Supreme Court dismisses appeal against eviction order regarding expired government lease of public property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's eviction order regarding a public property lease. The State argued the lease was valid for twelve years under specific laws, but the Court found the lease had expired in 1998 without renewal. Consequently, the Court ruled the State's legal arguments were unfounded and rejected the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 290, 291 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a government lease expiring without renewal is terminated, and the State cannot claim a twelve-year validity period for leases concluded before the relevant statutory amendments took effect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1162 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1162/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Μπάνο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., κατοίκου..., 4) Φ1 του Θ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Δερματάκη και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Χ1 χήρας Θ1, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6) Φ2, το γένος Θ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Δερματάκη και κατέθεσε προτάσεις, 7) Χ2, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 8) Φ3 του Θ1, 9) Φ4 του Θ1, 10) ..., 11) ..., 12) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Δερματάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3091/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8018/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/2/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο δήλωσε ότι οι 5η ... και 7ος ... εξ αυτών απεβίωσαν, η μεν Χ1, στις 14/6/2005 σύμφωνα με το υπ' αριθμό ... ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου, ο δε Χ2 στις 13/9/2004 σύμφωνα με το από .... ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου, και την δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτών, Φ1 του Θ1, Φ2 το γένος Θ1, Φ3 του Θ1, Φ4 του Θ1 (ήτοι 4ος, 6η, 8η και 9ος των ως άνω αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα).
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 24/3/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Πλαστήρα Αναστασάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του (μόνου) λόγου αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης νομίμως φέρεται προς συζήτηση, μετά τη διακοπή της δίκης την επειθούσα λόγω θανάτου των πέμπτης και εβδόμου εκ των αρχικώς αναιρεσιβλήτων Χ1 και Χ2 και τη νόμιμη επανάληψη αυτής, κατά τα άρθρα 286 εδ. α, 287, 290, 291 ΚΠολΔ, μεταξύ του αναιρεσείοντος και των τετάρτου, έκτης, ογδόης και ενάτου των νυν αναιρεσιβλήτων ..., ...,...και ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των ως άνω θανόντων αρχικώς αναιρεσιβλήτων, χωρίς να προβάλλεται αντίρρηση, από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενοι από τη δικηγόρο τους Σοφία Δερματάκη, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Αναγνωστόπουλου. Με το άρθρο 41 παρ. 17 του ν. 2648/1998 ορίζονται τα εξής: α) Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του π.δ. 19/19-11-1932 αντικαθίσταται ως εξής: "1) Στις μισθώσεις ακινήτων για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών ή άλλη δημόσια χρήση εφαρμόζονται ως προς τη διάρκεια της μίσθωσης, την αναπροσαρμογή του μισθώματος και την καταγγελία της σύμβασης από τον εκμισθωτή λόγω ιδιόχρησης ή ανοικοδόμησης του ακινήτου οι διατάξεις του π.δ. 34/1995 όπως ισχύουν", β) Στην παράγραφο 3 του άρθρου 29 του π.δ./τος 19/19-11-1932 προστίθενται εδάφια, που έχουν ως εξής: "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται παράταση για μία μόνο φορά της μίσθωσης χωρίς τη διεξαγωγή δημοπρασίας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνεται τούτο απολύτως αναγκαίο και δικαιολογείται επαρκώς από τη στεγαζόμενη υπηρεσία.
Η παράταση αυτή γίνεται με απλή δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών που κοινοποιείται τον εκμισθωτή τρεις τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη της ισχύουσας μίσθωσης, το δε μίσθωμα αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του π.δ. 34/1995 όπως αυτές ισχύουν". γ) Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης β αυτής της παραγράφου, εφαρμόζονται μόνο σε μισθώσεις που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η νέα ρύθμιση, με την οποία οι μισθώσεις για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών υπάγονται στο καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/1995, αφορά μισθώσεις, που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 2648/1998 που αρχίζει από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που έγινε στις 22-10-1998.
Τούτο μάλιστα συνάγεται από το συνδυασμό των εδαφίων β και γ της νέας ρύθμισης, τα οποία εισάγουν μεταβατική ρύθμιση, που αφορά τις υφιστάμενες μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2648/1998, η θέσπιση των οποίων σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είχε νόημα κατά το περί τούτου εξαγόμενο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα (ΑΠ 342/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε τα εξής: Δυνάμει του από 26-3-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού οι ενάγοντες εκμίσθωσαν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον αναπληρωτή Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, τμήμα του πρώτου ορόφου και συγκεκριμένα τους χώρους Α1, Α2, Α3, Α4 και Α6 ενός ακινήτου, που βρίσκεται στην ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την κατ' επέκταση στέγαση μερικών υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας.
Η μίσθωση αυτή έγινε χωρίς μειοδοτική δημοπρασία (άρθρο 10 παρ. 2 του π.δ. 19/19-11-1932), σύμφωνα με το από 18-1-1996 πρακτικό επιτροπής στέγασης δημοσίων υπηρεσιών σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ... εγκριτική της μισθώσεως απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Αθηνών, διέπεται δε ως προς τους όρους της, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, από τις διατάξεις του προαναφερθέντος π.δ/τος, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 34 του Εισαγωγικού αυτού Νόμου.
Η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε για το χρονικό διάστημα από την ημέρα παραλαβής του μισθίου που έγινε στις 16-4-1996 (βλ. το από 16-4-1996 πρωτόκολλο παραδόσεως-παραλαβής) μέχρι 27-12-1998. Μετά την πάροδο του ως άνω συμφωνημένου χρόνου, η μίσθωση έληξε, εφόσον δεν τηρήθηκαν εκ μέρους του εναγομένου οι διατυπώσεις νόμιμης παράτασης αυτής, το εναγόμενο όμως εξακολούθησε να παραμένει στην χρήση και την κατοχή του μισθίου, οπότε η μίσθωση θεωρείται κατά νομικό πλάσμα ότι παρατάθηκε σιωπηρά, εφόσον οι ενάγοντες εκμισθωτές δεν εναντιώθηκαν στη χρησιμοποίηση αυτή (άρθρο 28 παρ. 2 του ως άνω π.δ/τος 19/19-11-1932).
Ήδη όμως οι τελευταίοι εναντιώθηκαν με την άσκηση της ένδικης αγωγής, που επιδόθηκε στον Υπουργό των Οικονομικών στις 17-3-2004 ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς βάσιμα οι ενάγοντες ζητούν την απόδοση του μισθίου, αφού η ένδικη μίσθωση έχει λήξει με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η ένδικη μίσθωση, καταληφθείσα από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 41 παρ. 17 του ν. 2648/1998 και διεπόμενη πλέον από τις διατάξεις του π.δ/τος 34/1995, ισχύει επί δωδεκαετία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ανωτέρω π.δ/τος όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2741/1999, ως υφιστάμενη κατά την έναρξη ισχύος του τελευταίου αυτού νόμου (28-9-1999), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε η ένδικη μίσθωση συναφθείσα πριν από την ισχύ του νόμου 2648/1998 δεν καταλαμβάνεται από την ρύθμιση του άρθρου 41 παρ. 17 αυτού. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη πιο πάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (μόνος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 6-2-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 8018/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ