Legislator Case Law & Legislation
1162/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination due to invalidity of the underlying contract.

Case Number 1162/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Labor Court's decision regarding the termination of an employment contract. The appellant argued that the termination was abusive, but the court found the appeal baseless because the lower court had properly considered all evidence and explicitly rejected the claim that the termination was abusive. The court ruled that since the employment contract itself was declared void, any subsequent termination of that contract could not be legally valid or subject to an abuse of rights claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3, 559(1)(a), 559(2)(b), 559(5)(b) of the Code of Civil Procedure; The appeal regarding the abuse of rights in terminating an employment contract is inadmissible if the underlying employment contract is void, as a void contract cannot be the subject of a valid termination.

Keywords

AI generated
employment contract abuse of rights termination validity void contract labor law appeal dismissal legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 3, paragraph 1, section a, Article 2, section b, and Article 5, section b of the Law 1859/1944
Article 2, paragraph 1, section a and Articles 3, paragraphs 1, 2, and 4, section b of the Decree of July 23, 1946
Articles 1, paragraph 4, 33, and 72, paragraphs 1 and 2 of Law 1541/1985
Article 559, number 11 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1162 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1162/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κριτσάνο. Της αναιρεσίβλητης: Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας, που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσίχλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 336/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 821/2001 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-11-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 25-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τα άρθρα: α) 3 παρ. 1 εδ. α΄, 2 εδ. β΄ και 5 εδ. β΄ του κυρωθέντος με την 256/7 Μαΐου 1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου ν. 1859/1944 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ν. 785/1943 περί καταργήσεως διατάξεων αφορωσών την νομοθεσίαν των γεωργικών συνεταιρισμών", β) 2 παρ. 1 εδ. α΄ και 3 3 παρ. 1, 2 και 4 εδ. β του από 23/30 Ιουλίου 1946 β.δ/τος "περί της υπαλληλικής καταστάσεως του προσωπικού των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων", όπως το εδ.

α΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του διατάγματος αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του β. δ/τος της 18 Αυγούστου/2 Σεπτεμβρίου 1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 23/30-7-1946 β.δ. κ.τ.λ.", και γ) 1 παρ. 4, 33 και 72 παρ. 1 και 2 του ν. 1541/1985 "περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων", ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: 1) "Το προσλαμβανόμενον υπό των πάσης φύσεως και παντός βαθμού γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων προσωπικόν είναι μόνιμον". "Ο αριθμός των θέσεων και ο τρόπος προσλήψεως των υπαλλήλων και υπηρετών εκάστης γεωργικής συνεταιριστικής οργανώσεως και της Συνομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών καθορίζονται δια του εσωτερικού κανονισμού αυτών, ψηφιζομένου υπό της γενικής συνελεύσεως και εγκρινομένου κατά τας περί εγκρίσεως των καταστατικών των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διατάξεις του παρόντος νόμου". "Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνουν δια τας εργασίας των ημερομίσθιον έκτακτον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν κατά τα ειδικώτερον δια του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως καθορισθησόμενα". 2) "Αι παρ' εκάστη συνεταιριστική οργανώσει μόνιμοι θέσεις ή τυχόν εις υπηρεσίας ή τμήματα υποδιαίρεσης εκάστης οργανώσεως και η ονομασία τούτων και ο αριθμός των δυναμένων να προσληφθώσιν υπαλλήλων καθορίζονται δια του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως". "Το προσωπικόν το προσλαμβανόμενον εις τα υπό του κανονισμού προβλεπομένας μονίμους οργανικάς θέσεις είναι μόνιμον.

Οι το πρώτον εις μονίμους θέσεις των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διοριζόμενοι υπάλληλοι ή υπηρέται τελούσιν υπό δοκιμασίαν, μη δυνάμενοι να μονιμοποιηθώσι προ της παρελεύσεως ενός έτους, καθ' ο αργεί η δια της μονιμότητος καθιερουμένη προστασία". "Κατά το διάστημα τούτο δύνανται οι τοιούτοι υπάλληλοι να απολυθώσι κατά την κρίσιν του κατά τον εσωτερικόν κανονισμόν αρμοδίου οργάνου της συνεταιριστικής οργανώσεως, επί τη καταβολή της αποζημιώσεως της προβλεπομένης υπό της περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εκάστοτε κειμένης νομοθεσίας". "Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνωσι δια τας εργασίας των ημερομίσθιον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν".

Και 3) "Συμπληρωματικά, για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν, εφαρμόζονται οι κανόνες του εμπορικού και του αστικού δικαίου". "Η γενική συνέλευση, με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 25 παρ. 2, εκδίδει εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του συνεταιρισμού, ο οποίος καθορίζει: α) τους όρους λειτουργίας του συνεταιρισμού... 2.

Από τη δημοσίευση του παραπάνω κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργούνται ο ν. 1859/1944 και το β.δ. 23/30-7-1946, όπως τροποποιήθηκαν. Οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 1859/1944 και του άρθρου 3 του β.δ. 23/30-7-1945 εξακολουθούν να ισχύουν". Βάσει της παραπάνω εξουσιοδοτικής διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 27346/17-10-1990 κοινή Απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ β 700/7-11-1990), με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ο οποίος ορίζει στο άρθρο 6, ότι το προσωπικό των Οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο) και σε έκτακτο και στο άρθρο 8, ότι για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή εποχιακών αναγκών το Διοικητικό Συμβούλιο της Οργάνωσης μπορεί να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας μέχρι 12 μηνών (παρ. 1).

Μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να συναφθεί σύμβαση ορισμένου χρόνου πριν από την πάροδο τουλάχιστον 4 μηνών από τη λήξη της. Τέλος, το άρθρο 46 του ν. 2169/1993 (ΦΕΚ Α/149) "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 10-9-1993, ορίζει στην παρ. 1 ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι α) τακτικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις οι οποίες προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και β) προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης, και στην παρ. 2, ότι η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την υπ' αριθ. 27346/1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, που ρύθμιζαν τη λειτουργία των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων κατά το κρίσιμο, στην προκειμένη περίπτωση, χρονικό διάστημα 1984 - 1998, προκύπτουν τα εξής: 1) Ότι το προσωπικό των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο), που καταλαμβάνει τις οργανικές θέσεις που ορίζει το καταστατικό κάθε οργανώσεως, και έκτακτο που προσλαμβάνεται ως ημερομίσθιο ή με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση ειδικών, εκτάκτων, εποχιακών ή προσκαίρων αναγκών. 2) Ότι η διάρκεια της συμβάσεως του εκτάκτου προσωπικού δεν μπορεί να υπερβεί το έτος και 3) Ότι δεν προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση αορίστου χρόνου και κατά συνέπεια, αν γίνουν διαδοχικές ανανεώσεις της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου και η εργασία που εκτελεί καλύπτει πάγιες ανάγκες της Οργανώσεως, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 7 ν. 2112/1920, η δε σύμβαση δεν μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου, αφού ο νόμος επιβάλλει την πρόσληψη του προσωπικού αυτού μόνο με σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε στην Καρδίτσα, στις 15-10-1984, η αναιρεσίβλητη - εναγόμενη αγροτική οργάνωση με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας" προσέλαβε τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα στην υπηρεσία της ως έκτακτο υπάλληλο.

Μολονότι η σύμβαση ήταν τρίμηνης διάρκειας, εντούτοις ο αναιρεσείων εξακολούθησε να εργάζεται και μετά τη λήξη της. Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων απασχολήθηκε αρχικώς ως εργάτης στο εκκοκιστήριο της αναιρεσίβλητης στα ....... Τρικάλων και ακολούθως ως υπάλληλος σε κατάστημα αυτής ειδών SUPER MARKET και πωλήσεως γεωργικών φαρμάκων μέχρι την 31-7-1998, οπότε και απολύθηκε από την αναιρεσίβλητη.

Εκ του λόγου ότι η νομοθεσία περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων επιτρέπει την πρόσληψη έκτακτου προσωπικού με σύμβαση ορισμένου και μόνο χρόνου (όχι αόριστης χρονικής διάρκειας) και για συνολικό χρονικό διάστημα μέχρι 12 μηνών και αφού δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε άλλη σύμβαση ορισμένου χρόνου μεταξύ των διαδίκων, πλην της αρχικής τρίμηνης διάρκειας, η παροχή εργασίας εκ μέρους του αναιρεσείοντος μετά τη λήξη της ως άνω μοναδικής τρίμηνης συμβάσεως (15-1-1985) και εντεύθεν έγινε με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία εκ του λόγου αυτού θεωρείται ως μη γενόμενη.

Εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως, που διήρκεσε για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα, υπήρχε απλή εργασιακή σχέση μεταξύ των διαδίκων, η οποία δεν μπορεί να θεμελιώσει αξιώσεις από έγκυρη εργασιακή σύμβαση, αλλά αξίωση του αναιρεσείοντος για απόδοση της ωφέλειας κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Ωσαύτως, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως δεν νοείται έγκυρη ή άκυρη καταγγελία αυτής, γιατί κάτι τέτοιο προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ως προς το ζήτημα της υπάρξεως εγκύρου συμβάσεως εργασίας δεν υφίσταται δεδικασμένο υπέρ του αναιρεσείοντος από την επικληθείσα απ' αυτόν 181/1990 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, διότι αυτή εκδόθηκε επί αγωγής του που στηριζόταν σε διαφορετική ιστορική και νομική αιτία και συγκεκριμένα επί αγωγής του με την οποία του επιδικάσθηκε απαίτησή του για εκτός έδρας απασχόληση, κατά το από 24-9-1985 έως 22-10-1985 χρονικό διάστημα, χωρίς το Ειρηνοδικείο να ερευνήσει και να αποφανθεί για το είδος και το κύρος της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, ζήτημα που δεν ήταν απαραίτητο για να στηριχθεί το διατακτικό της αποφάσεώς του, ούτε αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την ύπαρξη του δικαιώματος του αναιρεσείοντος που κρίθηκε.

Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος είναι άκυρη και χωρίς να ερευνήσει την επικαλούμενη απ' αυτόν ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του,, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως αυτής και μη καταβολής της προσήκουσας αποζημιώσεως, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την εκ της συμβάσεως εργασίας κύρια βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος για επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχών αδείας και διαφοράς αποζημιώσεως λόγω απολύσεως.

Με τις εκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και εκείνες των άρθρων 669, 671 ΑΚ, 5 του ν. 3198/1955, 6 παρ. 2 του ν. 1387/1983, 4 παρ. 1 και 2, 5 παρ. 1 και 3 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, των διατάξεων της 99/70/1999 Οδηγίας της Ε.Ο.Κ.

και όλων των κανονιστικών διατάξεων των πριν αλλά και μετά το έτος 1990 Σ.Σ.Ε., διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, κατά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες, λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

Ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τις από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚπολΔ. αιτιάσεις: α)της παραβιάσεως των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών και β) περί παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι αόριστος, διότι, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση, δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού στη δικαιοπραξία ή αμφιβολίες ως προς την έννοια των δηλώσεων των συμβηθέντων, τα οποία δημιούργησαν την ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία τους, ως προς δε την δεύτερη αιτίαση, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιά ήταν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, ποιός ήταν ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα αυτά και σε τι συνίσταται η παραβίασή τους.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.

Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, που περιέχονταν στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθώς και όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα ως άνω αποδεικτικά μέσα και κατά συνέπεια, κατά την περί του αντιθέτου αιτίαση, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ απορρέων δεύτερος λόγος της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚπολΔ. δίδεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, έλαβε υπόψη του τον περιεχόμενο στην ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ισχυρισμό περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και τον απέρριψε, με την αιτιολογία ότι, εφόσον αποδείχθηκε ότι η σύμβαση εργασίας του ήταν εξυπαρχής άκυρη, δεν νοείται έγκυρη ή άκυρη καταγγελία αυτής, αφού βασική προϋπόθεση για να υπάρξει ακυρότητα της καταγγελίας για οποιαδήποτε λόγο, είναι η εγκυρότητα της συμβάσεως εργασίας που καταγγέλλεται.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ. απορρέων, τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-11-2004 αίτηση του ........ περί αναιρέσεως της 821/2001 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ