Legislator Case Law & Legislation
1161/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor law grounds, ruling lower court correctly applied wage calculation rules.

Case Number 1161/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding unpaid wages. The appellant argued the lower court erred in calculating wages and failed to reverse the burden of proof regarding employment status. The court found the lower court's application of statutory wage provisions and evidence rules correct and without legal error. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 653 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and the lower court's decision is overturned only if it failed to apply a rule where conditions existed, applied it where they did not, or applied it incorrectly.

Keywords

AI generated
Labor Law Appeal Wage Calculation Burden of Proof Substantive Law Violation Employment Contract Legal Costs Evidence Rules

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 648, 649, 653 of the Civil Code
Article 1 of the International Convention on the Protection of Wages (No. 95/1949)
Article 8 of Law 1876/1990
Articles 38 of Law 1892/1990 and 2 of Law 2639/1998
Articles 160 and 443 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1161 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1161/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Λάλα.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. (A.) Σ. (S.) του Μ. (M.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3127/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1023/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-2-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 29-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ συνάγεται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο ως αντιπαροχή της εργασίας του τον συμφωνημένο ή νόμιμο ή ειθισμένο μισθό, δεδομένου ότι, κατά την δεύτερη των διατάξεων αυτών, η συμφωνία για μισθό τεκμαίρεται από το γεγονός ότι υπάρχει συμφωνία για παροχή εργασίας, η οποία κατά τις συνηθισμένες περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό.

Συμφωνημένος ή συμβατικός είναι ο μισθός που ως προς το ποσό και τη μορφή του καθορίζεται με συμφωνία του εργοδότη και του μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή. Αντίθετα, νόμιμος μισθός είναι ο μισθός, τα επιδόματα και οι προσαυξήσεις που καθορίζονται άμεσα με κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται οι κανονιστικές διατάξεις Σ.Σ.Ε., Δ.Α.

και Υπουργικών Αποφάσεων, διά των οποίων θεσπίζονται κατά τρόπο υποχρεωτικό κατώτατα όρια νόμιμου μισθού. Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 8 του Ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", κατά την οποία οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας - άρα και τα ελάχιστα όρια αμοιβών - και ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας.

Παρέπεται εξ αυτών ότι ο συμβατικός μισθός δεν μπορεί να υπολείπεται του ελάχιστου ορίου νόμιμου μισθού, που καθορίζεται με τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, εκτός αν συνδυάζεται με υποχρέωση παροχής από τον εργαζόμενο χρονικώς μειωμένης εργασίας, κάθε δε αντίθετη ατομική συμφωνία για καταβολή μικρότερου μισθού είναι άκυρη και δεν ισχύει (άρθρα 174, 180 ΑΚ).

Εξάλλου, με το άρθρο 42 παρ. 3 του Ν. 3239/1955 "περί τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας κ.λπ.", όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 παρ. 12 του Ν.Δ. 3755/1957 "περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών κ.λπ.", ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν έχουν εφαρμογή για την ρύθμιση των όρων, συνθηκών και αμοιβής εργασίας των αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία απασχολουμένων μισθωτών, πλην εκείνων που υπηρετούν σε γεωργικές, κτηνοτροφικές εργασίες, που ασκούνται από εμπορικές επιχειρήσεις, ή από το Δημόσιο, ή από Ν.Π.Δ.Δ., ή εφόσον οι σχέσεις αυτών διέπονται ήδη από Σ.Σ.Ε., Διαιτητικές Αποφάσεις, Υπουργικές Αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις ή υπάγονται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ανεξάρτητα από τη μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση.

Ομοίως, με το άρθρο 8 παρ. 3 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. "περί της εφαρμογής των αρχών ίσης αμοιβής αρρένων και θηλέων, αυξήσεως των ημερών αδείας αναπαύσεως των εργατών και καθιερώσεως 45ώρου εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών", η οποία δημοσιεύθηκε με την 11400/1710/4-3-1975 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης (ΦΕΚ Β' 276) και κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, ως πληρούσα τους όρους του Ν. 3239/1955, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ορίσθηκε, κατ' επανάληψη της άνω διάταξης (άρθρ. 42 παρ. 3 Ν. 3239/1955), ότι στις διατάξεις αυτής (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.) δεν υπάγονται οι αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στην κτηνοτροφία, την αλιεία και τις δασικές εργασίες απασχολούμενοι, με εξαίρεση για τους αμέσως στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων και την κτηνοτροφία απασχολούμενους, α) τους υπηρετούντες σε γεωργικές και κτηνοτροφικές επιχειρήσεις, ασκούμενες από εμπορικές εταιρείες ή Ν.Π.Δ.Δ., β) τους διεπόμενους ήδη από Σ.Σ.Ε., Δ.Α., Υπουργικές Αποφάσεις ή άλλες σχετικές πράξεις και γ) τους υπαγόμενους στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ανεξαρτήτως από τη νομική μορφή υπό την οποία ασκείται η εκμετάλλευση στην οποία απασχολούνται.

Το παραπάνω εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς σε σχέση με τους όρους εργασίας και αμοιβής των αμέσως στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων απασχολουμένων μισθωτών, το οποίο διατηρήθηκε και με τις επακολουθήσασες μέχρι το έτος 1989 Δ.Α. και Ε.Γ.Σ.Σ.Ε περί των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων μισθωτών απάσης της χώρας, μετέβαλε ο Ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 35 αυτού και την κατ' εξουσιοδότηση της ίδιας διατάξεως εκδοθείσα 12386/ 1990 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης, άρχισε να ισχύει από 8-5-1990.

Ειδικότερα, ο εν λόγω νόμος, στα άρθρα 1 παρ. 1, 3 παρ. 1 περ. α' και 8 παρ. 1 εδ. α' αυτού, ορίζει ότι "Ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα της οικονομίας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι στη γεωργία, κτηνοτροφία και συναφείς εργασίες, καθώς και οι κατ' οίκον εργαζόμενοι", ότι "οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας διακρίνονται α) σε εθνικές γενικές, που αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας..." και ότι "οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας...".

Ενώ, με το άρθρο 23 παρ. 1 περ. β' του ίδιου Ν. 1876/1990 καταργήθηκε ρητά η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 10 παρ. 12 του Ν.Δ. 3755/ 1957. Επομένως, οι παραπάνω διατάξεις του Ν. 1876/1990, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, επεξέτειναν από τις 8-5-1990 τον θεσμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και στους αμέσως εργαζόμενους στην γεωργία, ανεξαρτήτως από την υπαγωγή ή μη αυτών στην ασφάλιση του ΙΚΑ και την ιδιότητα του εργοδότη τους, υπάγοντας εφεξής και αυτούς στους κανονιστικούς όρους της εκάστοτε ισχύουσας εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ως προς τους οποίους ουδεμία πλέον ισχύ έχει η αντιθέτου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 της με το Ν. 133/1975 κυρωθείσας από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., ούτε οι όμοιες διατάξεις των Δ.Α.

και Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που επακολούθησαν (Ολομ. ΑΠ 36/2007). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι αμέσως εργαζόμενοι στη γεωργία (γεωργικοί μισθωτοί) υπάγονται πλέον (από 8-5-1990) και έως ότου συναφθούν κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, στους κανονιστικούς όρους της εκάστοτε ισχύουσας εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ως εκ τούτου δικαιούνται τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων, τα οποία καθορίζονται από τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καθώς και ετήσια άδεια με αποδοχές αδείας, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 1346/1983, στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν. 3227/2004 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3302/ 2004, και τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 3 του ίδιου Α.Ν. 539/1945.

Κατά τις διατάξεις αυτές, κάθε μισθωτός, εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχολήσεως δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές κατ' αναλογία με τον χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση.

Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει την ετήσια κανονική άδεια με αποδοχές, η οποία αναλογεί στον χρόνο απασχόλησής του στην υπόχρεη επιχείρηση και υπολογίζεται με βάση ετήσια άδεια 24 εργάσιμων ημερών ή αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, 20 εργάσιμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας.

Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία (1) εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του πρώτου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες ή μέχρι και τις 22 εργάσιμες ημέρες αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας. Για καθένα από τα επόμενα ημερολογιακά έτη, δηλαδή τρίτο έτος και επόμενα έτη, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει, από την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, κανονική ετήσια άδεια 26 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται επί εξαήμερο ή 22 εργάσιμων ημερών αν εργάζεται επί πενθήμερο, με αποδοχές, ίσες με ένα μηνιαίο μισθό ή 26 ημερομίσθια, τόσο επί εξαήμερης εργασίας όσο και επί πενθήμερης εργασίας.

Κατά την διάρκεια της αδείας του ο μισθωτός δικαιούται να λάβει τις συνήθεις αποδοχές, εκείνες δηλαδή που θα ελάμβανε εάν εργαζόταν κατά τον αντίστοιχο χρόνο. Κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου (Α.Ν. 539/45), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 15 του Ν. 4504/1966, η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως, η οποία σκοπεί μόνον στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωση για τη χορήγηση της αδείας και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την υπό του μισθωτού άσκηση του δικαιώματός του για άδεια μετ' αποδοχών, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδεια έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού.

Επίσης δικαιούνται οι αμέσως εργαζόμενοι στη γεωργία και επίδομα αδείας, το οποίο ρυθμίζει ο άνω Ν. 4504/1966 με το άρθρο 3 παρ. 16 αυτού (ΑΠ 1032/2011, 1321/2008), σύμφωνα με το οποίο το επίδομα αδείας υπολογίζεται όπως και οι αποδοχές αδείας, με τον περιορισμό ότι δεν μπορεί να υπερβεί, για όσους μεν μισθωτούς αμείβονται με μισθό, τον μισό μηνιαίο μισθό, για όσους δε αμείβονται με ημερομίσθιο, τα 13 ημερομίσθια.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 του Π.Δ. 88/1999 "Ελάχιστες προδιαγραφές για την οργάνωση του χρόνου εργασίας σε συμμόρφωση με την Οδηγία 93/104/ΕΚ" (ΦΕΚ Α' 94/13-5-1999), στους εργαζόμενους μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών παρέχεται ετήσια άδεια μετά αποδοχών τεσσάρων εβδομάδων τουλάχιστον, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (η διάταξη αυτή καταργήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν. 3144/2003, το άρθρο 6 του οποίου ρυθμίζει την ετήσια κανονική άδεια και το επίδομα αδείας που δικαιούται ο εργαζόμενος).

Σύμφωνα δε με την παρ. 4 του άρθρου 1 του ως άνω Π.Δ. 88/1999, οι διατάξεις του διατάγματος αυτού δεν εφαρμόζονται στο ένστολο προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, στο οικιακό υπηρετικό προσωπικό, στις αεροπορικές, σιδηροδρομικές, οδικές, θαλάσσιες, ποτάμιες και λημναίες μεταφορές, από θαλάσσια αλιεία και λοιπές θαλάσσιες δραστηριότητες, καθώς επίσης και στους ειδικευόμενους ιατρούς (με την παρ. 1 του άρθρου 1 του Π.Δ. 76/ 2005 αντικαταστάθηκε η παρ. 4 του άρθρου 1 του Π.Δ. 88/1999 και πλέον οι διατάξεις αυτού δεν εφαρμόζονται μόνο στους ναυτικούς και στο οικιακό προσωπικό.

Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του Ν. 1892/1990 και ορίσθηκε στην παράγραφο 1, ότι κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση) και ότι η συμφωνία αυτή, εφόσον μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάρτισή της δεν γνωστοποιηθεί στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση και στην παράγραφο 16 του ίδιου άρθρου 2 του Ν. 2639/1998 ορίζεται ότι, μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου (στις 2-9-1998), κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας μεταξύ αυτού και των εργαζομένων, που απασχολεί με μερική απασχόληση, στην οποία θα αναγράφεται η ημερομηνία καταρτίσεως της συμβάσεως αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου και ότι σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της καταστάσεως αυτής τεκμαίρεται ότι η σχετική σύμβαση καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι για την κατάρτιση της συμβάσεως μερικής απασχολήσεως απαιτείται κατά νόμο έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός. Η έλλειψη μόνο της έγκαιρης γνωστοποιήσεως της συμφωνίας για την μερική απασχόληση στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας συνεπάγεται την ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της συμβάσεως που αφορά τη μερική απασχόληση και η συμφωνία τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.

Σε μια τέτοια περίπτωση, ο εργαζόμενος έχει κατ' αρχήν δικαίωμα να αξιώσει την απασχόλησή του κατά πλήρες ωράριο. Ο εργοδότης, όμως στην τελευταία αυτή περίπτωση μπορεί να ανταποδείξει ότι η σύμβαση εργασίας αφορά μερική και όχι πλήρη απασχόληση, διότι το τεκμήριο που θεσπίζεται είναι μαχητό, αφού δεν ορίζεται το αντίθετο στο νόμο (άρθρο 338 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και, συνεπώς, ανατρέπεται, αν ο μαχόμενος κατά του τεκμηρίου αποδείξει ότι καταρτίσθηκε πράγματι σύμβαση με μερική και όχι με πλήρη απασχόληση.

Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της υπ' αριθμ. 95/1949 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", η οποία κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, προκύπτει ότι μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη σε χρήμα ή σε είδος παροχή, όπως κατοικία, τροφή κ.λπ., η οποία χορηγείται τακτικώς, αδιαλείπτως και ανεπιφυλάκτως στον μισθωτό, ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη από αυτόν εργασία και όχι για άλλη αιτία, ή όταν προσλαμβάνει το νομικό χαρακτήρα του μισθού, κατόπιν ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας των συμβληθέντων.

Δεν αποτελεί, συνεπώς, μισθό ή πρόσθετη παροχή όταν δίδεται προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών εν γένει της εργασίας ή της επιχειρήσεως, δηλαδή για την εξασφάλιση ή την διευκόλυνση, τεχνικώς και πρακτικώς, των συνθηκών απασχολήσεως του μισθωτού προς όφελος του εργοδότη, καθόσον, χωρίς την εκπλήρωσή της, η εκτέλεση της εργασίας καθίσταται ανέφικτη ή δυσχερής και γι' αυτό δεν αποτελεί μισθό, ακόμη και όταν αποφέρει κάποια ωφέλεια και στον μισθωτό και κατά την πραγματική και αληθινή βούληση των μερών η παροχή αυτή δεν δίδεται για επαύξηση του νομίμου μισθού ή αυτού που αρχικά συμφωνήθηκε.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως του δικαστηρίου ιδρύεται μόνον όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα ή χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα περιστατικά που συνιστούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως.

Ο λόγος αυτός, άρα, δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Ινδός υπήκοος, ο οποίος διαμένει και εργάζεται νόμιμα στην Ελλάδα, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα με προφορική (άτυπη) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την 1-11-1997, για να εργασθεί, ως γεωργικός εργάτης, στο αγρόκτημα, εκτάσεως 26 και πλέον στρεμμάτων, που ο εναγόμενος νέμεται και εκμεταλλεύεται στην περιοχή Νέα Άρτεμη Αττικής (Δήμος Αρτέμιδος), με το νόμιμο καθεστώς εργασίας και αντί των νομίμων αποδοχών εργάτη, άγαμου και άνευ προϋπηρεσίας κατά τον χρόνο της προσλήψεώς του.

Στο αγρόκτημα αυτό ο εναγόμενος καλλιεργεί, για οικογενειακή κατανάλωση, κηπευτικά, οπωροφόρα, ελαιόδεντρα, σιτηρά, αμπέλια κ.λπ., στον ίδιο δε χώρο διατηρεί θερμοκήπιο και επιπλέον εκτρέφει οικόσιτα ζώα (αιγοπρόβατα και όρνιθες). Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 1.11.1997 ως 15.6.2008, που έληξε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, ο ενάγων, ο οποίος διέμενε σε κατοικία εντός του εν λόγω αγροκτήματος, πραγματοποιούσε με επάρκεια και αποδοτικότητα, προς όφελος του εναγομένου, το σύνολο των γεωργικών εργασιών, που αυτός του επεδείκνυε, στο καλλιεργήσιμο τμήμα του αγροκτήματός του και συγκεκριμένα η εργασία του ενάγοντος συνίστατο στην καλλιέργεια της γης, όπως σκάψιμο, φύτεμα, πότισμα, ράντισμα, περιποίηση και συγκομιδή των καλλιεργούμενων προϊόντων, δευτερευόντως δε απασχολείτο και με την φροντίδα και φύλαξη 22 περίπου αιγοπροβάτων και ορνίθων, εργαζόμενος υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, ήτοι από Δευτέρα έως και Παρασκευή και επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, χωρίς όμως να λαμβάνει τις νόμιμες αποδοχές που εδικαιούτο, κατά τα προβλεπόμενα από τις ισχύουσες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.), ως γεωργικός εργάτης, αλλά μηνιαίο μισθό, το ύψος του οποίου καθορίστηκε συμβατικά, για το επίδικο χρονικό διάστημα, στο ποσό των 530 ευρώ μηνιαίως για τα έτη 2003 και 2004 και στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως για τα έτη 2005 έως 2008.

Ενόψει αυτών - συνεχίζει το Εφετείο - ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων εργαζόταν επί 2 έως 3 ώρες ημερησίως δεν είναι βάσιμος, εφόσον κατατείνει σε κατάρτιση συμβάσεως μερικής απασχολήσεως, για την οποία δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2639/ 1998, που αντικατέστησε το άρθρο 38 του Ν. 1892/1990.

Ειδικότερα - είπε το Εφετείο - ο εναγόμενος αφενός μεν δεν επικαλείται έγγραφη σύμβαση για μερική απασχόληση του ενάγοντος και γνωστοποίηση της συμβάσεως αυτής, εντός προθεσμίας 15 ημερών στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, ή (επειδή η μεταξύ τους σύμβαση καταρτίσθηκε πριν από την ισχύ του Ν. 2639/1998) υποβολή στην Επιθεώρηση Εργασίας της σχετικής συγκεντρωτικής καταστάσεως των εργαζομένων με μερική απασχόληση, και άρα τεκμαίρεται η πλήρης απασχόληση αυτού (ενάγοντος), ενώ οι ετήσιες Υπεύθυνες Δηλώσεις προς τον Ο.Γ.Α., που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος, δεν αναπληρώνουν την προς την Επιθεώρηση Εργασίας γνωστοποίηση, η οποία είναι διαφορετική υπηρεσία, αφετέρου δε δεν ανέτρεψε (ο εναγόμενος) το ως άνω τεκμήριο, αφού δεν απέδειξε, όπως είχε το σχετικό βάρος, ότι η ένδικη σύμβαση αφορούσε πράγματι μερική και όχι πλήρη απασχόληση.

Στη συνέχεια, παραθέτοντας το Εφετείο τα ελάχιστα όρια αποδοχών του ανειδίκευτου εργάτη, που εδικαιούτο ο ενάγων να λάβει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2003 έως 15-6-2008), βάσει των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., οι οποίες ίσχυσαν κατά το διάστημα αυτό, αποφάνθηκε, ότι ο συμφωνηθείς μηνιαίος μισθός, που κατέβαλε ο εναγόμενος στον ενάγοντα, υπολειπόταν του ελαχίστου νομίμου τοιούτου και ότι, συνεπώς, δικαιούται ο ενάγων να λάβει, για την παρασχεθείσα εργασία του, τις εντεύθεν προκύπτουσες διαφορές αποδοχών (οι οποίες αναλυτικά εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση), ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 11.494,45 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι μη καταβληθείσες σ' αυτόν δεδουλευμένες αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 1-5-2008 έως 15-6-2008.

Έτσι επικύρωσε το Εφετείο, με απόρριψη του σχετικού λόγου της εφέσεως του εναγομένου, την πρωτόδικη απόφαση (3127/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει στον ενάγοντα για διαφορές αποδοχών και για δεδουλευμένες αποδοχές αυτού το ως άνω ποσό. Ο εναγόμενος - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα, ισχυριζόμενος ότι παρείχε σ' αυτόν στέγη και πλήρωνε εξ ιδίων τους λογαριασμούς στη ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ και ότι η αξία των παροχών αυτών, κατ' αποτίμησή τους, προστιθέμενη στον καταβαλλόμενο στον ενάγοντα μηνιαίο μισθό, υπερκαλύπτει όλες τις αξιώσεις του.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός - είπε το Εφετείο - είναι αβάσιμος, διότι, ναι μεν πράγματι ο εναγόμενος είχε παραχωρήσει στον ενάγοντα τον εντός του αγροκτήματος ευρισκόμενο οικίσκο, επιφάνειας 45 τ.μ. περίπου, ως μόνιμη κατοικία του και επί πλέον κατέβαλε ο ίδιος (εναγόμενος) τις πάγιες δαπάνες στους οργανισμούς κοινής ωφέλειας, πλην όμως, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε (ρητή ή σιωπηρή) συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί καταβολής στον ενάγοντα αποδοχών εν μέρει σε είδος, οι παραπάνω πρόσθετες παροχές του εναγομένου στον ενάγοντα, ο οποίος εργαζόταν στο χώρο του εργοδότη του, είχαν τον χαρακτήρα της εξυπηρετήσεως των λειτουργικών αναγκών του αγροκτήματος του τελευταίου και όχι μισθολογικό χαρακτήρα, ενώ ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου συνιστά ένσταση εξοφλήσεως, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, το μεν διότι δεν προβλήθηκε με προφορική δήλωση, έστω και συνοπτική, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καταχωρημένη στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, το δε διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο ενάγων εργάσθηκε υπό καθεστώς μερικής απασχολήσεως, για την οποία (μερική απασχόληση) εδικαιούτο αυτός αποδοχές κατώτερες των καταβαλλομένων και άρα δεν δικαιούται τίποτε επιπλέον.

Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι ο εναγόμενος ουδέποτε χορήγησε στον ενάγοντα ετήσια άδεια με αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας και ότι για τις αιτίες αυτές ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα, κατά τον Α.Ν. 539/1945 και κατά το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, τα ποσά, που αναλυτικά εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση για καθένα από τα επίδικα έτη (2003, 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008) και συνολικά το ποσό των 7.064,40 ευρώ, το οποίο επιδίκασε σ' αυτόν και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του.

Ακολούθως δε, αφού απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν δικαιούται αποδοχές ετήσιας άδειας και επίδομα άδειας, δεδομένου ότι οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και οι Σ.Σ.Ε. δεν ισχύουν για τους μισθωτούς γεωργικών εργασιών και μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 1786/1990, εφόσον δεν έχει υπογραφεί γι' αυτούς κλαδική ή συλλογική σύμβαση εργασίας, επικύρωσε και κατά τούτο, με απόρριψη του σχετικού λόγου της εφέσεως του εναγομένου, την πρωτόδικη απόφαση.

Ενόψει των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1 περ. α' και 8 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1876/1990 και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 της, κυρωθείσας με το Ν. 133/1975, από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., ούτε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι παραπάνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας έχουν εφαρμογή και επί των γεωργικών εργατών και ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο να λάβει, ως ημερομίσθιο, ποσό όχι μικρότερο από τα ελάχιστα όρια αποδοχών του ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτά προσδιορίζονται από τις ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., παραβίασε τις διατάξεις αυτές, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επίσης, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος προσλήφθηκε από τον αναιρεσείοντα, την 1-11-1997, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας απασχολήθηκε έκτοτε, ως γεωργικός εργάτης, στο αγρόκτημα αυτού, έως τις 15-6-2008 που λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, εδικαιούτο να λάβει ετήσια άδεια (22 ημερών λόγω πενθήμερης απασχολήσεως εβδομαδιαίως) με αποδοχές αδείας, ίσες με 26 ημερομίσθια και επίδομα αδείας, ίσο με 13 ημερομίσθια, κατά τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008, ως υπαγόμενος στον Α.Ν. 539/1945, δεν παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, ούτε τις διατάξεις του Α.Ν. 539/1945 (όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν), που προαναφέρθηκαν, αλλά ούτε και εκείνες του άρθρου 7 του Π.Δ. 88/1999 και του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διατάξεων αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και τη νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, είχε νόμιμα προβληθεί ενώπιον αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσίβλητος, όπως ο ίδιος εκθέτει στην ένδικη αγωγή του, απουσίασε από την εργασία του με άδεια άνευ αποδοχών, για να μεταβεί στην πατρίδα του την Ινδία, κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα (δέκα εβδομάδες κατά το έτος 2005, τρεις εβδομάδες κατά το έτος 2007 και οκτώ εβδομάδες κατά το έτος 2008), δεν συμψήφισε τα διαστήματα αυτά προς τις ημέρες αδείας που εδικαιούτο αυτός.

Όμως ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι τον ισχυρισμό αυτόν, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είχε προβάλλει ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής και ότι τον επανέφερε κατ' έφεση, ούτε, άλλωστε, προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και των σχετικών προτάσεων του αναιρεσείοντος ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το εξεταζόμενο εδώ μέρος του, αλλά και κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται συναφής αιτίαση, προεχόντως, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικόγραφο της ένδικης αγωγής, δεν περιλαμβάνεται σ' αυτήν αίτημα επιδικάσεως στον αναιρεσίβλητο διαφοράς αποδοχών για το χρονικό διάστημα των οκτώ (8) εβδομάδων, ήτοι από 12-2-2008 έως 14-4-2008, κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν στην Ινδία με άδεια άνευ αποδοχών, τούτο δε, άλλωστε, επισημαίνει και ο αναιρεσείων στο αναιρετήριο.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 30-4-2008 (16 εβδομάδες), ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των 1.656,95 ευρώ (ήτοι 34,52 ευρώ νόμιμο ημερομίσθιο Χ 6 ημερομίσθια Χ 8 εβδομάδες, που εργάσθηκε κατά το διάστημα αυτό, ίσον 1.656,95 ευρώ), έλαβε δε από τον αναιρεσείοντα το ποσό των 1.108,80 ευρώ και, συνεπώς, δικαιούται να λάβει την διαφορά των 548,15 ευρώ.

Έτσι το Εφετείο δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος και γι' αυτό ο ίδιος (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 9 (και όχι 19 όπως εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο και την πλημμέλεια ότι επιδίκασε διαφορά αποδοχών και για το παραπάνω χρονικό διάστημα των οκτώ (8) εβδομάδων, για το οποίο δεν είχε ζητηθεί, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επίσης, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, ότι η παροχή από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο στέγης και η πληρωμή από τον ίδιο (τον αναιρεσείοντα) των λογαριασμών της ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ, αποτελούσαν πρόσθετες παροχές για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του ως άνω αγροκτήματος αυτού και την εξυπηρέτηση του αναιρεσείοντος κατά την εκτέλεση της εργασίας του, έκρινε δε ότι οι προσφερόμενες πρόσθετες παροχές δεν είχαν χαρακτήρα μισθού και συνεπώς δεν έπρεπε να συνυπολογισθεί το αντίτιμό τους στις τακτικές αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες), τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 1 της υπ' αριθμ. 95/1949 διεθνούς συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 και, επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εφόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν ανταποκρίθηκε στο αποδεικτικό βάρος της ανατροπής του τεκμηρίου ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας αφορούσε πλήρη απασχόληση, οι αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως, ότι παραβίασε (το Εφετείο) τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 38 του Ν. 1892/1990 και 2 του Ν. 2639/1998, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 160 (έγγραφος τύπος) του ΑΚ και 443 (προϋποθέσεις για την αποδεικτική δύναμη ιδιωτικού εγγράφου) του ΚΠολΔ, με το να μη δεχθεί ότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα Υπεύθυνες Δηλώσεις προς τον Ο.Γ.Α., του ίδιου ως εργοδότη και του αναιρεσιβλήτου ως απασχολούμενου, αποτελούσαν έγγραφα, η δε μη κατάθεσή τους στην Επιθεώρηση Εργασίας είχε ως μόνη συνέπεια την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, είναι αλυσιτελείς και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2013 αίτηση του Α. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1023/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ