Legislator Case Law & Legislation
1161/2007 AI generated

1161/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1161/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1161/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1161 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1161/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ........., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κριτσάνο. Της αναιρεσίβλητης: Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Καρδίτσας, που εδρεύει στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσίχλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 541/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 295/2002 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-8-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 25-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Πρέπει όμως, στην περίπτωση αυτή, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως και συνεπώς να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή του για τη στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ πρώτο και δεύτερο, για λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα- ενάγουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, που όπως προκύπτει από την επισκόπησή της δεν απεφάνθη επί της ουσίας της διαφοράς, αλλά έκρινε την από 27-1-1999 αγωγή της ως νόμω αβάσιμη, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που την είχε απορρίψει για τον ίδιο αυτό λόγο (ως νομικά αβάσιμη), την πλημμέλεια της παραβιάσεως των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 3.

παρ.1 εδαφ. α, 2 εδαφ. β και 5 του κυρωθέντος με την 256/7-5-1946 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου ν. 1859/1944, 2 παρ.1 εδαφ. α και 3 παρ.1, 2 και 4 εδαφ. β του από 23/30 Ιουλίου 1946 β. δ/τος, όπως το εδαφ. α της παρ. 1 του άρθρου 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του β. δ/τος της 18 Αυγούστου / 2 Σεπτεμβρίου 1953, 1 παρ. 4, 33 και 72 παρ. 1 και 2 του ν. 1541/1985, 14, 56,58, παρ. 1 της κατ' εξουσιοδότηση νόμου εκδοθείσας 27346/1990 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας, 46 του ν. 2169/1993, 669, 671 Δ.Κ, 5 του ν. 3198/1955, 4 παρ. 1 και 2, 5 παρ. 1 και 3 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, των διατάξεων της 99/70/1999 Οδηγίας της ΕΟΚ και όλων των κανονιστικών διατάξεων των πριν αλλά και μετά το έτος 1990 ΣΣΕ, χωρίς στο αναιρετήριο να παρατίθεται με πληρότητα και σαφήνεια η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση νομική πλημμέλεια.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι.

Για την πληρότητα του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 8 του αριθμού 559 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα πράγματα, δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που παρά το νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, παρά το ότι προτάθηκαν παραδεκτά, συντρέχει δε τέτοια νόμιμη πρόταση για την περίπτωση που εκείνος που ασκεί την αναίρεση κατά δευτεροβάθμιας αποφάσεως έχει ηττηθεί πρωτοβαθμίως, μόνο αν ο άνω αυτοτελής ισχυρισμός έχει περιληφθεί σε λόγο εφέσεως.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικότητας της απολύσεώς της από τον αναιρεσίβλητο εργοδότη της. Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ως προβαλλόμενος εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα προβληθέντα προς στήριξη του περί καταχρηστικότητας της απολύσεώς της αναιρεσειούσας πραγματικά περιστατικά, ούτε αν ο εν λόγω ισχυρισμός της, ενόψει του ότι είχε ηττηθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, είχε περιληφθεί σε λόγο εφέσεώς της.

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των αριθμών 9 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις: ότι "το Εφετείο άφησε αδίκαστο και αναπάντητο τον ισχυρισμό της ότι η απόλυσή της είναι άκυρη, διότι έγινε κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων"και β)της παραβιάσεως των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών και της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός ως προς μεν την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚπολΔ αιτίαση είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα με τη συνδρομή των οποίων μπορεί να θεμελιωθεί κατά το νόμω το εν λόγω αίτημα, ούτε εάν το τελευταίο αυτό, καθώς και τα περιστατικά που το στήριζαν, αποτελούσαν περιεχόμενο της ιστορικής βάσεως της αγωγής της αναιρεσείουσας, ως προς δε τις από τον αριθμό 1 ΚπολΔ. Λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι η ίδρυσή τους προϋποθέτει κατ' ουσίαν διερεύνηση της υποθέσεως, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Ο αναιρετικός λόγος που προβλέπεται στο άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚπολΔ. Πλήττει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικαστικής πορείας, δηλαδή κατά το στάδιο διαπιστώσεως της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών.

Συνεπώς, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία αυτή νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εισήλθε στο στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νομικά αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-8-2004 αίτηση της .........περί αναιρέσεως της 295/2002 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ