσό που ζητήθηκε ζημία η οποία προκλήθηκε με πρόθεση κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ.

Συνακόλουθα δεν υπέστησαν οι ενάγοντες καμιά ηθική βλάβη από πράξη ή παράλειψη της πρώτης εναγομένης και δεν δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι είχε συναφθεί σύμβαση εντολής μεταξύ του Μ. Κ. και της πρώτης εναγομένης για να οριστεί αυτή ως συνδικαιούχος στους τίτλους των αμοιβαίων κεφαλαίων και να μοιράσει μετά το θάνατο του πρώτου τα ποσά των μεριδίων, ότι η πρώτη εναγομένη με τη μεταφορά των μεριδίων σε λογαριασμό δικό της και των τέκνων της και την άρνηση της να μοιράσει τα ποσά που αναλογούσαν παραβίασε με πρόσθεση τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, προκάλεσε ζημία στους ενάγοντες κατά το ποσοστό που τους αναλογεί ως εξ διαθήκης κληρονόμοι του προαναφερόμενου, ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη και δικαιούνταν εύλογη χρηματική ικανοποίηση και δέχτηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία εν μέρει κατά της πρώτης εναγομένης ως προς την επικουρική βάση στη παράβαση του άρθρου 919 ΑΚ, εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι εφέσεως της πρώτης εναγομένης είναι βάσιμοι.

Συνακόλουθα είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της εφέσεως των εναγόντων με τους οποίους παραπονούνται ότι η εκκαλούμενη εσφαλμένα υπολόγισε την αποζημίωση στο χρόνο άσκησης της αγωγής και αναγνώρισε μόνο το ποσό των 2000 ευρώ στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση. Κατόπιν αυτών, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων της εφέσεως της εναγομένης οι οποίοι εκτιμώνται ως πραγματικοί ισχυρισμοί της εκκαλούσας - εναγομένης, παραδεκτά προβληθέντες κατ' άρθρα 269 και 527 Κ.Πολ.Δικ η έφεση της με αριθμό καταθ. 1072/2005 πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσία να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος που δέχτηκε εν μέρει την σωρευόμενη αγωγή κατά της πρώτης εναγομένης κατά την τελευταία επικουρική βάση αυτής στην πρόκληση ζημίας κατά παράβαση του άρθρου 919 Κ.Πολ.Δ, σε σχέση με την αξίωση αποζημίωσης για τα αμοιβαία κεφάλαια και τη συναφή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και υποχρέωσε αυτήν αφενός μεν να καταβάλει στους ενάγοντες ως αποζημίωση το ποσό των 36.105,010 ευρώ αφετέρου αναγνώρισε ότι αυτή οφείλει στους ενάγοντες το ποσό των 2.000 σε καθένα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η αγωγή, η οποία είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932 , 341, 345, 346 140, 141, 177, 178, 179 ΑΚ, 176, 70 Κ.Πολ.Δ και ν. 2251/94 κατ' ουσία κατά την παραπάνω βάση και αιτήματα και να απορριφθεί κατ' αυτά ως αβάσιμη κατ' ουσία, να καταδικασθούν δε οι ενάγοντες -εφεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της εναγομένης - εκκαλούσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό....

Αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος της εφέσεως των εναγόντων, η έφεση αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της κατ' ουσία ". Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 713 του Α.Κ., ήτοι αν υπήρχε ή όχι σύμβαση εντολής μεταξύ του Μ.

Κ., δικαιούχου των αμοιβαίων κεφαλαίων και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων Α. Π., συνδικαιούχου, δυνάμει της οποίας η τελευταία όφειλε μετά τον θάνατο του εντολέως Μ. Κ. να ρευστοποιήσει τα αμοιβαία κεφάλαια και να διανείμει το προϊόν τους, κατ' ίσον μέρος, στις τρεις αδελφές του εντολέως, δηλαδή στην ίδια, την Ε.

Α. και τα τέκνα της προαποβιωσάσης αδελφής τους Άννας, δηλαδή στους αναιρεσείοντες. Το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση τέτοιας σύμβασης και ότι επιθυμία του Μ. Κ. ήταν να περιέλθουν μετά το θάνατό του οι τίτλοι των αμοιβαίων κεφαλαίων και το προϊόν τους αποκλειστικά στην αδελφή του και συνδικαιούχο Α.

Π., θέτοντας προς τούτο στις σχετικές αιτήσεις για την συμμετοχή στα αμοιβαία κεφάλαια τον όρο ότι σε περίπτωση θανάτου κάποιου εκ των συνδικαιούχων αυτά θα περιέρχονται αυτοδικαίως στον επιζώντα συνδικαιούχο, τελώντας εν πλήρη γνώση ενόψει και της ιδιότητάς του ως συνταξιούχου τραπεζικού υπαλλήλου, της σημασίας και των συνεπειών του σχετικού όρου.

Στις παραδοχές του δεν εμφιλοχώρησαν αντιφάσεις και συγκεκριμένα οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο. Ειδικότερα : α ) η παραδοχή ότι η βούληση του διαθέτη Μ. Κ., όπως εκφράσθηκε στην από 20-1-1998 διαθήκη του, ήταν να λάβει κάθε αδελφή του το 1/3 της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, πλην ενός διαμερίσματος που άφησε στον ανεψιό του Φ.

Γ. και ότι κατά τον χρόνο του θανάτου του, χρόνο επαγωγής της κληρονομίας, στα αντικείμενα που κατείχε ανευρέθηκαν και τα έξι αμοιβαία κεφάλαια, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι από τα έξι αμοιβαία κεφάλαια τα επίδικα τρία πρέπει να παραμείνουν στην περιουσία της συνδικαιούχου πρώτης των αναιρεσιβλήτων και να μη διανεμηθούν τα χρήματα που προήλθαν από τη ρευστοποίησή τους, με την αναλογία του 1/3 σε κάθε μερίδα αδελφής, σε αντίθεση με τα τρία πρώτα που διανεμήθηκαν, καθόσον το Εφετείο δέχεται ότι κατά τη βούληση του Μ.

Κ. και τον σχετικό όρο που είχε τεθεί στις αιτήσεις συμμετοχής στα αμοιβαία κεφάλαια μετά τον θάνατό του η αναιρεσίβλητη Α. Π. κατέστη αυτοδικαίως αποκλειστική δικαιούχος των αμοιβαίων κεφαλαίων και των χρημάτων από τη ρευστοποίησή τους και ότι η διανομή από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων του προϊόντος από τη ρευστοποίηση των πρώτων τριών τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων δεν έγινε σε εκτέλεση εντολής του Μ.

Κ., αλλά με πρόθεση δωρεάς προς τις αδελφές της και τους κληρονόμους τους, την οποία δωρεά έχει ήδη ανακαλέσει, β ) Η παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε σύμβαση εντολής για την εκ μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων διανομή των χρημάτων από τη ρευστοποίηση των επιδίκων τριών αμοιβαίων κεφαλαίων, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι η εκ των αδελφών Ε.

Α., συνδικαιούχος σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό με τον Μ. Κ., διένειμε τα χρήματα που έλαβε από την ρευστοποίηση μετοχών και κατέβαλε στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων το 1/3, διότι το Εφετείο δέχεται ότι η εκποίηση των μετοχών έγινε με έγγραφο πληρεξούσιο του Μ. Κ., λίγο πριν τον θάνατό του και με τη ρητή εντολή να διανεμηθούν τα χρήματα εξ ίσου στις τρεις αδελφές, γ ) δεν υπάρχει καμία αντίφαση στις παραδοχές του Εφετείου ότι "η πρώτη εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη δήλωσε μεν στις ενάγουσες ότι είναι συνδικαιούχος των αμοιβαίων κεφαλαίων, όταν καταγράφονταν τα περιουσιακά στοιχεία του Μ.

Κ., πλην προέβη στη δήλωση αυτή γιατί δεν είχε νομική πληροφόρηση για τα δικά της δικαιώματα και ότι δεν υπήρχε εντολή του διαθέτη προς αυτήν για να μοιράσει το ποσό που προήλθε από την ρευστοποίηση και των επιδίκων τριών αμοιβαίων κεφαλαίων". Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος υπό στοιχ. α, β' και δ' από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Οι αναφερόμενος στο αναιρετήριο ως αντιφατικές αιτιολογίες υπό στοιχ. ε' " Το Εφετείο αντιφάσκει δεχόμενο ότι ο διαθέτης όριζε συνδικαιούχους, ώστε να λάβει ο καθένας με τον τρόπο αυτό το περιουσιακό στοιχείο που ήθελε ο δωρητής και να αποφύγει τις διατυπώσεις της κληρονομικής διαδοχής, ενώ στη συνέχεια υποστηρίζει ότι αν ήθελε ο διαθέτης να περιέλθουν τα αμοιβαία κεφάλαια στους κληρονόμους του δεν θα όριζε συνδικαιούχο, αλλά θα ήταν μόνον αυτός δικαιούχος και οι κληρονόμοι θα συνέτρεχαν στα μερίδια του αμοιβαίου ", υπό στοιχ.

στ' " ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η διαθήκη του Μ. Κ. έγινε στις 20-1-1998, όπου εκφράσθηκε η βούλησή του για αν περιέλθει η κινητή και η ακίνητη περιουσία του στις δύο αδελφές του κατά το ποσοστό του 1/3 σε κάθε μια και στα τέκνα της προαποβιωσάσης άλλης αδελφής του, κατά το 1/3 και ότι τα επίδικα ομόλογα αγοράσθηκαν το έτος 1999, δηλ.

σε χρόνο μεταγενέστερο της συντάξεως της διαθήκης του, και ότι τους τίτλους αυτούς κατείχε ο αγοραστής μέχρι του θανάτου του, χωρίς να παραδώσει αυτούς στην αδελφή του ( πρώτη εναγομένη ), δέχεται στη συνέχεια ότι δεν υπήρχε εντολή για τη διανομή του ποσού των τίτλων αυτών στον καθένα των κληρονόμων του, με την πρόσθετη αιτιολογία ότι αν υπήρχε τέτοια εντολή θα το όριζε στη διαθήκη του, πράγμα, όμως, που δεν μπορούσε να συμβεί, διότι τα επίδικα ομόλογα αγοράσθηκαν μετά τη σύνταξη της διαθήκης ", δεν αποτελούν παραδοχές της αποφάσεως με βάση τις οποίες διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν είναι δεκτικά αναιρετικού ελέγχου, εφόσον διατυπώνεται με σαφήνεια το πόρισμα του δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε η βάση της αγωγής ότι ο ορισμός από τον Μ.

Κ. της εναγομένης Α. Π. ως συνδικαιούχου στα αμοιβαία κεφάλαια έγινε κατόπιν σύμβασης εντολής μεταξύ τους, που καταρτίστηκε πριν από την υποβολή των αιτήσεων για την αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων, την 2-12-1996, με περιεχόμενο να αναλάβει η εναγομένη να μοιράσει το ποσό του τίτλου που θα αγόραζε αυτός την επομένη ημέρα, αλλά και καθενός των τίτλων των αμοιβαίων κεφαλαίων που θα αγόραζε στο μέλλον, στους κληρονόμους του μετά τον θάνατό του.

Επομένως, κατά το μέρος αυτό ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος κατά την υπό στοιχ. γ' αιτίαση ότι " το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η πρώτη εναγομένη από την εξαγορά των τριών πρώτων μη επιδίκων αμοιβαίων κεφαλαίων κατέθεσε στους αναιρεσείοντες το 1/3 και στην κόρη της αδελφής της Ε. επίσης 1/3, δεν δέχεται την ύπαρξη εντολής για διανομή του ποσού αυτού, αλλά ότι προέβη στις εν λόγω καταβολές λόγω δωρεάς, δικαιολογώντας έτσι την μη ύπαρξη εντολής και για τα επίδικα άλλα τρία αμοιβαία κεφάλαια", είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της θεμελιώσεώς του στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ).

Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να απορρίψει με βάση τις ανωτέρω παραδοχές ως αβάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής ότι η συμπεριφορά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων είναι καταχρηστική και αντίθετη στα χρηστά ήθη, για το λόγο ότι ενώ εισέπραξε ως κληρονόμος το μερίδιό της από κληρονομιαία στοιχεία του Μ. Κ.

και διένειμε στους λοιπούς κληρονόμους το μερίδιό τους από την ρευστοποίηση των τριών πρώτων αμοιβαίων κεφαλαίων στα οποία είχε ορισθεί συνδικαιούχος, αρνήθηκε να διανείμει και τα χρήματα που εισέπραξε από τα επίδικα τρία αμοιβαία κεφάλαια, δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 919 του Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου και ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Τέλος, το Εφετείο με το να δεχθεί με βάση τις παρατιθέμενες στην απόφασή του ως άνω αιτιολογίες ότι ο ορισμός από τον Μ. Κ. της πρώτης αναιρεσίβλητης ως συνδικαιούχου των αμοιβαίων κεφαλαίων και ο τεθείς από τον ίδιο όρος στις αιτήσεις αγοράς ότι μετά τον θάνατο ενός εκ των συνδικαιούχων οι τίτλοι και το προϊόν εξαγοράς τους θα περιέρχεται αυτοδικαίως στον άλλο συνδικαιούχο και άρα επί προαποβιώσεώς του στην πρώτη αναιρεσίβλητη, γεγονός που ο Κ.ς της γνωστοποιούσε κάθε φορά και εκείνη το αποδεχόταν, αποτελούσε δωρεά την οποία αποδέχθηκε η εν λόγω αναιρεσίβλητη, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την περί δωρεάς διάταξη του άρθρου 496 Α.Κ.

και ο περί του αντιθέτου τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Όπως σαφώς συνάγεται από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. β` ΚΠολΔ, οι αποδείξεις που παρά τον νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένα τέτοιος (ουσιώδης) ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' του ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος κρίσιμα για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί καταρτίσεως συμβάσεως εντολής μεταξύ του Μ.

Κ. και της πρώτης αναιρεσίβλητης έγγραφα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη : α) το από 2-11-199 σημείωμα - κατάσταση περί των στοιχείων που είχε εις χείρας του ο Κ.ς, όπου αναγράφονται τα περιουσιακά στοιχεία ( μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια κ.λ.π. ), ως κοινή περιουσία στην οποία μετέχουν όλοι από κοινού, το οποίο έγγραφο υπογράφεται και από την πρώτη των εναγομένων και αναφέρονται σ' αυτό και τα επίδικα αμοιβαία κεφάλαια και μάλιστα ένα από αυτά δια χειρός της άνω αναιρεσίβλητης, β ) την από 12-11-1999 δήλωση-εντολή των κληρονόμων Μ.

Κ., μεταξύ των οποίων και η πρώτη των εναγομένων, όπου σημειώνονται : " 1. να πουληθούν όλες οι μετοχές σήμερα, 2. Να μπούν όλα τα χρήματα, ομόλογα και λογαριασμοί πάσης φύσεως στο λογαριασμό Λ. και Σ." και γ ) την από 10-1-2000 έγγραφη απόδειξη λήψεως ποσού 300.000 δρχ. από την πρώτη αναιρεσίβλητη, όπου ομολογεί ότι έλαβε από την Σ.

Α. το ποσό αυτό, ως αναλογία του 1/3 από την κατάθεση στη ΧΙΟΣ ΜΑΝΚ 900.000 δρχ, σε κοινό λογαριασμό Μ. Κ.ς-Α.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι τα εν λόγω έγγραφα ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, μάλιστα τα δύο πρώτα μνημονεύονται ρητά στην απόφαση, ενώ η λήψη υπόψη του τρίτου προκύπτει από την αναφορά του Εφετείου σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό Κ.- Ε.Α., στον οποίο κατατέθηκαν τα χρήματα από την εκποίηση μετοχών με βάση έγγραφο πληρεξούσιο του Κ.

και με ρητή εντολή να διανεμηθούν στις δύο αδελφές του ( άρα και στην αναιρεσίβλητη ) και στα παιδιά της αδελφής του Ά. Β..

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε διαπίστωση διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστή, καθώς και όταν σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων σ' αυτό τριών εγγράφων, από τα οποία προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη τα χρήματα που εισέπραξε από την εξαγορά των τριών πρώτων αμοιβαίων κεφαλαίων, στα οποία είχε ορισθεί συνδικαιούχος, διένειμε, κατ' ίσο μέρος, στους κληρονόμους του Μ.

Κ. , δεχόμενο ότι από τη διανομή αυτή δεν συνάγεται ότι η αναιρεσίβλητη είχε εντολή να μοιράσει το ποσό της αξίας των τίτλων αυτών στους κληρονόμους, αφού στις καταβολές αυτές προέβη λόγω δωρεάς προς αυτούς και με απώτερο σκοπό να μη διαταραχθούν οι σχέσεις τους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε παραμόρφωση ( εσφαλμένη ανάγνωση ) από το Εφετείο των εγγράφων, αφού, όπως συνομολογούν οι αναιρεσείοντες, δεν μνημονεύεται σ' αυτά ως αιτία καταβολής η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες σύμβαση εντολής, ώστε δεχόμενο το αντίθετο το Εφετείο να υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αλλά πρόκειται για εσφαλμένη εκτίμηση της μη διαλαμβανόμενης στα έγγραφα αιτίας καταβολής, η οποία δεν ιδρύει τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας των ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2009 αίτηση των 1 )Δ.-Α. συζ. Γ.ίου Δ., 2 ) Μ. συζ. Γ. Μ. και 3 ) Ε. Β., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 352//2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ( 1.800 ) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Iουνίου 2011 και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2011.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ