1161/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη,για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 578/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 259/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/3/2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1161/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1161 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1161/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη,για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΤΙΤΑΝΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζωητό και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντωνίου Αντανασιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 578/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 259/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/3/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 8/3/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου, τρίτου, πέμπτου, έκτου, όγδοου και ένατου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3190/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος, έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζόμενου.Δεν συντρέχει, όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι'αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ.
Περαιτέρω, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη εκ μόνου του λόγου ότι αυτή έγινε κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειας του μισθωτού, διότι δεν απαγορεύεται, κατ' αρχήν, στον εργοδότη, να απολύσει τον μισθωτό κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής του άδειας .Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή και κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως όταν οι αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη την 1/7/1997 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με σύμβαση μερικής απασχόλησης, προκειμένου να προσφέρει τις ως κηπουρού υπηρεσίες του στο ξενοδοχείο "ΤΙΤΑΝΙΑ" που αυτή διατηρεί στο κέντρο της Αθήνας.
Οι υποχρεώσεις του συνίσταντο στην περιποίηση και φροντίδα των καλλωπιστικών και όχι μόνο φυτών, εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, στις γλάστρες και ζαρντινιέρες του ξενοδοχείου, καθώς και των φυτών που διαμορφώνουν και κοσμούν το roof garden του εν λόγω ξενοδοχείου. Στις εργασιακές υποχρεώσεις του ενάγοντος περιλαμβανόταν και η περιποίηση του κήπου της οικίας του διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.
Στις 19/5/2006 ο ενάγων εισήχθη στην Οφθαλμολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Χαλκίδας, προκειμένου να υποβληθεί σε εγχείρηση καταρράκτη και για το λόγο αυτό έλαβε αναρρωτική άδεια μέχρι 17/6/2006. Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα της δικαιολογημένης απουσίας του ενάγοντος και κατόπιν υποδείξεως του ιδίου αντικαταστάθηκε στα καθήκοντα του στην ως άνω επιχείρηση της εναγομένης από το γιο του Κ.
Γ.. Περί τα τέλη Μαΐου 2006 και ενώ διαρκούσε η αναρρωτική άδεια του ενάγοντος, επισκέφθηκε το ξενοδοχείο, προκειμένου να ελέγξει την κατάσταση των χώρων πρασίνου τούτου, ο γεωπόνος, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, Κ. Δ., ο οποίος συνέταξε την από 10/6/2006 έκθεση αξιολόγησης, όπου παραθέτει τις απόψεις του για τα φυτά εν γένει του ξενοδοχείου και υποβάλλει προτάσεις για την καλύτερη συντήρηση και ανάπτυξη αυτών.
Δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι η εναγομένη ενεργώντας μεθοδευμένα και με κακοβουλία, υποχρέωσε τον ενάγοντα να διακόψει την αναρρωτική του άδεια και να επιστρέψει στην εργασία του στις 14/6/2006, ήτοι πριν από το πέρας της αναρρωτικής του άδειας και δύο ημέρες αργότερα, στις 16/6/2006, η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, υπό τα περιστατικά δε αυτά η καταγγελία είναι καταχρηστική, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και οι κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια (κακοβουλία) του εργοδότη προς τον μισθωτό, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του, αλλά εξυπηρετούν αποκλειστικά τα συμφέροντα του εργοδότη.
Έκρινε δε στη συνέχεια το Εφετείο, ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας για πλημμελή εκτέλεση της εργασίας από τον αναιρεσίβλητο, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα, από την 1/7/2006 ανέθεσε με σύμβαση έργου στο γεωπόνο Κ. Δ., την εποπτεία και εκτέλεση, με εκπαιδευμένο προσωπικό και τον αναγκαίο εξοπλισμό, την περιποίηση των φυτών στην ως άνω επιχείρηση της και στην οικία του διευθύνοντος συμβούλου της και με την από 10/10/2006 σύμβαση μερικής απασχόλησης προσέλαβε τον φοιτητή Γεωπονικής Β.
Ε. για να εργασθεί ως κηπουρός, με μικρότερες αποδοχές απ' αυτές του αναιρεσίβλητου, ότι και μετά την ανάθεση της γενικής επίβλεψης και φροντίδας των πρασίνων χώρων του ξενοδοχείου στον προαναφερόμενο γεωπόνο, στο πλαίσιο αναβάθμισης της εικόνας των χώρων αυτών, η αναιρεσείουσα συνέχιζε να χρήζει των υπηρεσιών κηπουρού και θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιεί για το λόγο αυτό τον αναιρεσίβλητο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ήταν ανεπαρκής και αμελής στα καθήκοντα του, αλλά αντίθετα η εναγομένη επιχειρεί να μεταθέσει σε ένα μόνο πρόσωπο την αποκλειστική ευθύνη για την εικόνα και τη γενικότερη κατάσταση των φυτών του ξενοδοχείου, που ήδη έχει αναλάβει εξειδικευμένο προσωπικό.
Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι η αναιρεσείουσα προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου, ενόσω εκείνος βρισκόταν σε περίοδο αδυναμίας, ήτοι πριν από τη λήξη της αναρρωτικής του άδειας, την οποία προηγουμένως τον υποχρέωσε να τη διακόψει και ότι με αυτά τα δεδομένα η καταγγελία είναι άκυρη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με εσφαλμένη εφαρμογή και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων. Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά τα οποία να συνιστούν "ταπεινά ελατήρια" και "κακοβουλία" εκ μέρους της αναιρεσείουσας, και τα οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποτελούν το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ και καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να καταγγείλει την μετά του αναιρεσίβλητου σύμβαση εργασίας.
Περαιτέρω, οι μόνες παραδοχές που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για τη στήριξη της "μεθοδεύσεως και κακοβουλίας" της αναιρεσείουσας είναι ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου έγινε δύο ημέρες μετά την, κατόπιν "εξαναγκασμού" διακοπή της αναρρωτικής του άδειας και επάνοδο αυτού στην εργασία.
Οι παραδοχές όμως αυτές, με τις οποίες θεμελιώνεται, κατά το Εφετείο, η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές και δεν στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθόσον, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής του άδειας, δεν είναι καταχρηστική εκ μόνου του λόγου ότι έγινε κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής και ως εκ τούτου δεν συνιστά "μεθόδευση και κακοβουλία" της αναιρεσείουσας ο αποδιδόμενος σ' αυτή "εξαναγκασμός" του αναιρεσίβλητου για διακοπή της αναρρωτικής του άδειας και επάνοδο στην εργασία του τρεις ημέρες πριν από τη λήξη της (14/6/2006), όταν μάλιστα, κατά τις ως άνω παραδοχές, η αναιρετική του άδεια έληγε την επομένη της καταγγελίας (17/6/2006).
Το ως άνω δε γεγονός αυτό καθεαυτό, προκειμένου η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας να γίνει κατά το χρόνο που ο αναιρεσίβλητος παρείχε την εργασία του στην αναιρεσείουσα, και όχι κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής του άδειας, εφόσον δεν υπάρχουν άλλες παραδοχές, σχετιζόμενες με τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας έναντι του αναιρεσίβλητου, δεν αποτελεί περιστατικό που να συγκροτεί το πραγματικό του κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, που εφαρμόσθηκε.
Εξάλλου, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα απασχολεί τον γεωπόνο Κ. Δ. με σύμβαση έργου, προκειμένου αυτός να εποπτεύει και να εκτελεί με εκπαιδευμένο προσωπικό τις εργασίες συντήρησης και περιποίησης των φυτών και το φοιτητή της γεωπονικής Β. Ε., με μερική απασχόληση, ενώ θα μπορούσε στη θέση αυτή να απασχολεί τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν ήταν ανεπαρκής και αμελής, αποτελούν αιτιολογίες για τη μη ύπαρξη αιτίας εκ μέρους της εργοδότριας αναιρεσείουσας για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, οι οποίες, όμως, ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, προκειμένου να χαρακτηρισθεί η καταγγελία ως καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αλλ' απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους έπρεπε να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο αναιρεσίβλητος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Επομένως, οι ενιαίως κρινόμενοι, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, έκτος, όγδοος και ένατος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 αρ. 3 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 259/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ