Legislator Case Law & Legislation
1162/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract classification and procedural grounds.

Case Number 1162/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a labor contract dispute. The appellant argued that the court erred in finding a dependent employment relationship and misinterpreted invoices, but the court rejected these claims. The court ruled that the lower court correctly assessed the facts and that the appellant's arguments regarding procedural errors were inadmissible or lacked merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; A dependent employment contract exists when the worker is subject to legal and personal dependence regarding the employer's instructions and supervision, regardless of payment method, and the court's assessment of factual evidence is not subject to appellate review unless a diagnostic reading error occurred.

Keywords

AI generated
dependent employment contract independent services contract legal dependence personal dependence appellate review limits diagnostic reading error procedural inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1162 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1162/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) της υπό εκκαθάριση τελούσας Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "..... Ο.Ε.", που εδρεύει στην Πεύκη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ψ2, ατομικώς και υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου και ομορρύθμου εταίρου της ως άνω εταιρείας, ο οποίος παραστάθηκε και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιό του, τον δικηγόρο Πλάτωνα Τσουλούφα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2514/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 8245/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 18-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου με το στοιχείο (α) της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943,

που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ.Ν.Α.Κ.) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεως του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ.

ΑΠ 28/2005 ΑΠ 33/2007). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα εξής : Η πρώτη εναγομένη - αναιρεσίβλητη εταιρία συστήθηκε το έτος 1991, είχε ως αντικείμενο την άντληση και έκχυση σκυροδέματος σε διάφορα έργα στην Αττική και την επαρχία και εκμεταλλεύονταν το .....

ειδικό μηχάνημα. Στη συνέχεια η εταιρία αυτή, της οποία ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ήταν ομόρρυθμος εταίρος, τέθηκε υπό εκκαθάριση. Έτσι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος λειτούργησε στην......Αχαΐας ατομική επιχείρηση αντλήσεως και εκχύσεως σκυροδέματος, εκμεταλλευόμενος το ...... ειδικό μηχάνημα, το οποίο αγόρασε το έτος 1998 και άρχισε την εκμετάλλευσή του στις αρχές Ιανουαρίου 1999.

Ο αναιρεσείων από το έτος 1999 ήταν ελεύθερος επαγγελματίας, ασφαλισμένος στο ΤΕΒΕ, χειριστής μηχανημάτων αντλήσεως και εκχύσεως μπετόν. Το Μάιο του 1999 συνήψε με το δεύτερο αναιρεσίβλητο σύμβαση απασχόλησης ως χειριστής του ..... μηχανήματος. Η αμοιβή του συμφωνήθηκε κατ' αποκοπή για κάθε κυβικό μέτρο μπετόν, όταν υπήρχε έργο στο Νομό Αττικής ή στην επαρχία, εργαζόμενος όχι καθημερινά και με πλήρες ωράριο.

Τον Ιούνιο του έτους 1999 η συνεργασία του αναιρεσείοντος με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο διεκόπη, γιατί ο αναιρεσείων αρνήθηκε να εκδώσει τα κατά τη συμφωνία τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Για το διάστημα αυτό ο αναιρεσείων αμείβονταν με αποδείξεις πληρωμής έναντι τιμολογίων, τα οποία τελικά δεν εξέδωσε.

Το Δεκέμβριο του 1999 ο αναιρεσείων συνεργάστηκε με το δεύτερο αναιρεσίβλητο τρείς (3) φορές και αμείφθηκε με αποδείξεις πληρωμής έναντι τιμολογίου. Από τον Ιανουάριο μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 1999 το ως άνω μηχάνημα χειρίζονταν άλλοι χειριστές, όπως προκύπτει από τα σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών.

Στις αρχές του έτους 2000 ο αναιρεσείων ζήτησε από το δεύτερο αναιρεσίβλητο νέα συνεργασία, διότι είχε στη διάθεσή του, ως ελεύθερος επαγγελματίας, θεωρημένα βιβλία και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών από τη ΔΟΥ Νέας Φιλαδέλφειας. Η συνεργασία συνεχίστηκε με τη μορφή της συμβάσεως προσοδοφόρου πράγματος και ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εκμίσθωσε στον αναιρεσείοντα το ως άνω μηχάνημα.

Αυτή (συνεργασία) τα διάδικα μέρη προσδιόρισαν ως σύμβαση έργου με την υποχρέωση του αναιρεσείοντος- μισθωτή να παραδίδει στον αναιρεσίβλητο το ποσό του 1,5 ευρώ, για κάθε κυβικό μέτρο σκυροδέματος και να εκδίδει δελτία παροχής υπηρεσιών. Με τη σύμβαση αυτή ο αναιρεσείων ανέλαβε το χειρισμό της αντλίας, εργαζόμενος όχι συνεχώς, χωρίς συγκεκριμένο ωράριο, αλλά μόνο όσες ώρες απαιτούσε η κάθε εργασία έκχυσης σκυροδέματος, με αμοιβή, κατ' αποκοπή, ανά κυβικό μέτρο, θα κατέβαλε τις δαπάνες κινήσεως του μηχανήματος (πετρέλαιο - συντήρηση) και είχε τη δυνατότητα να προσφέρει τις υπηρεσίες του, παραδίδοντας σκυρόδεμα, όχι μόνο σε πελάτες του αναιρεσιβλήτου, αλλά και σε άλλους πελάτες, τις ώρες που δεν απασχολούνταν σε έργα του αναιρεσιβλήτου.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία δεν κατήρτισε με τον αναιρεσείοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι αυτή ήταν υπό εκκαθάριση και απέρριψε την αγωγή ως προς αυτή, ως παθητικά ανομιμοποίητη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η συνδέουσα τον αναιρεσείοντα με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο σχέση είναι αυτή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και μισθώσεως προσοδοφόρου πράγματος και όχι της εξαρτημένης εργασίας, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, η κατά τις παραδοχές του Εφετείου σύναψη διαδοχικών συμβάσεων, η πληρωμή του αναιρεσείοντος με δελτίο παροχής υπηρεσιών, η μη υποχρέωση να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο, η μη εξάρτηση του ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας του, ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως από τους διαδίκους από 20.7.2001 ως συμβάσεως έργου, με την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο 1,5 ευρώ για κάθε κυβικό μέτρο σκυροδέματος, ως αντάλλαγμα για την εκμετάλλευση του μηχανήματος και η δυνατότητα του να επιλέγει και δικούς του πελάτες, προσιδιάζει σε σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών από το Μάιο του έτους 1999 έως στις 20.7.2001 και προσοδοφόρου πράγματος για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη της μεταξύ τους συνεργασίας.

Επομένως ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, με τα στοιχεία (α), (β), (γ), (δ) και (ε) με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.-

ΙΙ.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β και γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά την έννοια του τρίτου εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.

Με τους με στοιχείο (α) του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. β ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 /30.11.1999, αλλά μόνο σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών για το μήνα Δεκέμβριο του ιδίου έτους, έλαβε υπόψη τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών άλλων χειριστών του μηχανήματος αντλήσεως και εκχύσεως σκυροδέματος, ως και τρεις αποδείξεις πληρωμής του αναιρεσείοντος έναντι τιμολογίου του μηνός Δεκεμβρίου 1999, τα οποία (έγγραφα) οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους στο Εφετείο.

Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, ως προς την ανωτέρω παραδοχή της στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται και ιδίως στη σύμβαση που καταρτίστηκε, καθώς και σε μάρτυρες και άλλα έγγραφα που προσκομίστηκαν νομίμως. Επομένως ο λόγος αυτός πέραν της αοριστίας του από το γεγονός ότι δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια τα πιο πάνω τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και οι αποδείξεις πληρωμής (δεν αναφέρονται χρονολογίες έκδοσης κ.λ.π.) είναι απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος (ΑΠ 155/2007, 88/2003, 548/1993, 33/1987 και 1339/1984).

Περαιτέρω με τα στοιχεία (β) και (στ) του πρώτου και τετάρτου λόγων της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στα οποία περιέχεται η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, όπως και με τα αριθμούς.... και ...... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του αναιρεσείοντος προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού από τη διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, ως και η κατάθεση του μάρτυρα και όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε κατά το νόμο και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.- Ιιι.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ.

α ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 60, 65, 67 και 70 του ΑΚ προκύπτει, ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ο διάδικος, αφού δεν είναι τρίτος. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να είναι μάρτυρας και ο νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου που είναι διάδικος ή το μέλος της διοικήσεως αυτού.

Τούτο δεν αποκλείει την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των νομικών προσώπων, κατά τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων 415 έως 420 του ΚΠολΔ, καθόσον η εξέταση αυτών δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιτρέπεται, όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Με το με στοιχείο (γ) πρώτο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. α' ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, ήτοι την κατάθεση ως μάρτυρα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσίβλητης. Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εξετάστηκε ανωμοτί ως διάδικος ο ίδιος και ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσίβλητης, επίσης διαδίκου.

Επομένως ο αντίθετος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή ένδικο μέσο.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του ισχυρισμό που δεν ήταν νόμιμος, ή είναι αόριστος ή είναι νομικά αδιάφορος. Εξάλλου, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του, ότι δεν είναι υποκείμενο της επίδικης σχέσης, συνιστά όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλ' άρνηση της βάσεως της αγωγής.

Με τον υπό στοιχείο (α) δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την αντένσταση, περί της εικονικότητας των βιβλίων του έργου και των εκδιδομένων τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, την οποία προέβαλε ο αναιρεσείων προς απόκρουση της ενστάσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης, περί της ελλείψεως της παθητικής της νομιμοποίησης.

Η αντένσταση αυτή ήταν μη νόμιμη, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός της δεύτερης αναιρεσίβλητης (έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης) δεν αποτελεί ένσταση, αλλ' άρνηση της αγωγής, ότι δεν καταρτίστηκε με τον αναιρεσείοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Επομένως το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό (αντένσταση) του αναιρεσείοντος δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος.

προεχόντως ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού δέχθηκε ότι μεταξύ αυτού και της δεύτερης αναιρεσίβλητης δεν καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Με τον υπό στοιχείο (β) δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 240 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμούς, της έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως της δεύτερης και ανυπαρξίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσείοντος με τον πρώτο (αναιρεσίβλητο).

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων δεν είναι αυτοτελείς και δεν συνιστούν "πράγματα", η δε έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης ήταν ερευνητέα εξ επαγγέλματος από το δικαστήριο και δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8, ώστε να ιδρύει λόγο αναιρέσεως σε περίπτωση λήψεως υπόψη από το δικαστήριο χωρίς να προταθεί.- V.- Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο, δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, τα οποία εξέδωσε ο αναιρεσείων από το μήνα Αύγουστο του έτους 2000 έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002, δεχόμενο διαφορετικό περιεχόμενο από το πραγματικό και ειδικότερα ότι αυτός εργάζονταν χωρίς ωράριο σε διάφορες ημέρες το μήνα και διάφορες ώρες την ημέρα.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έκανε διαγνωστικό λάθος, αλλά συνεκτίμησε το αληθές περιεχόμενο των εγγράφων αυτών μαζί με τις άλλες αποδείξεις.

Συνεπώς, ο αντίθετος από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πέραν της αοριστίας του για μη παράθεση στο αναιρετήριο κατά λέξη του ακριβούς περιεχομένου των άνω εγγράφων που φέρονται να παραμορφώθηκαν, πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος και αβάσιμος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 1-3-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 8245/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ