Supreme Court allows appeal against insurance company's refusal to pay employee claims during liquidation. Appeal upheld as lower court wrongly tried liquidation issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss an employee's claim against an insurance company. The lower court had incorrectly tried to adjudicate the validity of the claim and the existence of the liquidation status, which are exclusively within the jurisdiction of the liquidation supervisor. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's judgment, remitted the case for a new trial, and ordered the dismissal of the original lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 10(1)(c) and Art. 12a(1), 5, 10 of Law 400/1970; Claims arising from dependent employment relations during insurance company liquidation are subject to exclusive jurisdiction of the liquidation supervisor, precluding civil courts from adjudicating their validity or amount.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1161 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1161/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Εταιρία Γενικών Ασφαλειών", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια, Ε. Κ. του Ν. - Σ., κάτοικο ..., που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεράσιμου Κομματά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. Β. του Γ., δικηγόρου, κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 43/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2135/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης, ανέγνωσε την από 15-1-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Στο άρθρο 10 παρ.1 υποπαρ. γ’ του ν.δ. 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", όπως προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ.2 του ν. 3557/2007, ορίζεται ότι "Οι απαιτήσεις από σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκτός των απαιτήσεων προσώπων που ασκούν τη διοίκηση και διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης, έχουν προνόμιο επί του συνόλου της περιουσίας της ασφαλιστικής επιχείρησης, εξαιρουμένων των εξόδων εκκαθάρισης και των μαθηματικών αποθεμάτων που υπάγονται στην κατηγορία τεχνικών αποθεμάτων ασφαλίσεων ζωής [...].
Οι απαιτήσεις του προηγουμένου εδαφίου προηγούνται των απαιτήσεων των δικαιούχων ασφάλισης αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και των απαιτήσεων των λοιπών ασφαλίσεων κατά ζημιών. [...]". Περαιτέρω, στο άρθρο 12α παρ.1, 5 και 10 του ν.δ. 400/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του π.δ. 332/2003, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης για παράβαση νόμου, καθώς και σε κάθε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών στοιχείων, ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης" (παρ.1, υποπαρ.
α’ ), ότι "Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της ασφαλίσεως αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται σε ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης" (παρ.5) και ότι "Ύστερα από αίτηση των μετόχων ή εταίρων που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από πενήντα εκατοστά (50%) του κεφαλαίου ασφαλιστικής επιχείρησης, του εκκαθαριστή ή του επόπτη, η ΕΠΕΙΑ μπορεί, εφ’ όσον έχει, σύμφωνα με βεβαίωση του επόπτη και του εκκαθαριστή, περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, να κηρύξει τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. [...].
Μετά τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η εκκαθάριση δοσοληψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθάριση) [...]" (παρ.10, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 3775/2009). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 179 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4013/2011, στο εξής:
ΠτΚ), οι διατάξεις του εφαρμόζονται συμπληρωματικά και στις περιπτώσεις εξυγίανσης και εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Στο άρθρο 25 εδ.α’ του ΠτΚ ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη, προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους".
Στο άρθρο 26 παρ.2 του ΠτΚ ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη των αναφερομένων στις παρ.3 έως 6, η αναστολή των ατομικών διώξεων δεν ισχύει ως προς τους ενέγγυους πιστωτές, σχετικά με τα [...] υπέγγυα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας". Τέλος, στο άρθρο 34 παρ.4 του ΠτΚ ορίζεται ότι "Οι απαιτήσεις των μισθωτών από μισθούς και λοιπές παροχές, που γεννήθηκαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης, καθώς και κάθε συναρτώμενη με την καταγγελία απαίτησή τους, όπως, ιδίως, αποζημίωση εκ του νόμου, αποτελούν πτωχευτικές απαιτήσεις, για τις οποίες οι μισθωτοί ικανοποιούνται ως πτωχευτικοί πιστωτές [...]".
Από το σύνολο των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, σε περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης, οι απαιτήσεις των εργαζομένων, οι οποίες έχουν γεννηθεί έναντι της ασφαλιστικής επιχείρησης και μέχρι την υποβολή αυτής σε ασφαλιστική εκκαθάριση, έχουν μεν γενικό προνόμιο ως προς την ικανοποίησή τους, δεν εξαιρούνται, όμως, από την υπαγωγή τους στην αναστολή των ατομικών διώξεων.
Ως εκ τούτου, οι δικαιούχοι εργατικών αξιώσεων, όπως και οι υπόλοιποι πιστωτές της ασφαλιστικής επιχείρησης, περιορίζονται στη δυνατότητα να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους στον επόπτη εκκαθάρισης, τηρώντας, αναλογικά, τη διαδικασία του άρθρου 10 παρ.3 του ν.δ. 400/1970 και, σε περίπτωση διαφωνίας τους προς την εκ μέρους των οργάνων της ασφαλιστικής εκκαθάρισης επαλήθευση των εν λόγω απαιτήσεων, ασκώντας αντιρρήσεις.
Οι αντιρρήσεις αυτές, σύμφωνα, πάντοτε, με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ.3 του ν.δ. 400/1970, μπορούν να ασκηθούν με ανακοπή, ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας της ασφαλιστικής επιχείρησης, μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση της ανακοίνωσης για την καταχώρηση της κατάστασης με τους αναγγελθέντες πιστωτές στο μητρώο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Για όσο χρόνο, όμως, διαρκεί η ασφαλιστική εκκαθάριση οι εργατικές αξιώσεις, παρά το γενικό προνόμιο που απολαμβάνουν, δεν είναι παραδεκτό να καταχθούν σε δίκη με την άσκηση τακτικής αγωγής (πρβλ. ΑΠ 688/2005). Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, που προβλέπει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, διότι η αναστολή των ατομικών διώξεων, τόσο στην πτώχευση όσο και στην ασφαλιστική εκκαθάριση, είναι μέτρο γενικής ισχύος που αποβλέπει στην, κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Συντάγματος), ορθολογική και σύμμετρη ικανοποίηση των μη εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο εξασφαλισμένων πιστωτών (ΑΠ 2196/2014).
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, δικηγόρος, με την ένδικη, από 8-3-2010, αγωγή, εκθέτει ότι την 7-9-1989 κατάρτισε με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, σύμβαση έμμισθης εντολής για παροχή δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια, μηνιαία αντιμισθία, καταβαλλόμενη στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα, πλέον δώρων εορτών και επιδόματος αδείας.
Ότι από την 1-8-2008 η αμοιβή της ανερχόταν στο ποσό των 5.600 ευρώ, μηνιαίως. Ότι με την .../21-9-2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠΕΙΑ) ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της εναγόμενης, που τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση. Και ότι την 30-10-2009 ο επόπτης ασφαλιστικής εκκαθάρισης κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση της έμμισθης εντολής.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 170.585 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχών αδείας, δώρων εορτών και υπόλοιπο αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασής της.
Επί της αγωγής, εκδόθηκε η 43/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε δεκτή. Ακολούθως, η πρωτόδικη απόφαση προσεβλήθη με την από 12-5-2011 έφεση της εναγομένης. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 2135/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των διατάξεων που αναφέρονται παραπάνω (βλ.
αρ.1), η θέση μιας ασφαλιστικής εταιρίας σε εκκαθάριση δεν επιφέρει αναστολή των ατομικών διώξεων ως προς τις εκ συμβάσεως παροχής δικηγορικών υπηρεσιών αξιώσεις του προσωπικού αυτής, οι οποίες όχι απλώς ικανοποιούνται προνομιακά έναντι των αξιώσεων των ασφαλισμένων, αλλά μπορούν ανεμπόδιστα να καταχθούν σε διαγνωστική δίκη και να εξοπλισθούν με τίτλο εκτελεστό.
Μετά την ερμηνεία αυτή, το εφετείο απέρριψε τους περί του αντιθέτου λόγους της εφέσεως, αλλά κατά τα λοιπά εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση και έκανε την αγωγή δεκτή σε μικρότερη έκταση, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα για τις προαναφερθείσες αιτίες 90.300 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις.
3. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας. Διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, αληθώς η αναστολή καταλαμβάνει και τις απαιτήσεις των πάσης φύσεως μισθωτών, μάλιστα δε όχι μόνο ως προς τη διάγνωση της ουσιαστικής βασιμότητας και του χρηματικού ύψους αυτών, αλλά και ως προς τη διαπίστωση αυτής καθ’ εαυτής της αιτίας της γέννησής τους. Παρομοίως, καταλαμβάνει και την έρευνα ως προς τη συνδρομή της αρνητικής προϋποθέσεως για το προνόμιο της ικανοποίησής τους, ήτοι το αν ο εμφανιζόμενος ως δικαιούχος είχε ή όχι την ιδιότητα του ασκούντος τη διοίκηση ή διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης. Επί όλων αυτών κατ’ αρχήν αρμόδιος είναι μόνο ο επόπτης εκκαθάρισης και επαλήθευσης των απαιτήσεων, του οποίου η κρίση επιτρέπεται να προσβληθεί με αντιρρήσεις, οπότε και μόνο δημιουργείται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, το εφετείο θα έπρεπε να κάνει δεκτή την έφεση και κατά το μέρος αυτό και να κηρύξει το απαράδεκτο της αγωγής, η οποία ούτε ως ένδικο βοήθημα αντιρρήσεων της ενάγουσας θα μπορούσε να εκτιμηθεί και να εκδικασθεί. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά την αναίρεση και εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α’ ), να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η έφεση, που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα και, κατά παραδοχή αυτής να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατόπιν, ύστερα από νέα έρευνα της αγωγής σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων που ήδη παρατέθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της, ως απαράδεκτη. Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοσθεισών διατάξεων, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα ολόκληρης της δίκης (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2135/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατώντας την υπόθεση και Δικάζοντας εκ νέου κατ’ ουσίαν.
Δέχεται την από 12-5-2011 έφεση κατά της 43/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την από 8-3-2010 αγωγή.
Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Απριλίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ