Legislator Case Law & Legislation
1161/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against municipal enterprise labor dispute, upholding lower court's rejection of abuse of rights claim.

Case Number 1161/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a municipal enterprise against a labor dispute involving former employees. The appellants argued that the employment was forced by the state and public unions, resulting in excessive claims and lack of benefit to the enterprise. The court found these circumstances insufficient to legally establish the defense of abuse of rights, thereby upholding the lower court's decision. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 277, 281 of the Code of Municipalities and Communities; The court held that alleged facts regarding state coercion and lack of enterprise benefit do not constitute a legal basis for the defense of abuse of rights when they fail to meet statutory requirements for such a claim.

Keywords

AI generated
abuse of rights defense municipal enterprise liability labor dispute appeal public union coercion abuse of process claim legal costs award supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Article 277 of the Code of Municipalities and Communities (Law 410/1995)
Article 281 of the Code of Obligations and Contracts
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 35/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1161 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1161/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προε- δρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 26η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου ... - Καρναβάλι ...(ΚΕΔΗΠ)" νομίμως εκπροσωπούμενου, που εδρεύει στην …, ως διαδόχου του πρώην ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Κοινωφελής Δημοτική Επιχείρηση Πατρών (ΚΔΕΠ)", το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Ασπρίδη και κατέθεσε προτάσεις

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1. Α. Κ. του Κ., 2. Π. Γ. του Χ., 3α. Γ. Μ. του Ζ., β. Γ. Μ. του Ν., γ. Π. Μ. του Ν., ως νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντος ενάγοντος Ν. Μ. του Γ., 4. Γ. Μ. του Κ., 5.Τ. Φ.-Γ. του Γ., 6. Μ. Χ.-Α. του Η., κατοίκων ..., 7. Β. Α. του Α. κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αντωνίου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 683/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 281/2013 Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 22-8-2014 αίτησή του, την οποία επανέφερε προς συζήτηση μετά από ματαίωση με την από 3-2-2015 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου, ανέγνωσε την από 12-5-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (π.δ. 410/1995, ΦΕΚ Α’ 231), που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του κρισίμου χρόνου (2002-2005), ορίζει στο άρθρο 277 ότι "1. Οι δήμοι [...] μπορούν να συνιστούν δικές τους επιχειρήσεις ή να μετέχουν σε επιχειρήσεις που συνιστούν μαζί με άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα ή σε επιχειρήσεις που ήδη υπάρχουν:

α) για την εκτέλεση έργων που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού, καθώς και για την οικονομική εκμετάλλευση των έργων αυτών, β) για την παραγωγή αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού, γ) την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που έχουν σκοπό την πραγματοποίηση εσόδων [...]. 5. Οι παραπάνω δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από αυτόν το νόμο [...]. 7.

Η ευθύνη δήμου ή κοινότητας, που συνιστά ή συμμετέχει σε επιχείρηση του άρθρου 285, περιορίζεται στη συμμετοχή τους στο κεφάλαιο της επιχείρησης", στο άρθρο 280 παρ.1 ότι "1. Η διαχείριση των επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση", στο άρθρο 281 παρ.1 ότι "Η ταμειακή υπηρεσία των επιχειρήσεων είναι ανεξάρτητη από τη δημοτική ή την κοινοτική", στο άρθρο 283 παρ.3 ότι "Το προσωπικό των επιχειρήσεων συνδέεται με αυτές με σχέση ιδιωτικού δικαίου" και στο άρθρο 287 ότι "1.

Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 277 έως 285 [...]. 2. Κατά τα λοιπά στις επιχειρήσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 277-285 εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της αστικής και εμπορικής νομοθεσίας" (βλ. και διατάξεις των άρθρων 252 επ.

του μεταγενέστερου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων ν. 3463/2006). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι προαναφερόμενες δημοτικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν ΝΠΔΔ ούτε, ειδικότερα, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των ΟΤΑ επιχειρήσεις και λειτουργούν υπό τη μορφή ΝΠΙΔ, η δε ευθύνη του αντίστοιχου ΟΤΑ για τη σύσταση ή συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση περιορίζεται στη συμμετοχή του μόνο στο κεφάλαιο της επιχειρήσεως, η οποία μπορεί να αξιώσει την καταβολή της εισφοράς του, χωρίς περαιτέρω ευθύνη τρίτων.

Συνεπώς, εργοδότης των μισθωτών, που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε τέτοιες επιχειρήσεις, είναι η επιχείρηση και κατ’ αυτής γεννάται αξίωση καταβολής των αποδοχών τους και όχι οι ΟΤΑ που τις συνέστησαν ή συμμετέχουν σ’ αυτές (ΑΠ 1009/2001). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 648 παρ.1 ΑΚ, εργοδότης στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφ’ ενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφ’ ετέρου υποχρεούται να πληρώσει προς αυτόν το συμφωνημένο μισθό.

Συνήθως, εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, που ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα κατά την εκπλήρωση της σύμβασης και που εποπτεύει την τήρηση των όρων, υπό τους οποίους τελεί η προσφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου. Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε ή ασκούνται από πλείονα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό το εάν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή εάν εργοδότης είναι μόνον ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 805/2011).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 του ΑΚ, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, βάσει της οποίας ο εργοδότης θα παραχωρήσει με τη μορφή δανεισμού εργαζομένου το μισθωτό σε τρίτον, προς τον οποίο αυτός θα παρέχει την εργασία του. Εργοδότης παραμένει, με όλες τις συναφείς υποχρεώσεις, ο αρχικός, ενώ είναι δυνατή συμφωνία ότι ο τρίτος θα καταβάλλει το μισθό ή μέρος του χωρίς όρους ή υπό ορισμένες προϋποθέσεις και περιορισμούς.

Ο θεσμός αυτός του γνήσιου "δανεισμού" δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 651 AK, όπου κατά κανόνα στη σύμβαση εργασίας η αξίωση του εργοδότη στην εργασία του μισθωτού είναι αμεταβίβαστη, διότι από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω αναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι αυτή η συμφωνία είναι νόμιμη και επιτρεπτή μεταξύ εργοδότη και τρίτου, μόνον αν συναινεί ο μισθωτός.

Μόνος υπόχρεος δε στην καταβολή του μισθού παραμένει ο αρχικός εργοδότης δυνάμει της σύμβασης εργασίας, αφού η σύμβαση δεν μεταβάλλεται ως προς την υποχρέωση αυτή, εκτός αν υπάρξει ειδική συμφωνία. Αντίθετα, ο αρχικός αυτός εργοδότης δεν υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης του μισθωτού από παροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης στο νέο εργοδότη (προς ον η παραχώρηση), διότι η παροχή της παράνομης αυτής εργασίας δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του μισθωτού που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας έναντι του εργοδότη του, αλλά στις ιδιαίτερες σχέσεις του εργαζομένου με το νέο εργοδότη, εκτός αν ειδικώς προβλέφθηκε να επιβαρύνεται ο αρχικός εργοδότης και για την περίπτωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησης.

Τέλος, η συναίνεση του εργαζομένου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, να συνάγεται δηλαδή από τη συμπεριφορά του, π.χ. όταν ο εργαζόμενος προσέρχεται και προσφέρει την εργασία του στον τρίτο. Η σύμβαση δανεισμού δεν επηρεάζει τη σύμβαση εργασίας. Το διευθυντικό δικαίωμα που ανήκει στον τρίτο δεν επιτρέπεται να προσκρούει στη σύμβαση εργασίας που έχει συναφθεί με τον αρχικό εργοδότη.

Ο αρχικός εργοδότης βαρύνεται κατά βάση με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας π.χ. καταβολή μισθού, αδείας, επιδόματος, ασφαλιστικές εισφορές κλπ, ενώ οι όροι της σύμβασης εργασίας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή.

Επίσης, σε καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης και, τέλος, υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση, αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά τη διάρκεια του δανεισμού, δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία.

Περαιτέρω, όπως συνάγεται από το άρθρο 216 παρ.1 περ. α’ ΚΠολΔ, νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, καθοριζόμενη κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, με συνέπεια η από το επιλαμβανόμενο αγωγής δικαστήριο εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου να προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/2005).

2. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με αυτό το λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει δικαιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση του δικαστηρίου για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 134/2013).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 89/2013).

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε, τυχόν προβαλλόμενος, ελέγχεται ως απαράδεκτος.

3. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι οι ενάγοντες, εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το αρχικά εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Δημοτική Επιχείρηση ... (ΑΔΕΠ)", που είχε συσταθεί νομίμως με τη μορφή της αμιγούς δημοτικής επιχείρησης, διεπομένης από τις διατάξεις των άρθρων 277 - 284 του π.δ. 410/ 1995 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, όπως ίσχυε τότε) και λειτούργησε, μέχρι τη λύση του, που έλαβε χώρα μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, στο πλαίσιο εξυπηρέτησης των σκοπών του Δήμου ....

Ότι, ειδικότερα, προσλήφθηκαν η πρώτη την 18-4-2002, η δεύτερη την 22-4-2002, ο αρχικά τρίτος την 28-1-2002, η τέταρτη την 17-4-2002, η πέμπτη την 12-3-2002, η έκτη την 23-4-2002 και ο έβδομος την 6-11-2001, με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκαν στην Πάτρα, για να προσφέρουν την εργασία τους ως εργάτες στο Δήμο ..., στο πλαίσιο του επιδοτούμενου, για χρονικό διάστημα δύο ετών, προγράμματος για εργασία ανέργων, που είχαν προκύψει από το κλείσιμο του εργοστασίου "Χ.

Γ. Κρητικός ΑΕ", στην…. Ότι το εναγόμενο ΝΠΙΔ τους απασχόλησε μέχρι την 31-8-2006 την πρώτη, μέχρι την 27-7-2006 τον αρχικά τρίτο ενάγοντα, μέχρι την 18-8-2004 την τέταρτη, μέχρι την 29-8-2006 την έκτη και μέχρι την 28-4-2006 τον έβδομο, οπότε και συμπλήρωσαν οι εν λόγω ενάγοντες τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησής τους και, έτσι, λύθηκε για τον καθένα τούτων η σύμβαση εργασίας, ενώ η δεύτερη και η πέμπτη από αυτούς εξακολούθησαν να απασχολούνται κανονικά στο εναγόμενο.

Ότι οι αποδοχές τους, κατά το διάστημα της απασχόλησής τους, προβλέπονταν από τις εκάστοτε ΣΣΕ ή ΔΑ, για τους εργαζομένους στους ΟΤΑ, καθώς ήταν μέλη του σωματείου εργαζομένων στην ΑΔΕΠ (αρχικά εναγόμενο ΝΠΙΔ) και του σωματείου εργαζομένων στο Δήμο ..., τα οποία ανήκουν στην ΠΟΕ-ΟΤΑ. Ότι οι συσταθείσες από τους ΟΤΑ δημοτικές επιχειρήσεις εντάσσονται στην έννοια των "οργανισμών" που εξαρτώνται από τους Δήμους, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 των ΣΣΕ που αφορούν στους όρους της αμοιβής των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στους ΟΤΑ.

Ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στην υπηρεσία καθαριότητας του Δήμου ... και συγκεκριμένα στην αποκομιδή των απορριμμάτων (συλλογή απορριμμάτων με τη σκούπα και εναπόθεση σε κάδους ή ακολουθούντες τα απορριμματοφόρα αυτοκίνητα - σάρωθρα), πλην του έβδομου από αυτούς, ο οποίος εργάστηκε ως εργάτης ηλεκτροφωτισμού.

Ότι για την εργασία, που αυτοί προσέφεραν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, δεν τους καταβλήθηκαν οι αποδοχές που αναλογούν: α) στο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, παρόλο που η εργασία τους έχει χαρακτηριστεί ως ανθυγιεινή από το νόμο (ΣΣΕ και υπουργικές αποφάσεις), β) σε ορισμένες παροχές σε είδος, που αναφέρονται παρακάτω, οι οποίες χορηγούνται για εργασία της ως άνω μορφής και γ) στα έξοδα κίνησης.

Ότι οι ΣΣΕ, που ρυθμίζουν τις πιο πάνω αξιώσεις των εφεσίβλητων κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, είναι αυτές που έγιναν για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου των ΟΤΑ (ΠΟΕ-ΟΤΑ) και συγκεκριμένα: α) για το έτος 2002, η από 18-07-2002 ΣΣΕ (πράξη καταθέσεως 82/22-07-2002), η οποία προσδιορίζει ποσό 3,87 ευρώ ημερησίως, β) για το έτος 2003, η από 04-07-2003 ΣΣΕ (πράξη καταθέσεως 46/04-07-2003), η οποία προσδιορίζει ποσό 5,27 ευρώ ημερησίως, γ) για το έτος 2004, η από 23-07-2004 ΣΣΕ (πράξη καταθέσεως 71/26-7-2004), η οποία προσδιορίζει ποσό 5,28 ευρώ ημερησίως, δ) για το έτος 2005, η από 31-8-2005 ΣΣΕ (πράξη καταθέσεως 94/1-9-2005), η οποία προσδιορίζει ποσό 5,28 ευρώ ημερησίως και ε) για το έτος 2006, η από 5-10-2006 ΣΣΕ (πράξη καταθέσεως 126/6-10-2006), η οποία προσδιορίζει ποσό 5,28 ευρώ ημερησίως [υπονοείται, πάντοτε, για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας].

Ότι η καταβολή του ποσού για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας προβλέπεται από τις ως άνω ΣΣΕ (άρθρο 3 κεφ. Δ περ.3 καθεμιάς τούτων) για τους απασχολούμενους στην αποκομιδή απορριμμάτων (συλλογή, φόρτωση, διάθεση), στη συντήρηση αυτοκινήτων απορριμμάτων, στην ταφή ή εκταφή νεκρών, καθώς και στους εργατοτεχνίτες αποχέτευσης.

Ότι ο έβδομος των εναγόντων, ο οποίος απασχολήθηκε ως εργάτης ηλεκτροφωτισμού, δεν δικαιούται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 10 της κάθε μίας από τις πιο πάνω ΣΣΕ, στους εργαζόμενους χορηγούνται ετήσια σε δύο περιόδους (χειμερινή - θερινή) τα παρακάτω είδη, ενώ, σε περίπτωση που δεν χορηγηθούν τα είδη αυτά, καταβάλλεται η αξία τους σε χρήμα, στην τρέχουσα τιμή και υπολογίζεται στις αποδοχές σύμφωνα με την 19/1983 ΔΔΔΑ Αθηνών.

Ότι τα είδη αυτά είναι τα εξής: Α) Άνδρες χειμερινά: 1) δύο (2) παντελόνια μάλλινα, 2) δύο (2) πουλόβερ μάλλινα βάρους 500 γραμ., 3) δύο (2) ζεύγη γάντια από χοιρινό δέρμα με εσωτερική επένδυση φανέλα, 4) ένα (1) ζευγάρι μποτάκια δερμάτινα αδιάβροχα με σόλα από κρεπ ή λάστιχο, 5) ένα (1) πηλίκιο. Β) Άνδρες θερινά: 1) δύο (2) παντελόνια βαμβακερά ή τζιν, 2) δύο (2) πουκάμισα βαμβακερά 100%, 3) ένα (1) ζευγάρι σκαρπίνια δερμάτινα αδιάβροχα με σόλα ραφτή, 4) ένα (1) πηλίκιο από ύφασμα ή ψάθα.

Γ) Γυναίκες χειμερινά: 1) δύο (2) φούστες από ύφασμα μάλλινο ή δύο (2) ρόμπες από ύφασμα βαμβακερό ή δύο (2) παντελόνια μάλλινα, 2) δύο (2) πουλόβερ μάλλινα βάρους 500 γραμ., 3) δύο (2) ζεύγη γάντια από χοιρινό δέρμα με εσωτερική επένδυση φανέλα, γυναικείας ραφής, 4) ένα (1) ζευγάρι μποτάκια δερμάτινα αδιάβροχα με σόλα από κρεπ ή λάστιχο, 5) ένα (1) πηλίκιο.

Δ) Γυναίκες θερινά: 1) δύο (2) φούστες από ύφασμα βαμβακερό ή δύο (2) ρόμπες από ύφασμα βαμβακερό ή δύο (2) παντελόνια βαμβακερά ή τζιν, 2) δύο (2) μπλούζες βαμβακερές 100%, 3) ένα (1) ζευγάρι παπούτσια δερμάτινα αδιάβροχα με σόλα ραφτή τύπου γόβα, 4) ένα (1) πηλίκιο από ύφασμα ή ψάθα. Ε) Χορηγούνται, επίσης, αδιακρίτως φύλου: 1) τρία (3) προσόψια το χρόνο διαστάσεων 0,90 Χ 0,55 υδρόφιλο βαμβακερό 100%, 2) ένα (1) σακάκι δερμάτινο από μοσχάρι ή κατσίκι, ανά τριετία στην αρχή της 3ετίας, αρχή της 1ης τριετίας είναι η ημερομηνία διορισμού, 3) δώδεκα (12) κιλά σαπούνι το χρόνο Α’ ποιότητας ή υγρό σαπούνι, 4) ένα (1) λίτρο γάλα φρέσκο ή μακράς διάρκειας ή τύπου εβαπορέ ίσης ποσότητας, την ημέρα.

Ότι τα έτη 2002 και 2006 χορηγήθηκαν στους ενάγοντες τα ως άνω είδη, όχι όμως και τα έτη 2003, 2004 και 2005, με αποτέλεσμα να οφείλεται σ’ αυτούς η αξία των άνω παροχών σε είδος, όπως ορίζει η εκάστοτε σχετική ΣΣΕ. Ότι με το ν. 2685/ 1999 και τις κατ’ εξουσιοδότησή του υπουργικές αποφάσεις, στις οποίες παραπέμπουν σχετικά άρθρα των ΣΣΕ, που καλύπτουν το ιδιωτικού δικαίου προσωπικό των ΟΤΑ και των νομικών προσώπων που επιχορηγούνται από αυτά, προβλέπεται κατ’ αποκοπή αμοιβή για έξοδα κίνησης, που δεν καταβλήθηκε στους εφεσίβλητους, ενώ καταβλήθηκε κανονικά σε άλλους συναδέλφους τους της ίδιας ειδικότητας με αυτούς.

Ότι, ειδικότερα, με τη 2/31607/0022/17-6-2002 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 768 Β’ παρ.1), καθορίζεται εφάπαξ ετήσια αποζημίωση του προσωπικού των ΟΤΑ α’ βαθμού από 1-1-2002 και εντεύθεν σε 2.112 ευρώ. Ότι, ακολούθως, με τη 2/6771/0022/ 5-2-2004 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 225 Β’ παρ.1), καθορίζονται τα κατ’ αποκοπή έξοδα κίνησης του προσωπικού των ΟΤΑ α’ βαθμού από 1-1-2004 και εντεύθεν σε 206 ευρώ μηνιαίως.

Ότι στη συνέχεια, με τη 2/35576/0022/13-7-2005 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 1018 Β’ παρ.1), καθορίζονται τα μηνιαία κατ’ αποκοπή έξοδα κίνησης του προσωπικού των ΟΤΑ α’ βαθμού για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 30-6-2005 σε 238 ευρώ μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 και εντεύθεν σε 270 ευρώ μηνιαίως. Ότι, με τη 2/50025/0022/3-10-2006 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 1489 Β’ παρ.1), καθορίζονται τα μηνιαία κατ’ αποκοπή έξοδα κίνησης του προσωπικού των ΟΤΑ α’ βαθμού από 1-7-2006 σε 325 ευρώ μηνιαίως.

Ότι, σύμφωνα με τις παραπάνω ρυθμίσεις, η συνολική οφειλή της αρχικά εναγομένης προς τους ενάγοντες ανερχόταν, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής: 1) Για την πρώτη τούτων στο ποσό των 21.959 ευρώ, 2) για τη δεύτερη στο ποσό των 24.762 ευρώ, 3) για τον τρίτο στο ποσό των 20.965 ευρώ, 4) για την τέταρτη στο ποσό των 11.523 ευρώ, 5) για την πέμπτη στο ποσό των 25.558 ευρώ, 6) για την έκτη στο ποσό των 21.068 ευρώ και 7) για τον έβδομο στο ποσό των 13.407,50 ευρώ, όπως είχε κριθεί και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η [τότε εκκαλούμενη] απόφαση δεν είχε προσβληθεί ειδικά με λόγο έφεσης, ούτε ως προς τον τρόπο υπολογισμού ούτε ως προς το ύψος των επιμέρους ποσών, που είχαν επιδικασθεί.

Ότι μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, η αρχικά εναγομένη δημοτική επιχείρηση διαλύθηκε και έπαψε να υφίσταται. Ότι, ειδικότερα, με την 56/1-2-2008 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., η οποία εγκρίθηκε με την 7537/1524/2008 (ΦΕΚ Β’ 331) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, η αρχικά εναγομένη διασπάστηκε με τη σύσταση δύο νέων επιχειρήσεων, ήτοι α) της Κοινωφελούς Δημοτικής Επιχείρησης Πατρών (ΚΔΕΠ) και β) της Αναπτυξιακής Δημοτικής Επιχείρησης Πατρών ΑΕ (ΑΔΕΠ ΑΕ).

Ότι εξ αυτών η πρώτη (ΚΔΕΠ), που συνεστήθη ως ίδιο ΝΠΙΔ, υπεισήλθε στη θέση του αρχικά εναγομένου ΝΠΙΔ και συνέχισε την ανοιγείσα με την ένδικη αγωγή δίκη στον πρώτο βαθμό, ως καθολικός διάδοχος εκείνου, με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτόδικου Δικαστηρίου που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης, χωρίς να αμφισβητήσει τη σχέση διαδοχής.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, α) δέχθηκε ότι νομιμοποιείται παθητικά το αρχικά εναγόμενο ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Δημοτική Επιχείρηση ... - ΑΔΕΠ", για το λόγο ότι εργοδότης των αναιρεσίβλητων υπήρξε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα αυτό το ίδιο και όχι ο Δήμος ..., στον οποίο οι τελευταίοι προσέφεραν την εργασία τους ως εργάτες καθαριότητας υπό καθεστώς δανεισμού εργασίας και απέρριψε το λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεώς του, ως κατ’ ουσία αβάσιμο και β) έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται για το ένδικο χρονικό διάστημα το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, την αξία των παροχών σε είδος που αναφέρθηκαν και τα έξοδα κίνησης, με βάση τις άνω ΣΣΕ, ΔΑ και υπουργικές αποφάσεις, στο συνολικό ποσό το οποίο προσδιόρισε και το οποίο δεν είχε αμφισβητηθεί ειδικά από την αναιρεσείουσα.

Κατόπιν αυτών, απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 651 και 361 ΑΚ, 277, 280, 283, 285 και 287 του π.δ. 410/1995, του ν. 2685/1999, των ΣΣΕ από 18-07-2002, από 04-07-2003, από 23-07-2004 και από 31-08-2005, της 19/1983 ΔΔΔΑ και των υπουργικών αποφάσεων 2/311607/0022/17-6-2002, 2/6771/0022/5-2-2004, 2/35576/0022/13-7-2005 και 2/50025/0022/3-10-2006 και υπήγαγε προσηκόντως σ’ αυτές τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε και επαρκώς περιέγραψε στις αιτιολογίες του.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, κατά ένα μέρος, τέταρτος και έβδομος, λόγοι της αιτήσεως, ενιαία κρινόμενοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση της αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19, είναι αβάσιμοι.

4. Επειδή, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, ο ισχυρισμός επί του οποίου αυτός στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της σχετικής προτάσεως, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις αυτές, όμως, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΑΠ 6/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο, κατά ένα μέρος, λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι οι επίδικες συμβάσεις εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων δεν είναι έγκυρες, γιατί παραβιάσθηκαν οι διατάξεις α) του άρθρου 41 του ν. δ. 496/1974, που ορίζουν κάθε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, καταρτιζόμενη με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, γίνεται υποχρεωτικά με έγγραφο, σε συνδυασμό με άρθρο 258 ν. 3463/2006, β) των ν. 2190/1994 και 2527/1997, που ορίζουν ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου καταρτιζόμενες με Κοινωφελείς Δημοτικές Επιχειρήσεις γίνονται υποχρεωτικά με έγγραφο και ως εκ τούτου η έλλειψη του εγγράφου τύπου καθιστά άκυρες τις συμβάσεις εργασίας, σύμφωνα με τη διάταξη άρθρου 159 ΑΚ και γ) της παραγράφου 8 του άρθρου 103 εδ.

α’ και γ’ του Συντάγματος οι οποίες αφορούν στους όρους και τη διάρκεια σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου και απαγορεύουν μονιμοποίηση και μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου κλπ και, επομένως, δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο εξεταζόμενος λόγος, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.8 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, στον οποίο στηρίζεται, είχε προταθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή με λόγο της έφεσής της ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

5. Επειδή, πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν παραπάνω (βλ. σκέψη αρ.1), σύμφωνα με το άρθρο 250 ΑΚ, "Σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις: [...] 6. των υπηρετών και των εργατών για την πληρωμή των μισθών ή άλλων αμοιβών και εξόδων τους, [...], 7. των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων [...] και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 277 του π.δ. 410/1995 δημοτικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των Οργανισμών αυτών επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας (ΑΠ 1009/2001), για όσα δε ζητήματα δεν ρυθμίζονται ειδικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις της εμπορικής και αστικής νομοθεσίας.

Συνεπώς, εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων των εργαζομένων που γεννήθηκαν σε βάρος των δημοτικών αυτών επιχειρήσεων για την πληρωμή καθυστερούμενων μισθών, επιδομάτων κλπ. είναι οι διατάξεις του άρθρου 250 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή (ΕΣ 65/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο µε την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε σχετικά με το ζήτημα της παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των αναιρεσίβλητων ότι ο νομίμως επαναφερόμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί διετούς παραγραφής των αξιώσεων για τα έτη 2002, 2003 και 2004, αβάσιμος, καθόσον η αρχική εναγομένη συνεστήθη ως ΝΠΙΔ, που διέπεται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και δεν ισχύει ως προς αυτήν η βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, που ισχύει για το Δημόσιο και τους ΟΤΑ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον οι ένδικες αξιώσεις γεννήθηκαν σε βάρος της αρχικά εναγομένης ΑΔΕΠ, στη θέση της οποίας υπεισήλθε η ήδη αναιρεσείουσα ΚΕΔΗΠ, η οποία συνιστούσε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων της αστικής νομοθεσίας, αφού οι δημοτικές επιχειρήσεις όπως προαναφέρθηκε δεν αποτελούν Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (βλ. και άρθρο 1 π.δ. 410/1995).

Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

6. Επειδή, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή σε χρήμα της αξίας των παροχών σε είδος δεν είναι νόμιμες, διότι έχουν καταργηθεί το 2006 και, επομένως, δεν έπρεπε να γίνουν δεκτές από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, στον οποίο στηρίζεται, είχε προταθεί νομίμως στο εφετείο ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

7. Επειδή, η αναιρεσείουσα, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις και από τους αριθμούς 8, 10, 11 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να προσδιορίζει στο αναιρετήριο συγκεκριμένες πλημμέλειες, που ιδρύουν τους εκ των αριθμών αυτών λόγους αναίρεσης. Επομένως, οι αιτιάσεις αυτές είναι εντελώς αόριστες και ως εκ τούτου απαράδεκτες.

8. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ.17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα, όχι δε όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες, χωρίς να επέχουν αυτές θέση διατακτικού ούτε μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού (ΑΠ 359/2011). Επομένως, εφόσον αποδίδεται από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την εφαρμογή των ΣΣΕ της ΠΟΕ-ΟΤΑ, που διέπουν τις αξιώσεις των αναιρεσίβλητων και των διατάξεων που εφαρμόζονται στην παραγραφή των αξιώσεών τους (πενταετία) σε σχέση με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στην παραγραφή αξιώσεων άλλων εργαζομένων, σε άλλους φορείς του Δήμου, δεν συγκροτείται η από το άρθρο 559 αρ.17 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος.

9. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού αυτή τείνει στην ανατροπή μιας κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να επιφέρει επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην έλασσον του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 8/2001).

Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που επιφέρει η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 351/2011). Εξάλλου, αν το δικαστήριο παρέλειψε να δικάσει σε κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής και δεν διέλαβε κάτι γι’ αυτό στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασής του, το αίτημα αυτό θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά (ΑΠ 35/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ότι πρωτοδίκως πρότεινε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, την οποία επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου, με λόγο έφεσης. Για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής προέβαλε και επικαλέσθηκε, όπως αναγράφονται αυτολεξεί στο αναιρετήριο, τα εξής: "α) Την επιβολή της πρόσληψης των εναγόντων στην ΑΔΕΠ από το Δημόσιο και τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, χωρίς πρωτοβουλία και επιθυμία της ΑΔΕΠ.

β) Το συμφωνηθέντα περιορισμένο χρόνο εργασίας τους, που μετατράπηκε σε διαρκή ως άνω προς εξυπηρέτησή τους, με πρωτοβουλία, επίσης, του Δημοσίου και έτσι αύξησε τα ποσά των αξιώσεων από τα δύο στα πέντε έτη, με υπέρμετρη επιβάρυνση της ΑΔΕΠ ή και του Δήμου και σήμερα εμού ενώ δεν συμμετείχα, δεν ωφελήθηκα και δεν με βαρύνει ευθύνη ή υπαιτιότητα παράλειψης της παροχής των αγωγικών αξιώσεων.

γ) Τη γνώση και αποδοχή των εναγόντων ότι προσλαμβάνονται από τον ΟΑΕΔ, ότι θα αμείβονται κυρίως από τον ΟΑΕΔ και ότι θα εργάζονται στο Δήμο και όχι για λογαριασμό της ΑΔΕΠ. δ) Τη γνώση, συμφωνία και αποδοχή των εναγόντων να αμείβονται με τις κατώτερες αποδοχές της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (όπως αναφέρει το πρόγραμμα) και τις οποίες ελάμβαναν κανονικά και όχι με τις αμοιβές και παροχές των ΣΣΕ της ΠΟΕ-ΟΤΑ.

ε) Τη μη διαμαρτυρία των εναγόντων και μη προβολή αξίωσης επί πέντε έτη να λάβουν τις αιτούμενες παροχές και ειδικότερα τη μη προβολή αξίωσης πριν μονιμοποιηθούν ως αορίστου χρόνου και ασφαλίσουν οριστικά την εργασιακή τους σχέση. στ) Τη γνώση των εναγόντων ότι παρείχαν την εργασία τους στο Δήμο και ότι ο Δήμος ήταν ο πραγματικός εργοδότης τους.

ζ) Τη γνώση των εναγόντων ότι από τη συμμετοχή της ΑΔΕΠ στο πρόγραμμα ωφελήθηκαν οι ίδιοι και όχι η ΑΔΕΠ, με κατοχύρωση εργασίας, μονιμότητας, σύνταξης και εξασφάλισης των ιδίων και των οικογενειών τους". Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε σιωπηρά την ένσταση αυτή. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι τα εκτιθέμενα περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

10. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών( άρθρα 176 , 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-6-2014 αίτηση για αναίρεση της 281/2013 απόφασης του Εφετείου Πατρών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2α Ιουλίου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Σεπτεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ