Supreme Court dismisses National Bank's appeal regarding annual leave liability under Greek labor law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the National Bank of Greece's appeal against a lower court ruling that made the bank solely liable for granting annual leave to its employees. The bank argued that secondary employers should share this responsibility, but the court found no ambiguity in the employment contracts requiring the bank to fulfill the obligation. Consequently, the appeal was dismissed, and the bank was ordered to pay the legal costs of the union and health fund.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 5 of Law 1346/1983; Articles 173 and 200 of the Civil Code: The employer remains exclusively liable for granting annual leave unless a specific agreement exists; appeals based on gaps in contracts are inadmissible when the declared intent is clear.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1162 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1162/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρα Χούπα.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ψ1, κατοίκου..., 2.Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., 4.Ψ4, κατοίκου ..., 5. Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων στην Εθνική Τράπεζα Ταμιακών-Τεχνικών και Κλάδου Ασφαλείας" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 6.Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Τσάλτα βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 §2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, με την από 9/4/2002 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και με την προφορική πρόσθετη παρέμβαση του "Συλλόγου Εργαζομένων στην Εθνική Τράπεζα Ταμιακών-Τεχνικών και Κλάδου Ασφαλείας", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1062/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5998/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/11/2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος-Φιλήτας Περίδης, ανέγνωσε την από 22/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
'Οπως προκύπτει από τις προσαγόμενες υπ' αριθ. 11.562/16-2-2005 και 11.484, 11.489, 11.490/10-2-2005 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ειρήνης Μαραγκουδάκη - Αλεξοπούλου σε συνδυασμό προς την από 10-2-2005 απόδειξη του αστυνομικού υπηρεσίας στο αστυνομικό τμήμα Αμαρουσίου και του αρμόδιου υπαλλήλου στο ταχυδρομικό γραφείο Αθηνών, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου αυτής που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση να παραστούν κατ' αυτήν επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο, δεύτερο, τρίτη και τέταρτο από τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου. Επομένως πρέπει το δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα. Περαιτέρω όμως η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός.
Στην προκείμενη περίπτωση με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα Τράπεζα αναιρεσιβάλλει την 59981/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με τους λόγους αναιρέσεως αυτής, περί των οποίων αμέσως κατωτέρω, πλήττεται το μέρος εκείνο μόνο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως με το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβαλλομένων, όχι όμως και το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η προεπίκληση μετά της ενωμένης με αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας, καθώς και το μέρος αυτής με την οποίαν έγινε δεκτή η υπό των εναγόντων ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση των πέμπτου και έκτου των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως η αίτηση αυτή, η οποία, κατά τα λοιπά, νομοτύπως ασκήθηκε, παραδεκτώς μεν στρέφεται κατά των πρώτου, δεύτερου, τρίτης και τετάρτου αναιρεσιβλήτων, απαραδέκτως όμως στρέφεται κατά των πέμπτου και έκτου αυτών, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες μ' αυτήν πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
Πρέπει, συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πέμπτου και έκτου αναιρεσιβλήτων, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 651 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "αν κάτι άλλο δεν προκύπτει από τη συμφωνία ή από τις περιστάσεις, ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει αυτοπροσώπως την υποχρέωση του και η αξίωση του εργοδότη στην εργασία είναι αμεταβίβαστη", σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 361 και 648 του ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι είναι έγκυρη η συμφωνία με την οποία ο εργοδότης παραχωρεί σε άλλο εργοδότη την υπηρεσία του συνδεόμενου με αυτόν με σύμβαση εργασίας μισθωτού κατόπιν συναινέσεως τούτου, οπότε η σχέση αυτή στηρίζεται στη βούληση των τριών μερών και ο παραχωρήσας εργοδότης, εκτός διαφορετικής ειδικής συμφωνίας, είναι και ο μόνος υπόχρεως στην καταβολή του μισθού και τη χορήγηση αδείας αναψυχής, λόγω της μη μεταβολής της συμβάσεως εργασίας ως προς τις υποχρεώσεις αυτές έναντι του μισθωτού.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα με ατομικές συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου: α) ο πρώτος την 10-2-1965 ως ημερομίσθιος εργάτης- μεταφορέας β) ο δεύτερος την 7-5-1966 ομοίως ως ημερομίσθιος εργάτης-μεταφορέας γ) η τρίτη την 22-9-1975, η οποία εντάχθηκε από της προσλήψεώς του στο κύριο προσωπικό του λογιστικού κλάδου της εναγόμενης και δ) ο τέταρτος την 24-7-1964 ως βοηθός ηλεκτρολόγου.
Εκ των ανωτέρω ο πρώτος μετατάχθηκε την 1-7-1974 στο βοηθητικό προσωπικό του ταμιακού κλάδου της εναγόμενης, ο δεύτερος την 1-7-1971 στον τεχνικό κλάδο αυτής ως τεχνίτης και ο τέταρτος τούτων εντάχθηκε την 1-8-1965 στον τεχνικό κλάδο της εναγόμενης. Από της προσλήψεώς τους όλοι οι ενάγοντες συνδέονταν μετά της εναγόμενης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι την 2-2-2000 που απεχώρησαν από την εργασία τους λόγω παραιτήσεώς τους, κάνοντας χρήση του ισχύοντος τότε προγράμματος εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της εναγόμενης, το οποίο πρόγραμμα προβλέφθηκε από την 15-12-1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας.
Κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας τους οι ενάγοντες και για ορισμένα επί μέρους χρονικά διαστήματα καθένας απ' αυτούς αποσπάστηκε ο μεν πρώτος, δεύτερος και τέταρτος στο "Σύλλογο Εργαζομένων στην Εθνική Τράπεζα Ταμιακών-Τεχνικών και Κλάδου Ασφάλειας" από 29-4-1984, 1-1-1994 και 2-1-1999, αντίστοιχα. Ενώ η τρίτη ενάγουσα ήταν αποσπασμένη από 25-11-1995 στο "Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας".
Στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα οι ενάγοντες εργάστηκαν αποσπασμένοι είτε συνέχεια είτε με ενδιάμεσες διακοπές της αποσπάσεως τους, επανερχόμενοι στη υπηρεσία της εναγόμενης μέχρι την 2-2-2000 που απεχώρησαν από την εργασία τους λόγω παραιτήσεώς τους, προκειμένου να συνταξιοδοτηθούν. Κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες για καθένα των εναγόντων και με τη σιωπηρή συναίνεση αυτών καταρτίστηκε χωριστά σύμβαση δανεισμού μεταξύ της εναγόμενης Τράπεζας και των αντίστοιχων νομικών προσώπων.
Η παραχώρηση των υπηρεσιών των εναγόντων από μέρους της εναγόμενης Τράπεζας προς τους "συγγενείς οργανισμούς" έγινε χωρίς αντάλλαγμα από μέρους των δευτερογενών εργοδοτών. Η εναγόμενη κατέβαλε το μισθό στους ενάγοντες κατά τη διάρκεια του δανεισμού των. Όσον αφορά το θέμα της κανονικής άδειας τούτων, συνεχίζει το Εφετείο, η εναγόμενη με τα σχετικά έγγραφα παραχωρήσεως (αποσπάσεως) των εναγόντων προς τα οικεία νομικά πρόσωπα, τα οποία (έγγραφα) κοινοποίησε και στους ενάγοντες, ανέφερε εκτός των άλλων ότι ο εκάστοτε αποσπώμενος θα πρέπει να λαμβάνει τη δικαιούμενη κανονική του άδεια εντός του αντιστοίχου έτους και επεσήμαινε ότι αυτή (εναγόμενη Τράπεζα) δεν θα έχει καμία ευθύνη (που απορρέει από την εργατική νομοθεσία) σε περίπτωση μη χορηγήσεώς της.
Με τα έγγραφα όμως αυτά της αποσπάσεως των εναγόντων, κατέληξε το Εφετείο, δεν καταρτίστηκε ειδική συμφωνία μεταξύ της εναγόμενης Τράπεζας και των δευτερογενών εργοδοτών των εναγόντων ότι σε περίπτωση μη λήψεως της κανονικής άδειας από μέρους των εναγόντων υπεύθυνοι για την καταβολή της αποζημιώσεως θα είναι αποκλειστικά οι τελευταίοι (δευτερογενείες εργοδότες).
Επομένως, έκρινε το Εφετείο ότι αποκλειστικά υπόχρεη για την χορήγηση της ετήσιας άδειας των εναγόντων παρέμεινε η εναγόμενη τράπεζα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις άνω ουσιαστικές διατάξεις, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, όπως το άρθρο 2 αντικατεστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 1346/1983 και το άρθρο 5 παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, και 20 της από 4-8-1982 ΕΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 1346/1983, αφού δέχθηκε ανελέγκτως πρόταση και μόνον της αναιρεσειούσης περί απαλλαγής της από την άνω υποχρέωσή της και όχι και αποδοχή αυτής από τους λοιπούς ενδιαφερομένους και κατάρτιση ειδικής περί απαλλαγής της συμβάσεως, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και όχι ανατιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.
Επομένως οι από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτος και δεύτερος και από το άρθ ρο 559 αρ. 19 του ιδίου Κώδικα τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση συγχωρείται για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικά δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τις δηλωθείσες βουλήσεις. Παραβιάζονται δε στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, ατέλειας στη διατύπωση της δήλωσης ή αμφιβολίας για την έννοια της, παραλείπει, είτε να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, είτε να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στους προμνημονευόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, ως αναγόμενη σε πραγματικό ζήτημα. Όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν δέχθηκε, ούτε εμμέσως, ύπαρξη κενών ή αμφιβολίας στην επίμαχη σύμβαση δανεισμού, όσον αφορά την κατάρτιση ειδικής συμφωνίας για την χορήγηση της αδείας αναψυχής από τα ως άνω ΝΠ.
Συνεπώς ορθώς δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τα δε υποστηριζόμενα περί του αντιθέτου με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2004 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της 5998/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του έκτου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ