Legislator Case Law & Legislation
1161/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract pre-contractual liability and procedural vagueness grounds.

Case Number 1161/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision rejecting a claim for the return of a deposit due to the appellant's withdrawal from a contract. The appellant argued for liability based on the failure to conclude the main agreement, but the court found the lower court's reasoning sound and based on uncontested facts. The appeal was rejected because the grounds were either vague, lacking specificity, or unsupported by the established record.

Legislator headnote

AI generated

Articles 166, 559, 577 of the Code of Civil Procedure; A pre-contractual agreement creates an obligation to conclude the main contract, and an appeal must specify the exact legal error and the specific provision violated to be admissible.

Keywords

AI generated
pre-contractual liability contract formation withdrawal from contract appeal admissibility vague grounds court costs procedural requirements

Cited Legislation

AI generated
Article 166 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 281/2017
Supreme Court Case 873/2019
Supreme Court Case 1750/2013

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1161 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1161/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αγάθης Λάμπρη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/5/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 7-5-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 75/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης - εκκαλούσας - ενάγουσας κατά της 107/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία είχε απορριφθεί η από 1-10-2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος- εφεσίβλητου- εναγομένου, με αντικείμενο την επιστροφή εις διπλούν δοθέντος σ' αυτόν αρραβώνος λόγω υπαναχώρησής του από μεταξύ τους σύμβαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.495 παρ.3, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1). Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, κατά την οποία το προσύμφωνο είναι σύμβαση, με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, προκύπτει ότι το προσύμφωνο παράγει υποχρέωση προς παροχή, συνιστάμενη στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, και αποτελεί ενοχική υποσχετική σύμβαση.

Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής συμβάσεως επιφέρει απόσβεση της ενοχής από το προσύμφωνο. Η εκπλήρωση αυτής, καθ' ορισμένο χρονικό σημείο ή εντός ορισμένης προθεσμίας, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της ενοχής. Ο χρόνος, κατά τον οποίο ή εντός του οποίου πρέπει να καταρτισθεί η κυρία σύμβαση, είναι δυνατόν να καθορίζεται από τον νόμο ή από τη δικαιοπραξία, η πρακτική δε σημασία του ζητήματος καθορισμού αυτού του χρόνου συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή.

Όσον αφορά τη συνέπεια, που τυχόν θα έχει η άπρακτη πάροδος της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής συμβάσεως εκ μέρους είτε του ενός, είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, προέχουσα σημασία έχει η σχετική βούληση των συμβαλλομένων μερών. Κατ* αρχήν, η εν λόγω προθεσμία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου.

Και μετά την πάροδο της και μέχρι τη συμπλήρωση της παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής συμβάσεως (ΑΠ 297/2016, 2356/2009, 1851/2009). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 402 και 403 εδ. α' ΑΚ προκύπτει ότι κατά την κατάρτιση σύμβασης μπορεί να δοθεί αρραβώνας. Ο υπαίτιος για τη μη εκτέλεση της συμβάσεως χάνει τον αρραβώνα, που έδωσε, ή αποδίδει διπλάσιο αυτόν, που έλαβε.

Σύμφωνα με αυτές τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις, ο αρραβώνας, όταν δεν έχει απλώς επιβεβαιωτικό της κατάρτισης της σύμβασης χαρακτήρα, έχει χαρακτήρα επιτιμίου μεταμελείας, περίπτωση που συντρέχει όταν ο συμβαλλόμενος ή οι συμβαλλόμενοι επιφύλαξαν στον εαυτό τους δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση έναντι καταβολής ποινής (άρθ. 398 ΑΚ), δηλαδή χάνοντας τον αρραβώνα ή αποδίδοντάς τον διπλάσιο (ΑΠ 297/2016), ή έχει αμιγώς χαρακτήρα ποινής (ποινικός αρραβώνας), οπότε επέρχονται οι ίδιες συνέπειες, ενώ διατηρείται και αξίωση αποζημίωσης για την επιπλέον ζημία από τη μη εκπλήρωση.

Ο αρραβώνας, που δίδεται, συνίσταται συνήθως σε χρηματικό ποσό και η ποινή, στις δύο τελευταίες περιπτώσεις, ανέρχεται σε ποσό ίσο με το ποσό του αρραβώνα, εάν υπαίτιος για τη μη εκπλήρωση (ή τη μη προσήκουσα εκπλήρωση) της συμβάσεως είναι εκείνος που τον έδωσε, ή με το διπλάσιο αυτού, εάν υπαίτιος γι' αυτήν είναι εκείνος που τον έλαβε.

Ειδικότερα ο οφειλέτης παροχής, ο οποίος έλαβε τον αρραβώνα, υπόσχεται προς τον δανειστή την καταβολή αυτής της ποινής για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή (και) δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η δε ποινή καταπίπτει, αν αυτός αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.

Έτσι η παρεπόμενη αυτή συμφωνία, που αποτελεί συνήθως μέσο πίεσης για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κύριας ενοχής, θεμελιώνει ενοχή, η οποία τελεί υπό την ιδιόρρυθμη (αρνητική) αίρεση της μη εκπλήρωσης ή της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής, που πηγάζει από την κύρια σύμβαση, μπορεί δε να συμφωνηθεί και κατά την κατάρτιση προσυμφώνου.

Για την κατάπτωση της ποινής δεν αρκεί, σύμφωνα με αυτά, μόνον η όχληση του οφειλέτη ή η παρέλευση της συμφωνηθείσας τυχόν δήλης ημέρας εκπλήρωσης, αλλά απαιτείται η αδυναμία εκπλήρωσης ή η καθυστέρηση να οφείλονται σε υπαιτιότητά του (υπαίτια αδυναμία ή υπερημερία του: άρθ. 335, 336 και 340-342 ΑΚ). Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν τελεί σε υπαίτια αδυναμία ούτε περιέρχεται σε υπερημερία, η οποία αποτελεί προϋπόθεση της κατάπτωσης της εις βάρος του ποινής.

Γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία, λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 269/2012, 352/2011, 1489/2009). Εφόσον συντρέχει το στοιχείο της υπαιτιότητας του οφειλέτη, ο αρραβώνας καταπίπτει από την πάροδο της ημέρας προς εκτέλεση της σύμβασης, όταν έχει ορισθεί τέτοια, αλλιώς από την όχληση, οπότε ο δανειστής αποκτά δικαίωμα από την παρεπόμενη αρραβωνική σύμβαση είτε στον αρραβώνα που έλαβε, είτε αξίωση προς απόδοση του διπλασίου, μη αποκλειόμενης εν αμφιβολία και υποχρέωσης για επιπλέον αποζημίωση, μειούμενη κατά το ποσό του αρραβώνα (ΑΠ 1339/2011, 2097/2009, 254/1997).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν, ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ" αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), δηλαδή το αποδιδόμενο σ' αυτήν ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 78/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος της (το κεφάλαιο της, με το οποίο απορρίφθηκε περαιτέρω αξίωση της αναιρεσίβλητης από αδικοπραξία δεν ενδιαφέρει, διότι δεν πλήττεται με την αίτηση αναίρεσης), τα ακόλουθα:

Στην ..., με το από 28-9-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων) και ο αδελφός του Γ. Κ. του Κ. συμφωνήθηκε να πωλήσουν στην εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) εταιρία 51.250 μετοχές της εταιρίας "... Α.Ε.", ονομαστικής αξίας τριών ευρώ της καθεμίας, που ανήκαν κατ' ίσο αριθμό στον καθένα τους και αποτελούσαν το 25% των μετοχών της ως άνω εταιρίας, αντί συνολικού τιμήματος 300.325 ευρώ, το οποίο θα καταβαλλόταν κατ' ισομοιρία στους πωλητές (150.162,50 ευρώ σε έκαστο).

Το τίμημα συμφωνήθηκε, βάσει του συμφωνητικού, να καταβληθεί εντός προθεσμίας πενήντα ημερών από την υπογραφή του, οπότε θα γινόταν και η μεταβίβαση των μετοχών. Επίσης κατά την υπογραφή του συμφωνητικού η εκκαλούσα κατέβαλε στον εφεσίβλητο και στον αδελφό του από 25.000 ευρώ ως αρραβώνα, με τη ρητή συμφωνία να παραμείνει αυτό το ποσό στους πωλητές εάν η αγοράστρια ακύρωνε τη συμφωνία και να επιστραφεί εις διπλούν σ' αυτήν από τους πωλητές, εάν εκείνοι την ακύρωναν για οποιονδήποτε λόγο και δεν της μεταβίβαζαν τις μετοχές.

Συμφωνήθηκε επιπλέον ότι οι πωλητές θα συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων της ανώνυμης εταιρίας μέχρι τη μεταβίβαση των μετοχών, χωρίς όμως να εναντιώνονται στις θέσεις της αγοράστριας, ώστε η ίδια να συμμετέχει ουσιαστικά στη λήψη των αποφάσεων των μετόχων, ενώ αυτή θα εγγυόταν μετά τη μεταβίβαση των μετοχών για την εξόφληση δανείου, που είχε λάβει από τράπεζα η "...

Α.Ε.", ώστε να απαλλαγούν από την ευθύνη που είχαν αναλάβει για την αποπληρωμή του οι πωλητές. Οι μετοχές παραδόθηκαν αυθημερόν στον λογιστή της αγοράστριας προς φύλαξη, όπως παραδόθηκε και στους πωλητές από μία μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή ποσού 125.000 ευρώ (προς κάλυψη του υπολοίπου τιμήματος, καθόσον το καταβληθέν ποσό εκτός από την έννοια του αρραβώνος είχε και χαρακτήρα προκαταβολής) με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 20η-11-2011.

Η ... Α.Ε. τελούσε κατά το χρόνο της συμφωνίας υπό εκκαθάριση λόγω παρόδου του χρόνου διαρκείας της, χωρίς να έχει ληφθεί ακόμη απόφαση για την παράταση της, γεγονός που γνώριζαν οι συμβαλλόμενοι, ενώ μεταξύ των μετόχων, στους οποίους συγκαταλεγόταν και ο Ι. Κ. του Σ., ομόρρυθμο μέλος της εκκαλούσας, και των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας υπήρχαν διαφωνίες και αντιπαραθέσεις ως προς την πορεία, εκπροσώπηση, διαχείριση και τον έλεγχό της.

Από το περιεχόμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού και κατά τους συνήθεις κανόνες των σχετικών εμπορικών συναλλαγών προκύπτει ότι η αγορά των μετοχών από την εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) αποσκοπούσε σε εμπορική επένδυση που εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της, αυτή προσέβλεπε δε στο πακέτο των μετοχών και των δύο πωλητών, που θα της προσέφερε, αθροιζόμενο με τις μετοχές του ανωτέρω ομόρρυθμου μέλους της, δυνατότητα ελέγχου της Α.Ε.

δια της απόκτησης της πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου. Για να έχει δε ενδιαφέρον για εκείνη η επένδυσή της, προϋποτίθετο η αναβίωση της λυθείσας και τεθείσας υπό εκκαθάριση Α.Ε., διότι διαφορετικά θα στερείτο για οποιονδήποτε αγοραστή νοήματος η αγορά των μετοχών μίας εταιρίας, που θα τερμάτιζε τις εργασίες της, ενώ αυτή θα αναλάμβανε και τα χρέη της δια της εγγυήσεως δανείου της.

Αυτά τα περιστατικά, σε συνδυασμό και με τις προβλέψεις του συμφωνητικού για μη εναντίωση των πωλητών ως μετόχων της Α.Ε. στις επιλογές της αγοράστριας και την (ουσιαστική) συμμετοχή της τελευταίας στη διοίκηση της Α.Ε., στηρίζουν τον ισχυρισμό της εκκαλούσας ότι μεταξύ των συμβληθέντων με το ως άνω προσύμφωνο συμφωνήθηκε και η προηγούμενη της μεταβίβασης των μετοχών αναβίωση της Α.Ε.

καθώς και η απόκρυψη από τους λοιπούς μετόχους της συμφωνίας τους, ώστε να μην εναντιωθούν στην αναβίωσή της, αφού οι μετοχές του Ι. Κ. και της αδελφής του Μ. μαζί και με τις πωλούμενες αντιπροσώπευαν το 62,5% του μετοχικού κεφαλαίου και δεν επαρκούσαν για τη λήψη απόφασης προς αναβίωση, εάν οι υπόλοιποι μέτοχοι εναντιώνονταν σ' αυτήν.

Στις 14-10-2011 το Δ.Σ. της Α.Ε. απέστειλε πρόσκληση για γενική συνέλευση των μετόχων στις 19-11-2011 με πρώτο θέμα την ανάκληση της προηγούμενης απόφασης για εκκαθάρισή της και τη λήψη απόφασης για αναβίωσή της. Για να συμμετάσχουν σ' αυτή τη συνέλευση ο εφεσίβλητος και ο αδελφός του έλαβαν πίσω τις μετοχές τους από τον λογιστή της εκκαλούσας και στη γενική συνέλευση, που έλαβε πράγματι χώρα στις 19-11-2011, για την οποία συντάχθηκε το ...-11-2011 πρακτικό Γ.Σ., αποφασίσθηκε τελικώς παμψηφεί η αναβίωση της ανώνυμης εταιρίας.

Η πραγματοποίηση της γενικής συνέλευσης κατά την ανωτέρω ημερομηνία, ήτοι δύο μόλις ημέρες πριν τη λήξη της συμφωνηθείσας προθεσμίας για αποπληρωμή του τιμήματος των μετοχών, συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού της εκκαλούσας ότι η προθεσμία αποπληρωμής είχε ατύπως παραταθεί από τους συμβαλλόμενους και τον εφεσίβλητο ειδικότερα.

Μετά από πρόσκληση της εκκαλούσας, στις 28-11-2011 συναντήθηκαν στο γραφείο του λογιστή της Ε. Π. οι εκπρόσωποι της με τους πωλητές, όπου καταβλήθηκε στον αδελφό του εφεσιβλήτου το υπόλοιπο τίμημα για τις μετοχές που προσυμφωνήθηκε να πωλήσει, ενώ στον εφεσίβλητο προτάθηκε η παράδοση μεταχρονολογημένης κατά δύο ημέρες τραπεζικής επιταγής, ποσού ίσου με αυτό που οφειλόταν για τις δικές του μετοχές, αλλά εκείνος αρνήθηκε την πρόταση.

Κατόπιν αυτός, με την από 29-11-2011 εξώδικη δήλωσή του- καταγγελία, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 30-11-2011, υπαναχώρησε από τη σύμβαση, παρακρατώντας και το ποσό των 25.000 ευρώ, που του είχε ήδη καταβληθεί ως αρραβών. Το Εφετείο έκρινε ακολούθως ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε πρόθεση να έλθει σε συμφωνία κατά την προαναφερόμενη συνάντηση, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι, σε αντίθεση με τον αδελφό του, δεν είχε φέρει μαζί του τις μετοχές του, ενώ προσήλθε σ' αυτήν μετά από πίεση του αδελφού του, όπως αποδείχθηκε και από την κατάθεση του τελευταίου ως μάρτυρος.

Ο εφεσίβλητος δικαιολόγησε την άρνησή του, επικαλούμενος ότι την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την αναγραφόμενη ημερομηνία στην επιταγή, που του είχε παραδοθεί κατά την υπογραφή του συμφωνητικού, την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα και πληροφορήθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα στον λογαριασμό της εκκαλούσας, γεγονός που κρίθηκε ότι συνομολογήθηκε από αυτήν ενόψει της μη ειδικής άρνησής της.

Όμως η καταβολή στον αδελφό του εφεσιβλήτου πλήρους του τιμήματος για την αγορά των δικών του μετοχών αποδεικνύει τη σοβαρή αληθή πρόθεση της εκκαλούσας να αγοράσει τις μετοχές αλλά και την δυνατότητά της να διαθέσει επαρκή κεφάλαια γι'αυτό τον σκοπό, ο δε μάρτυράς της λογιστής Ε. Π. κατέθεσε ότι κατά τη συνάντηση στο γραφείο του στις 28-11-2011 ο αδελφός του εφεσιβλήτου Γ.

Κ., αφού υπέγραψε, πήρε σε μετρητά 125.000 ευρώ, ενώ ο εφεσίβλητος δεν δέχθηκε να πάρει την επιταγή, που του προσφέρθηκε, και τους είπε πως θα τα πουν σε δύο μέρες, οπότε θα έχουν τα χρήματα, αυτοί ανανέωσαν δε τη συμφωνία για συνάντηση σε δύο ημέρες, κατ' αυτήν όμως, ενώ τα αδέλφια Κ. (εκπρόσωποι της εκκαλούσας) προσήλθαν στο γραφείο του, ο εφεσίβλητος δεν ήλθε.

Η κατάθεση αυτή κρίθηκε πειστική από το Εφετείο, που εκτιμώντας την όλη συμπεριφορά του εφεσιβλήτου σε συνδυασμό με το επίσης αποδειχθέν γεγονός της άτυπης παράτασης της προθεσμίας για καταβολή του τιμήματος σε σχέση με την ορισθείσα στο συμφωνητικό ημερομηνία αλλά και με το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος προχώρησε μετά από δύο εβδομάδες στην πώληση των μετοχών του στον έτερο μέτοχο της ...

Ι. Κ. του Π., με τον οποίο η εκκαλούσα είχε αντιθέσεις, κατέληξε στην κρίση ότι ο εφεσίβλητος είχε πρόθεση να μην προβεί στην πώληση των μετοχών του στην εκκαλούσα, όπως είχε συμφωνηθεί, ενώ δέχθηκε ότι τα γεγονότα αυτά συνηγορούν και υπέρ του ισχυρισμού του ανωτέρω μάρτυρος απόδειξης (Ε. Π.) πως ο εφεσίβλητος πιθανόν επιδίωκε πλέον να λάβει περισσότερα χρήματα γι' αυτές.

Η συνάντηση δε που έλαβε χώρα στις 28-11-2011, στην οποία παρέστη ο εφεσίβλητος, και η μεταβίβαση εκ μέρους του αδελφού του των μετοχών του κατά την ημερομηνία αυτή αποδεικνύει τη σιωπηρή τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας ως προς τον χρόνο καταβολής του τιμήματος. Το Εφετείο έκρινε κατόπιν αυτών ότι η υπαναχώρηση εκ μέρους του εφεσιβλήτου και η παρακράτηση του ποσού του αρραβώνος έγιναν κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, αφού η ενάγουσα-εκκαλούσα δεν κατέστη υπερήμερη περί την πληρωμή του τιμήματος, αλλά εξακολουθούσε να το προσφέρει με τον τρόπο που επιθυμούσε ο πωλητής.

Εφόσον δε ο εφεσίβλητος αρνήθηκε χωρίς λόγο να μεταβιβάσει τις μετοχές του στην αγοράστρια, καταγγέλλοντας τη μεταξύ τους συμφωνία, παραβίασε τη συμφωνία αυτή υπαιτίως και οφείλει να καταβάλει στην εκκαλούσα το διπλάσιο του συμφωνηθέντος αρραβώνα, ήτοι το ποσό των 50000 ευρώ, το οποίο και της επιδίκασε το Εφετείο, δεχόμενο την έφεσή της, εξαφανίζοντας την εκκληθείσα απόφαση (που είχε απορρίψει την αγωγή), κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση και δεχόμενο την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και κατ'ουσίαν.

Ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι εσφαλμένως συνέδεσε την οριστική σύμβαση αγοραπωλησίας των μετοχών με την αναβίωση της εταιρίας ... Α.Ε., χωρίς να λάβει υπόψη της τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς και επιχειρήματά του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εφόσον ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο οποιοδήποτε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που έχει παραβιασθεί, υπό το πρόσχημα δε της γενικώς επικαλούμενης εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας κανόνος δικαίου (που δεν συγκεκριμενοποιεί) αποπειράται να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τα πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Σύμφωνα με το άρθρο 393 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως, δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ, έστω κι αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν επιτρέπεται δε η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου.

Επιτρέπεται όμως εξαιρετικά, σύμφωνα με το άρθρο 394 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν ακόμη η αξία του αντικειμένου της συμβάσεως υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό ή και αν πρόκειται για πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας, που έχει συνταχθεί εγγράφως, αν από την φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες έγινε και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες.

Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε σφάλματα ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (περ. α'). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τη μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρος Ε.

Π., που κατέθεσε ότι "οι μετοχές δεν μπορούσαν να πωληθούν χωρίς αναβίωση (εννοείται της ... ΑΕ)...", για να καταλήξει στην κρίση του ότι η μεταβίβαση των μετοχών συνδεόταν και δη προϋπέθετε αναβίωση της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, παρότι αυτό δεν αναγράφηκε στο ιδιωτικό συμφωνητικό- προσύμφωνο πώλησής τους, ενώ αυτό δεν επιτρεπόταν κατ' άρθρο 393 ΚΠολΔ, αφού η αξία του αντικειμένου της σύμβασης αυτής ανερχόταν σε 125.000 ευρώ, ποσό που συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως υπολειπόμενο τίμημα των μετοχών.

Σύμφωνα όμως με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η μεταξύ των διαδίκων δικαιοπραξία και συναλλαγή, αφορώσα προσύμφωνο πώλησης μετοχών ανώνυμης εταιρίας από μέτοχο αυτής στην αναιρεσίβλητη εμπορική εταιρία, ήταν σαφώς εμπορική τουλάχιστον για την τελευταία, γεγονός που δικαιολογεί, κατά το άρθρο 394 παρ. 1 περ.

δ' ΚΠολΔ, τη χρήση του αποδεικτικού μέσου των μαρτύρων για την απόδειξη της συμβάσεως και των προσθέτων συμφώνων αυτής, έστω κι αν το αντικείμενο της υπερέβαινε το ποσό των 30.000 ευρώ (πρβλ. ΑΠ 1722/2014). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη του την παραπάνω μαρτυρική κατάθεση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

α' ΚΠολΔ και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011).

Περαιτέρω η αρχή της διαθέσεως που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ και αποτελεί μία θεμελιακή αρχή του δικονομικού μας συστήματος, έχει την έννοια ότι δικαστική προστασία παρέχεται μόνο αν ζητείται, στην έκταση που ζητείται και εφόσον εξακολουθεί να ζητείται από τους διαδίκους. Η αρχή αυτή, σε επίπεδο αναιρετικού ελέγχου, καλύπτεται από το λόγο αναίρεσης, που προβλέπεται στον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη (ΑΠ 700/2019).

Για το ορισμένο του σχετικού λόγου πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται τι επιδικάσθηκε χωρίς αίτηση ή περισσότερο απ' όσο ζητήθηκε και αν αυτό αφορά σε κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 281/2017). Αν προβάλλεται ότι το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, πρέπει να αναφέρεται αφενός μεν το περιεχόμενο της αίτησης και ο χρόνος και ο τρόπος υποβολής της, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ότι αυτή ήταν παραδεκτή, νόμιμη και ουσιώδης, αφετέρου δε ότι την αίτηση την υπέβαλε ο αναιρεσείων ή ότι αυτός υπέστη βλάβη από τη μη εκδίκασή της, καθώς και ότι στην απόφαση δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό της, σχετικά με την αίτηση (βλ.

ΑΠ 873/2019, 1750/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στον αριθμό 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως αυτός αναλύθηκε προηγουμένως. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 403/2017, 677/2015, 259/2007).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ* αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015).

Με τον φερόμενο ως τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συλλήβδην οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 9 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο αναιρεσείων παραθέτει στο αναιρετήριο ότι στο ιδιωτικό συμφωνητικό του ανωτέρω προσυμφώνου δεν αναφέρεται οτιδήποτε για την αναβίωση της εταιρίας, παρότι η αναιρεσίβλητη αποσκοπούσε με αυτό στην εξασφάλιση των συμφερόντων της, ότι εκεί αναφέρεται η προθεσμία των 50 ημερών για την καταβολή του τιμήματος και ότι το οφειλόμενο στον ίδιο ποσό των 125.000 ευρώ δεν αποδείχθηκε πως υπήρχε διαθέσιμο εκ μέρους της εντός της συμφωνηθείσας με το συμφωνητικό προθεσμίας, ενώ εκείνη αξίωσε την πώληση των μετοχών, αφού η ανωτέρω προθεσμία παρήλθε και μετά την απόφαση για αναβίωση της εταιρίας, με το ίδιο τίμημα, στο οποίο κοστολογούνταν οι μετοχές ενόσω η εταιρία βρισκόταν υπό εκκαθάριση, ότι δεν προέκυψε πως η μεταξύ τους σύμβαση συμφωνήθηκε να μείνει μυστική από τους λοιπούς μετόχους της Α.Ε., πράγμα που άλλωστε θα έπληττε σοβαρά τα συμφέροντά τους και θα συνιστούσε καταδολίευσή τους, ότι η παράδοση των μετοχών εκ μέρους του έγινε με πρόθεση ειλικρινούς βουλήσεως και όχι για λόγους ασφαλείας, ότι δεν αποδείχθηκε πως ο ίδιος πώλησε μεταγενέστερα τις μετοχές λαμβάνοντας μεγαλύτερο αντίτιμο και ότι η σύμβαση πώλησης δεν ακυρώθηκε από δική του υπαιτιότητα.

Με βάση αυτούς τους ισχυρισμούς, ο αναιρεσείων αναλύει περαιτέρω τα επιχειρήματά του, στα οποία στηρίζει τη δική του εκδοχή για την ανώμαλη εξέλιξη της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του το στηριζόμενο στο άρθρο 559 αρ. 8 είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι ο αναιρεσείων δεν αποσαφηνίζει καν αν η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά τη λήψη υπόψη πραγμάτων, υπό την προαναφερόμενη έννοια (νόμιμων, παραδεκτών, ορισμένων και λυσιτελών πραγματικών ισχυρισμών είτε δικών του είτε της αντιδίκου του, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο), που δεν προτάθηκαν, ή τη μη λήψη υπόψη πραγματικών ισχυρισμών που προτάθηκαν, όπως και ποιος ή ποιοι ήταν αυτοί ισχυρισμοί.

Και αν όμως θεωρηθεί ότι ο αναιρεσείων αναφέρεται στον μόνο καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό, που προέβαλε, συνιστάμενο στην έλλειψη υπαιτιότητάς του για τη ματαίωση της οριστικής σύμβασης και στη συναφή ύπαρξη υπαιτιότητας εκ μέρους της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης γι' αυτό το αποτέλεσμα (καθόσον όλα τα λοιπά παρατιθέμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς επιστήριξη αυτού του ισχυρισμού του), αυτός ο λόγος είναι και πάλι απορριπτέος κατά το ως άνω μέρος του, ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι ο σχετικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσίαν σύμφωνα με τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά, που περιλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται ανωτέρω.

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 559 αρ. 10 είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εφόσον ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει τι επιδικάσθηκε χωρίς αίτηση ή περισσότερο απ' όσο ζητήθηκε και αν αυτό αφορά σε κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 281/2017), ή αν το δικαστήριο άφησε συγκεκριμένη αίτηση αδίκαστη και ποια, χωρίς να γίνεται στην απόφαση οποιαδήποτε μνεία, ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό της, σχετικά με αυτή την αίτηση (βλ.

ΑΠ 873/2019, 1750/2013). Τέλος ο ανωτέρω λόγος, κατά το μέρος του που αναφέρεται σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, είναι και αυτός απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εφόσον ο αναιρεσείων δεν διευκρινίζει ποιον ισχυρισμό περί τα "πράγματα" υπό την ως άνω έννοια έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, ενώ και αν ο σχετικός λόγος θεωρηθεί ορισμένος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σι αυτήν αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν).

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 7-5-2019 αίτηση για αναίρεση της 75/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στην 20/10-6-2019 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Ιωαννίνων. Ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-5-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 75/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ