Legislator Case Law & Legislation
1161/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as untimely and rejects request to restore proceedings due to expired statute of limitations.

Case Number 1161/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to appeal the Third Instance Court of Larissa's decision on expropriation compensation. The court found the appeal was filed late, missing the one-year deadline set by law from the publication of the contested judgment. Consequently, the court rejected the request to restore the case to its previous state and ordered the filing costs to be paid to the public treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 144(1) and 151 of the Code of Civil Procedure; Article 22(1)(b) of Law 2882/2001: An appeal filed after the expiration of the statutory limitation period is inadmissible, and a request to restore proceedings cannot be granted to cure such a procedural defect.

Keywords

AI generated
statute of limitations inadmissible appeal expropriation compensation restoration of proceedings expired deadline public treasury costs procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 151 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1)(b) of Law 2882/2001
Article 493(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 412 and 850/81
AP 851/11
AP 641/09
AP 1763/06

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1161 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1161/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου – Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1) Κ. Β. Β. του Ν., κατοίκου … Λάρισας και

2) Ι. Γ. συζ. Σ. Α., κατοίκου ... Λάρισας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φανή Τσούμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου:

Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας και ήδη Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.03.2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων και του Β. Α. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεων ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Εκδόθηκε η 233/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας, καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28.07.2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις με επίκληση προσκομιζόμενες με αριθ. .../5-8-2020 και .../13-8-2020 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Εφετείου Αθηνών Γεωργίου Καραγιάννη και Εφετείου Λάρισας Δημητρίου Καραβασίλη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 28.07.2020 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 26/2020, αίτησης αναιρέσεως στην οποία σωρεύεται και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια των αναιρεσείοντων που επισπεύδουν τη συζήτηση στο αναιρεσίβλητο, το οποίο δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή. Κατά συνέπεια, αφού το τελευταίο δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

[II] Με τη διάταξη του άρθρ. 20§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατοχυρώνεται ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα ακρόασής του (ΑΠ 1670/1980), που καθιερώνεται και ως δικονομική αρχή (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ) με σκοπό τη χρηστή διεξαγωγή της διαδικασίας. Η παροχή έννομης προστασίας ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα δεν καλύπτει ωστόσο και την πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων, αλλά εναπόκειται κατ’ αρχήν στο νομοθέτη να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία η υπόθεση δικάζεται (ΑΠ 805/2001, 1289/2011). Κατά τα λοιπά παραπέμποντας η παραπάνω διάταξη στον κοινό νομοθέτη για την ειδικότερη ρύθμιση της διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, δεν απαγορεύει σ` αυτόν να θέτει κατά την κρίση του περιορισμούς στην άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος, εφόσον όμως αυτοί συμβάλλουν στη διασφάλισή του και δεν αναιρούν την ουσία του (ΑΠ 550/2003, 632/2004, 675/2010).

Συνεπώς για να είναι συνταγματικά ανεκτοί οι τιθέμενοι περιορισμοί πρέπει να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή απ` αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία ισοδυναμούν με άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου με την ως άνω συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος (ΑΕΔ 33/1995, 45/1997, ΟλΑΠ 20/1998), δηλαδή δεν επιτρέπεται οι τιθέμενοι περιορισμοί να περιστέλλουν κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό το δικαίωμα, ώστε αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΕΔ 2/1999, ΟλΑΠ 25/2006, ΑΠ 360/2010).

Με την προϋπόθεση αυτή οι τιθέμενοι περιορισμοί είναι αντίστοιχα συμβατοί και με την αρχή της δίκαιης δίκης, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρ. 6§1εδ.α της από 04.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η διάταξη αυτή συμπορεύεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη, ορίζοντας ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δίκαια η υπόθεσή του, δημόσια και σε εύλογη προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρ. 28§1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, δηλαδή έχει άμεση υπερνομοθετική ισχύ και οι διατάξεις της δεν συνεπάγονται διεθνή μόνο ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά θεμελιώνουν απευθείας δικαιώματα για τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (ΟλΑΠ 21/2001).

Στο πλαίσιο έτσι αυτό ο κοινός νομοθέτης έχει υποχρέωση να ρυθμίζει τη διαδικασία δικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών κατά τρόπο που θα εξασφαλίζει την ακώλυτη και ισότιμη για όλους πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης κατά την παραπάνω έννοια, στην οποία όμως και πάλι δεν περιλαμβάνεται η πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων (ΑΠ 805/2001, 1783/2005, 1104/2007, 127/2009, 968/2010, 1290/2011).

Κατά τα λοιπά η υποχρέωση αυτή του νομοθέτη δεν εξαντλείται στην τυπική μόνο δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια, αλλά περιλαμβάνει και την αξίωση για απόδοση ουσιαστικής δικαιοσύνης, που ικανοποιείται όταν εξασφαλίζεται για όλους τους διαδίκους η δυνατότητα προβολής των ισχυρισμών τους και η απόδειξή τους με την προσαγωγή των κατάλληλων αποδεικτικών μέσων υπό συνθήκες δικονομικής ισότητας, δηλαδή υπό συνθήκες που δεν θέτουν κάποιο διάδικο σε σαφώς μειονεκτικότερη θέση από τον αντίδικό του σε σχέση με την παρουσίαση και υπεράσπιση της θέσης του (πρβλ.

και ΕΔΔΑ στην υπόθεση Ankerl κατά Ελβετίας από 23.10.1996). Επομένως είναι κατ’ αρχήν δυνατή η θέσπιση περιορισμών ως προς τα μέσα, το χρόνο και τον τρόπο της δικονομικής προβολής των ισχυρισμών των διαδίκων, εφόσον αυτοί δεν έχουν ως στόχο να καταστρατηγήσουν, αλλά να διασφαλίσουν το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, επιταχύνοντας χωρίς σοβαρούς κινδύνους τη δικαστική διαδικασία και συντελώντας έτσι στην απονομή ουσιαστικότερης δικαιοσύνης, ασφαλώς όμως αποκλείονται περιορισμοί που στόχο έχουν να αποδυναμώσουν τη θέση διαδίκου, εμποδίζοντας εξ αρχής αυτόν να προτείνει κρίσιμους για τα έννομα συμφέροντά του ισχυρισμούς.

Τέτοιοι περιορισμοί παραβιάζουν σαφώς το ως άνω συνταγματικά κατοχυρωμένο και από την ΕΣΔΑ εγγυημένο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες δίκαιης δίκης και είναι καταφανώς αντίθετοι προς την έννοια των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό άλλωστε και με την αρχή της ισότητας που κατοχυρώνει το άρθρ. 4§1 του Συντάγματος (ΑΠ 385/2010), δεσμεύοντας τον κοινό νομοθέτη, ώστε όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικό κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση δικαιολογείται από ειδικές περιστάσεις ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανεπίτρεπτη ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση (ΟλΑΠ 23/2004, 38/2005, 3/2006 43/2005).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 152§1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξ αιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρ. 155§2 ΚΠολΔ, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση για την επαναφορά πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία και να περιέχει την πράξη που παραλείφθηκε ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί, συνάγεται ότι η επαναφορά αποτελεί έκτακτο ένδικο βοήθημα, με το οποίο παρέχεται προστασία για την απώλεια γνήσιας δικονομικής προθεσμίας, που έχει ως συνέπεια (η απώλεια) την έκπτωση από το δικαίωμα για ενέργεια της διαδικαστικής πράξης που αφορά η προθεσμία και την απόρριψή της ως εκπρόθεσμης, με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για πράξη σύγχρονη ή προγενέστερη της αίτησης επαναφοράς.

Έτσι και ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη κατά το άρθρ. 564§1 και 2 ΚΠολΔ αναίρεση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της οριστικής απόφασης, αν διαμένει στην Ελλάδα, και εξήντα ημερών, αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσης οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Κατά την έννοια αυτή η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σ` αυτή με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (ΟλΑΠ 29/1992), δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη.

Ανταποκρίνεται έτσι η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης.

Συνεπώς ο θεσμός της επαναφοράς, ως ιδιαίτερη εγγύηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων, δεν πρέπει να τίθεται υπό περιορισμούς που αναιρούν τελικά την ίδια την ουσία του. Σε αντίθεση όμως με τις γνήσιες δικονομικές προθεσμίες, οι καταχρηστικές δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση, αφού αυτές δεν συνδέονται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια διαδίκου, αλλά τάσσονται από το νόμο με σκοπό τη δημιουργία διαδικαστικής βεβαιότητας και ασφάλειας των συναλλαγών (ΑΠ 1030/2019, ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1471/2007, ΑΠ 2064/2009).

Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του ν. 2882/2001 κατά της απόφασης του εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής δικονομίας. Εάν δεν επιδόθηκε η απόφαση του εφετείου, η προθεσμία προς άσκηση αναίρεσης είναι σε κάθε περίπτωση ένα έτος από τη δημοσίευσή της.

Η προθεσμία αυτή του ενός έτους για την άσκηση αναίρεσης κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρ.22 του ν.2882/2001 είναι καταχρηστική, αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης και ισχύει αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, με δυνατότητα ωστόσο επιμήκυνσής της στην περίπτωση που επιδοθεί πριν από τη λήξη της η απόφαση και συμβεί, με αφετηρία πλέον την επίδοση αυτή, η γνήσια προθεσμία των τριάντα ή αναλόγως των εξήντα ημερών για την άσκηση αναίρεσης κατά την παρ. 1 του άρθρ. 564 ΚΠολΔ να υπερβαίνει τη διάρκεια της καταχρηστικής προθεσμίας (ΑΠ 106/2007).

Η παρέλευση έτσι άπρακτης της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση αναίρεσης αποτελεί αποσβεστικό λόγο του ένδικου αυτού μέσου, χωρίς να λαμβάνονται κατά τα λοιπά υπόψη οι προσωπικές συνθήκες των διαδίκων που συνιστούν την ανώτερη βία, εξαιτίας της οποίας δεν μπόρεσαν ενδεχομένως να τηρήσουν τη σχετική προθεσμία.

Η ερμηνεία αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 20§1 του Συντάγματος, 6§1 και 13 της ΕΣΔΑ, διότι η προθεσμία του ενός έτους που προβλέπεται από το άρθρο 22 παρ.2 του ν.2882/2001 αρκεί αυτή καθ` εαυτή για να εξασφαλίσει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια στο πλαίσιο δίκαιης δίκης (ΑΠ 1471/ 2007, 2064/2009), ενώ και η αρχή της ισότητας δεν θίγεται αδικαιολόγητα, αφού η ασφάλεια του δικαίου, που επιτυγχάνεται με την προθεσμία αυτή, αντισταθμίζει το έλλειμμα στη δυνατότητα άσκησης αναίρεσης μεταξύ όσων από λόγους ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου τους εμποδίσθηκαν να αναιρεσιβάλουν έγκαιρα κατά τη διάρκεια της προθεσμίας την απόφαση και εκείνων που δεν εμποδίσθηκαν από τέτοιους λόγους.

Σε κάθε περίπτωση η επαναφορά πρέπει κατά το άρθρ. 153 ΚΠολΔ να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, η σχετική δε αίτηση ασκείται κατά το άρθρ. 155§1 του ίδιου Κώδικα με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής και κοινοποιείται στον αντίδικο.

Επομένως η αίτηση επαναφοράς μπορεί να ασκηθεί και με το δικόγραφο της αναίρεσης το οποίο και στην περίπτωση αυτή πρέπει να κοινοποιηθεί στον αναιρεσίβλητο μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 153 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 205/2003, 376/2008, 1236/2008).

Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1και 2 του ίδιου Κώδικα το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της. Τη συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως και απορρίπτει την αναίρεση αν λείπει η προϋπόθεση αυτή, έστω και αν δεν προτάθηκε με τις προτάσεις του αντιδίκου προ 20 ημερών (ΟλΑΠ 412 και 850/81, ΑΠ 851/11, ΑΠ 641/09, ΑΠ 1763/06).

[III] Στην προκείμενη περίπτωση‚ όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα που προσκομίζονται και παραδεκτά επισκοπούνται και όπως άλλωστε και οι αναιρεσείοντες συνομολογούν, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εκπρόθεσμα στις 29 Ιουλίου 2020 (βλ σχετική έκθεση κατάθεσης της γραμματέα του Εφετείου Λάρισας), αφού η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ.233/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας η οποία δεν προκύπτει ότι έχει επιδοθεί, και αφορά καθορισμό οριστικής μονάδας αποζημίωσης, ιδιαίτερης αποζημίωσης και ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των σε αυτή αναφερομένων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, δημοσιεύτηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2018 και η προθεσμία για την άσκησή της αναίρεσης συμπληρώθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2019, (άρθρα 144 παρ. 1 και 151 του ΚΠολΔ και άρθρο 22 ν.2882/2001).

Στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως σωρεύεται αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με την έννοια προσδόσεως στην εκπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε αν είχε ασκηθεί εμπροθέσμως. Η αίτηση αυτή σύμφωνα με τα παραπάνω δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι καταχρηστικές προθεσμίες δεν είναι δεκτικές αποκατάστασης με αίτηση επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση, αφού δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης επαναφοράς σε περίπτωση απώλειας καταχρηστικής προθεσμίας, όπως είναι η προθεσμία από το άρθρο 22 παρ 1 εδ.β' του ν.2882/2001 του ενός έτους από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης για την άσκηση αναίρεσης κατ’ αυτής, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και για την αναίρεση εφετειακής αποφάσεως που αφορά σε ιδιαίτερη αποζημίωση και ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας.

[IV] Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί και η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες, για την άσκησή της, παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, διότι το καθ’ ου η αίτηση, αναιρεσίβλητο, δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την απώλεια της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης κατάσταση.

Απορρίπτει την από 28.07.2020 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 26/2020, αίτηση για αναίρεση της 233/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος

Αρείου Πάγου

Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ