Legislator Case Law & Legislation
1161/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against employer liability in construction accident case citing full reasoning.

Case Number 1161/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the railway company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment awarding damages to an injured worker. The court found the lower court's reasoning regarding the employer's liability as the principal contractor and the specific facts of the accident were complete and non-contradictory. Consequently, the appeal was dismissed as the third ground relied upon Article 559(19) of the Code of Civil Procedure was unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's reasoning is complete, sufficient, and free of contradictions regarding the liability of the principal contractor in a construction accident.

Keywords

AI generated
employer liability construction accident principal contractor workplace injury supreme court appeal Code of Civil Procedure dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1161 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1161/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινωνικοποιημένης Δημόσιας Επιχείρησης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ Α.Ε. - Ο.Σ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πασσά, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μωϋσίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 17-2-2003 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του ....., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34110/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1201/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 20-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.-

Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.

Με την έννοια αυτή τα πράγματα αποτελούν η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων πραγματικά περιστατικά. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και μη προταθέντος ισχυρισμού, κατά τον οποίο η ίδια ήταν κυρία του αναφερόμενου έργου, εργοδότρια και προστήσασα στην εκτέλεση αυτού τους συνεναγομένους της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τεχνική ΑΕ" και Γ1, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, ήτοι την εργολάβο εταιρία και τον υπερργολάβο, καθόσον, ως εργοδότρια, είχε διαφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ο εργολάβος, ως υπακούων στις οδηγίες αυτής, θεωρείται προστηθείς, γεγονός που ισχύει ακόμη και όταν εργοδότης είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της από 10-9-1999 ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι ο τελευταίος προς θεμελίωση του δικαιώματός του περί χρηματικής ικανοποιήσεώς του, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη συνεπεία του αναφερόμενου εργατικού ατυχήματος, προέτεινε τον αγωγικό ισχυρισμό του, ότι υπαίτια για την επέλευση αυτού και του εντεύθεν τραυματισμού του είναι και η αναιρεσείουσα, ως προστήσασα στην εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου τη συνεναγομένη της ως άνω ανώνυμη εταιρία και η τελευαταία, ως προστήσασα στην εκτέλεση αυτού το συνεναγόμενό της Γ1.

ΙΙ.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό.

Παραμόρφωση όμως με την ως άνω έννοια δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο ή δεν προκύπτει, έστω και έμμεσα, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη η ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξ αιτίας της παραμορφώσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αληθώς από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, που συντάχθηκε περί της εργολαβικής συμβάσεως και εκείνων περί της γενικής και της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων, με το να δεχθεί ότι το συγκεκριμένο έργο κατασκευαζόταν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 περ.

ε' και στ, 6 και 7 του Ν. 1418/1984 " περί δημοσίων έργων κλπ" και εκείνων του εκτελεστικού αυτού Π.Δ 609/1985 και εντεύθεν, η αναιρεσείουσα είχε την επίβλεψη και τη διοίκηση του εν λόγω έργου, ως εργοδότρια και κυρία αυτού, ενώ το αληθές περιεχόμενο αυτών είναι ότι α) κατά την κατάρτιση της εργολαβικής συμβάσεως συμφωνήθηκε πως όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας από το εργατοτεχνικό προσωπικό, καθώς και η αστική και ποινική ευθύνη, θα βάρυναν την εργολάβο εταιρία, β) η τελευταία ήταν υπεύθυνη για την τήρηση των νόμων και όφειλε να ανακοινώσει απλώς στην κύρια του έργου τις απευθυνόμενες κατά τη διάρκεια αυτού διαταγές και εντολές των Αρχών σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας και προφανώς η αναιρεσείουσα δεν είχε την ευθύνη του έργου, γ) η ανάδοχος εργολάβος εταιρία ήταν μόνη υπεύθυνη για την εφαρμογή των μελετών και την ποιότητα και αντοχή των έργων, ενώ ο κάθε είδους έλεγχος της αναιρεσείουσας δεν απάλλασε αυτή από την ευθύνη και δ) η ανάδοχος εταιρία ευθυνόταν αποκλειστικά, ποινικά και αστικά, για κάθε ατύχημα λόγω της μη λήψης ή ανεπάρκειας των απαραιτήτων μέτρων ασφαλείας.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτος και αβάσιμος, διότι αφ' ενός μεν δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων, καθώς επίσης δεν εκτίθεται σ' αυτό, ούτε προκύπτει, έστω και έμμεσα, ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα, ως και το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο συνεπεία της παραμορφώσεως, αφ' ετέρου δε το εν λόγω Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από ορθή ανάγνωση των ως άνω εγγράφων και αξιολόγηση του αληθούς περιεχομένου τους κατέληξε στο προαναφερόμενο συμπέρασμα, το οποίο βέβαια είναι διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, η δε κρίση του αυτή αποτελεί απλά εκτίμηση των περιεχομένων στα ανωτέρω αποδεικτικά έγγραφα πραγματικών περιστατικών.-

ΙΙΙ.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης του προστήσαντος είναι ότι ο προστηθείς, κατά την τέλεση της άδικης πράξεως, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681, 688 έως 691 και 698 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος, ως μη διατελών σε σχέση εξαρτήσεως, δεν θεωρείται προστηθείς του εργοδότη και συνεπώς, δεν ευθύνεται ο τελευταίος για τα πταίσματα του εργολάβου κατά την εκτέλεση του έργου.

Όμως, σε περίπτωση που ο εργοδότης της έχει διαφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, ως υπακούων στις οδηγίες του, θεωρείται προστηθείς του εργοδότη, ακόμη και όταν τέτοιος εργοδότης είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα από σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα περιστατικά, που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Η αναιρεσείουσα, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, διενήργησε στις 11-2-1997 δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό για την κατασκευή του αναφερόμενου έργου, του οποίου ανάδοχος, ως τελευταία μειοδότρια, αναδείχθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τεχνική ΑΕ", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη.

Με την τελευταία στις .... καταρτίσθηκε η σύμβαση κατασκευής του έργου αυτού, σύμφωνα με τους όρους της διακηρύξεως και τα αναφερόμενα συμβατικά στοιχεία και τεύχη. Η εργολάβος, κατά ρητό όρο της συμβάσεως, είχε υποχρέωση στην εκτέλεση του έργου, λαμβάνοντας όλα τα ενδεικνυόμενα και απαραίτητα μέτρα για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας από το εργοτεχνικό προσωπικό, που θα επέβλεπε ο νόμιμος εκπρόσωπός της ή άλλος έμπειρος υπάλληλός της, φέροντας την αστική και ποινική ευθύνη σε περίπτωση ατυχήματος και έχοντας την υποχρέωση να τοποθετήσει διπλωματούχο μηχανικό 15ετούς πείρας ως διευθύνοντα το έργο εκπρόσωπό της, που ήταν υποχρεωμένος να βρίσκεται συνεχώς στην εκτέλεση του έργου, καθώς και έναν επιπλέον μηχανικό 5ετούς πείρας.

Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα είχε διαφυλάξει στον εαυτό της την επίβλεψη και διοίκηση της εκτελέσεως του ως άνω έργου και για το λόγο αυτό θεωρείται ότι είχε προστήσει την ανάδοχο εταιρία στην εκτέλεση του έργου, ευθυνόμενη για τα πταίσματά της κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως αυτού.

Ο όρος της συμβάσεως, περί ευθύνης της αναδόχου (αστικής και ποινικής) επί εργατικού ατυχήματος ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων για την περίπτωση της αναγωγής και δεν ίσχυε έναντι του αναιρεσιβλήτου, που απασχολείτο στο έργο. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι η ανάδοχος (εργολάβος) εταιρία στις 23-7-1997 ανέθεσε εγγράφως την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση και το νόμο, στον υπερεργολάβο Γ1, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη.

Ο τελευταίος στις 9-9-1997 προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να εργασθεί μαζί με άλλους εργάτες στη στέγη του κτιρίου του ανωτέρου έργου για την αποξήλωση των παλαιών λαμαρινών. Στις 20-9-1997, ενώ ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν στη στέγη, έχασε την ισορροπία του και έπεσε επάνω σε γυάλινο μισοσπασμένο φεγγίτη και από ύψος 15 μέτρων περίπου κατέπεσε στο δάπεδο, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί βαρύτατα, υποστάς τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες.

Μετά την πολύμηνη νοσηλεία του σε Νοσοκομείο προς αντιμετώπιση των εν λόγω τραυμάτων του με χειρουργικές επεμβάσεις εξήλθε απ' αυτό, όντας πλέον ανάπηρος στο αριστερό πόδι, αριστερό χέρι και δεξιό οφθαλμό, που καταστράφηκε (τοποθετήθηκε γυάλινος οφθαλμός), ενώ ο αριστερός οφθαλμός του έχασε την οπτική του ικανότητα, κατά ποσοστό 50%.

Μετά ταύτα δέχθηκε το Εφετείο, ότι το εν λόγω εργατικό ατύχημα θα αποφευγόταν αν είχαν ληφθεί όλα τα απαιτούμενα κατά το νόμο μέτρα ασφαλείας και συγκεκριμένα, αν είχε τοποθετηθεί δίχτυ ασφαλείας κάτω από τους εργαζόμενους, που να ήταν στηριγμένο στα οριζόντια τμήματα του ζευκτού της στέγης, ώστε ο αναιρεσίβλητος μετά την πτώση του να κατέληγε μέσα σ' αυτό, καθώς επίσης αν είχε εφοδιασθεί ο τελευταίος με ζώνη ασφαλείας, που να ήταν στερεωμένη σε σταθερό σημείο, ώστε να τον συγκρατούσε στην πτώση, με υποδήματα αντιολισθητικά και κράνος, που θα τον προστάτευαν μετά την πτώση.

Υπόχρεοι για τη λήψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας ήταν από το νόμο η αναιρεσείουσα, ως κυρία - εργοδότρια του έργου, που είχε επιφυλάξει στον εαυτό της την επίβλεψη και διοίκηση του έργου, η ανάδοχος - εργολάβος του έργου, που είχε προστηθεί στην εκτέλεσή του από την κυρία του έργου και ο ανωτέρω υπερεργολάβος, ως προστηθείς από την ανάδοχο στην εκτέλεση του εν λόγω έργου με τους ίδιους όρους ευθύνης για την περίπτωση προκλήσεως εργατικού ατυχήματος και λήψεως των αναγκαίων και ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλούς εκτελέσεως της εργασίας του προσωπικού.

Άπαντες ευθύνονται για τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, αφού από αμέλεια δεν είχαν προβεί στη λήψη των κατά το νόμο απαιτούμενων ως άνω μέτρων ασφαλείας. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τις οποίες δεν ευθύνεται η ίδια, γιατί ο επιβλέπων μηχανικός της είχε διαπιστώσει την τοποθέτηση του προστατευτικού διχτύου σε μέρος της στέγης και είχε υποδείξει να χρησιμοποιούνται οι ζώνες ασφαλείας, καθώς και να μη γίνονται εργασίες στη στέγη κατά τις αργίες, δεν αρκούν για την απαλλαγή της από την ευθύνη, αφού τέτοιες παραβάσεις είχαν διαπιστωθεί επανειλημμένα και δεν έπαιρνε δραστικότερα μέτρα από τις υπομνήσεις αυτές λόγω της ευθύνης της από την πρόστηση.

Έναντι του τρίτου αναιρεσιβλήτου συνευθύνονται όλοι οι ανωτέρω αναφερόμενοι και είναι ζήτημα αναγωγής μεταξύ τους για τη ρύθμιση της ευθύνης εκάστου από την εσωτερική σχέση τους. Τέλος, το Εφετείο, συνεκτιμώντας το βαθμό της υπαιτιότητας (αμέλειας) και το λόγο της ευθύνης των ανωτέρω προσώπων, το μέγεθος και τη μόνιμη εφόρου ζωής αναπηρία του αναιρεσιβλήτου, την ηλικία του (29 ετών), το μέγεθος της θλίψης και της ταλαιπωρίας του, την οικονομική κατάσταση των μερών και όλες γενικά τις συνθήκες, έκρινε ότι η χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την προαναφερόμενη αδικοπραξία, ανέρχεται στο ποσό των 146.000 δρχ., το οποίο είναι εύλογο.

Κατόπιν αυτών δέχθηκε τούτο κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερόμενο διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ευθύνης της αναιρεσείουσας, ως κυρίας και εργοδότριας, που επιφύλαξε για τον εαυτό της την επίβλεψη και τη διοίκηση της εκτελέσεως του ως άνω έργου, στην επέλευση του εν λόγω εργατικού ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί προστήσεως.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-6-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1201/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ