Legislator Case Law & Legislation
1160/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order for unclear rent details in tenancy dispute.

Case Number 1160/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to reject a tenancy lawsuit as vague. The lower court ruled that the plaintiff failed to specify which months' rents were owed, interest rates, or payment locations, rendering the claim inadmissible. The Court found no legal error in this assessment, noting that a prior payment order did not cure the lack of specificity required for the lawsuit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; A tenancy lawsuit is inadmissible if the plaintiff fails to specify the months of rent owed, interest rates, and payment locations, and such vagueness is not cured by a prior payment order.

Keywords

AI generated
tenancy dispute vague claim inadmissible lawsuit rent specification appeal dismissal Code of Civil Procedure legal certainty

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1160 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1160/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Γ. Τ. του Ν. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παναγόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ανθόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του Γ. Τ. του Ν., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2658/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-2-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20-2-2020 (ειδ. αριθμ.εκθ. καταθ. 175/2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, υπ' αριθμ. 2658/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω προσβαλλομένη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, απέρριψε μεν ως απαράδεκτη ως προς τον δεύτερο ενάγοντα-εφεσίβλητο (ελλείψει εννόμου συμφέροντος δεδομένου ότι ως προς αυτόν απορρίφθηκε η αγωγή), την από 22-3-2018 και με αριθ.

κατάθ. 20914/1406/2018 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, δέχθηκε δε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την έφεση ως προς την πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα ετερόρρυθμη εταιρεία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 143/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιό της με το οποίο είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την κύρια βάση της για την ως άνω πρώτη ενάγουσα (είχε απορριφθεί ως αόριστη για την επικουρική της βάση) και, στη συνέχεια, διακρατώντας και δικάζοντας την ως άνω αγωγή, την απέρριψε ως αόριστη και ως προς την κύρια βάση της και ως προς την πρώτη ενάγουσα.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, ο λόγος αναίρεσης της απόφασης για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα τα οποία περιλαμβάνονται σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' εκείνη. 'Οταν, όμως, το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος και προσδίδει, στην, προσβαλλόμενη με την αγωγή, έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, ακόμη και εάν λαμβάνει ή δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα ή προταθέντα, αντίστοιχα, δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αφού στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο, απλά, υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα (ΑΠ 1487/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα (ενάγουσα), με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεώς της, επικαλείται το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την εκτίμηση των εκτιθέμενων στην αγωγή (από ..., με αριθμό κατάθεσης ...) πραγματικών περιστατικών, εξέλαβε εσφαλμένα, ότι αυτή στηρίζεται στην οφειλή μέρους μισθωμάτων για το αναφερόμενο σ' αυτή μίσθιο, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στη συνέχεια σε κρίση ότι αυτή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη γιατί δεν είχε τα αναγκαία για το ορισμένο της στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, ενώ αυτή (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα), με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά που εκτίμησε το Εφετείο, ζήτησε με την κύρια βάση της αγωγής της "την διαμόρφωση της οφειλής του αντιδίκου μετά την μερική καταβολή 2.900 ευρώ έναντι του επιταχθέντος με την διαταγή πληρωμής συγκεκριμένου ποσού των 29.867,35 ευρώ" και, άρα το δικαστήριο της ουσίας " παρά το νόμο ...δεν έλαβε υπόψη του πράγμα προταθέν", απορρίπτοντας την αγωγή ως αόριστη.

Ωστόσο, η αιτίαση του λόγου αυτού, από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού, κατά τα ανωτέρω, δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή όταν το δικαστήριο, όπως εδώ, εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως το νόμο και έχει προβεί στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικείμενου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ'αυτή πραγματικών περιστατικών, έστω και αν κατέληξε σε διαφορετικό από το προβαλλόμενο από την αναιρεσείουσα νομικό συμπέρασμα.

Επομένως, πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που ερείδεται στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Κατ' άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.δ, αναιρετικός λόγος ιδρύεται, "αν το δικαστήριο.... δεν κήρυξε... απαράδεκτο". Το απαράδεκτο πρέπει να αφορά σε παράβαση του δικονομικού δικαίου, κατ' αντίθεση προς την ακυρότητα και την ακυρωσία του ουσιαστικού δικαίου, την απόσβεση ή αποδυνάμωση κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος και το λεγόμενο ουσιαστικό απαράδεκτο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της, από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή.

Η ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης και από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 53/2015, ΑΠ 1972/2013).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με το πρώτο μέρος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως της, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή της, λόγω αοριστίας.

Από την επιτρεπτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚπολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι σ' αυτής επακριβώς αναγράφεται ότι: "Με το από 9-1-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης κατοικίας νομίμως θεωρημένο ...που υπέγραψαν ο δεύτερος από εμάς ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης και αφετέρου ο αντίδικος, εκμισθώθηκε σ' αυτόν προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως κατοικία ....το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στη ..., ...Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε τριετής ...,με την πάροδο δε αυτής της ημερομηνίας μετατράπηκε σιωπηρά σε αορίστου χρόνου, ώσπου ο αντίδικος αποχώρησε με την οικογένειά του την 7-4-2016, λύνοντας τη μίσθωση και παραδίδοντας το μίσθιο.

Το μηνιαίο μίσθωμα είχε συμφωνηθεί 2.500 ευρώ με αναπροσαρμογή ετησίως κατά το ποσοστό 5% μετά το δεύτερο μισθωτικό έτος. Εν τούτοις ουδέποτε αυξήθηκε το μίσθωμα, αλλά αντιθέτως από την 11-2012 λόγω της οικονομικής κρίσης και κατά την παράκληση του αντιδίκου μειώθηκε αυτό σε 1.500 ευρώ, ήταν δε καταβλητέο εντός των πρώτων τριών ημερών κάθε ημερολογιακού μήνα στην έδρα της πρώτης από εμάς ή δια καταθέσεως σε τραπεζικό λογαριασμό της.

Ο αντίδικος καθυστέρησε από τον Σεπτέμβριο του 2012 και εφεξής την καταβολή πολλών μηνιαίων μισθωμάτων, ώστε η πρώτη από εμάς αναγκάστηκα να του απευθύνω εξώδικη όχληση που κοινοποιήθηκε στη σύνοικο σύζυγό του ... για συνολική οφειλή τότε 27.500 ευρώ. Ο αντίδικος όμως αδιαφόρησε. Ακολούθως, εκδόθηκε κατ' αυτού η διαταγή πληρωμής και απόδοσης χρήσης μισθίου 2901/2015 του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που τον υποχρέωνε να καταβάλει στην πρώτη από εμάς 29.000 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης 495 ευρώ, του επιδόθηκε δε την 16-3-2015 αντίγραφο εξ απογράφου αυτής με επιταγή από ...

προς εκτέλεση για ποσό 29.867,35 ευρώ. Στη συνέχεια, ο αντίδικος λίγες ημέρες μετά την επίδοση, ....επικοινώνησε τηλεφωνικά...και -υποσχόμενος τακτοποίηση της οφειλής-παρακάλεσε να μην προβούμε σε εκτέλεση αυτής της διαταγής αποδόσεως του μισθίου, πράγμα που σε ένδειξη καλής θελήσεως αποδεχθήκαμε. Όπως αποδείχθηκε...το μόνο που επεδίωκε ήταν να κερδίσει χρόνο για να αποχωρήσει με την ησυχία του αναζητώντας άλλη κατοικία, που μόλις βρήκε, ...

άφησε το μέγιστο μέρος της οφειλής του ανεξόφλητο εγκαταλείποντας το μίσθιο... Για την αχάριστη συμπεριφορά του...δηλώσαμε ότι ..θα αξιώναμε δικαστικά το σύνολο της οφειλής του, πέραν του ποσού των 23.100 ευρώ (ως τον Ιούνιο του 2015)...Κατόπιν των ανωτέρω ο αντίδικος έχοντας, μετά την επίδοση σ' αυτόν της διαταγής πληρωμής και απόδοσης μισθίου, καταβάλει μόνο 2.900 ευρώ έναντι του ποσού των 29.867,35 ευρώ που επιτάξαμε την ...

κατά τα εκτεθέντα, οφείλει στην πρώτη από εμάς τη διαφορά 26.967,35 ευρώ νομιμοτόκως από την 17-3-2015 (επομένη της επιδόσεως της διαταγής πληρωμής 2901/2015) ... ".

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2658/2019 απόφασή του, τα ακόλουθα: "Με την από ... αγωγή, μετά παραδεκτό περιορισμό η πρώτη ενάγουσα εκμισθώτρια ετερόρρυθμη εταιρεία ζήτησε ν'αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος μισθωτής του περιγραφόμενου μισθίου ακινήτου, οφείλει να της καταβάλει νομιμότοκα συνολικό ποσό 26.967,35 ευρώ για καθυστερούμενα μισθώματα, άλλως και επικουρικώς 36.000 ευρώ εξ αναγνωρίσεως χρέους και ο δεύτερος ενάγων (νόμιμος εκπρόσωπος πρώτης) ζήτησε ν'αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει νομιμότοκα 15.000 ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης από προσβολή της προσωπικότητάς του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη ως προς τον δεύτερο ενάγοντα και για την επικουρική βάση της ως προς την πρώτη ενάγουσα και την έκανε εν μέρει δεκτή για το ποσό των 19.173 ευρώ ως προς αυτήν κατά την κύρια βάση της. Κατά του τελευταίου αυτού κεφαλαίου της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα ο εναγόμενος, ήδη εκκαλών και ζητεί για τους λόγους που αναφέρει, οι οποίοι και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το αντίστοιχο μέρος της, ώστε ν'απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή.......

Στην προκειμένη περίπτωση με την αγωγή (κατά την κύρια βάση της και όπως παραδεκτά περιορίσθηκε) η πρώτη ενάγουσα εκμισθώτρια επικαλούμενη τη δυνάμει του από 9-1-2008 ιδιωτικού εγγράφου σύμβαση μίσθωσης διαμερίσματος του Α ορόφου πολυκατοικίας επί της οδού ... αρ.8 στη ..., ως κατοικίας αρχικώς τριετούς διάρκειας από 1-2-2008 και εν συνεχεία αορίστου, με μηνιαίο μίσθωμα 2.500 ευρώ, μειωθέν από τον Νοέμβριο 2012 σε 1.500 ευρώ, που λύθηκε την 7-4-2016, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος μισθωτής της οφείλει το συνολικό ποσόν 26.967,35 ευρώ για καθυστερούμενα από το Σεπτέμβριο του 2012 μισθώματα και νόμιμους τόκους επ'αυτών, μετ'αφαίρεση καταβολής ποσού 2.900 ευρώ.

Πλην όμως η ενάγουσα στην αγωγή ουδόλως προσδιορίζει, ούτε εξειδικεύει τα μισθώματα ποίων μισθωτικών μηνών εν όλω ή εν μέρει οφείλονται, ούτε τους νόμιμους επ'αυτών τόκους, ούτε που καταλογίζει την γενόμενη καταβολή. Κατά τον τρόπο όμως αυτό η αγωγή είναι προφανώς αόριστη(και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη) ως μη δεκτική ανταπόδειξης, αλλά και δικαστικής εκτίμησης κατά τα προεκτεθέντα.

Η δε αοριστία αυτή δεν καλύπτεται από την παραπομπή στην υπ' αριθμ. 2901/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, κατά τα εκτιθέμενα, εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας κατά του εναγομένου εκ της εν λόγω αιτίας για το ποσό των 29.000 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων (η οποία, σημειωτέον, εξάλλου, ότι ως αποτελούσα εκτελεστό τίτλο, στερεί την εναγομένη και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής).

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα κρίνοντας την ορισμένη κατά την κύρια βάση της έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου. Μετ'αυτεπάγγελτη κατά τα ως άνω έρευνα η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν, και στη συνέχεια, αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο της με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί κατ'ουσίαν κατά το αντίστοιχο μέρος της (535 παρ.1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί κατά τα προεκτεθέντα (και ως προς την πρώτη ενάγουσα και κατά την κύρια βάση της) η αγωγή".

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη, διότι η ενάγουσα ουδόλως προσδιόριζε, ούτε εξειδίκευε στην αγωγή, τα μισθώματα ποίων μισθωτικών μηνών εν όλω ή εν μέρει οφείλοντο, ούτε τους νόμιμους επ' αυτών τόκους, ούτε πού καταλόγιζε την γενόμενη καταβολή, ενώ η ως άνω αοριστία δεν καλύπτετο από την παραπομπή στην ως άνω υπ'αριθμ. 2901/2015 διαταγή πληρωμής, η οποία μάλιστα ως αποτελούσα εκτελεστό τίτλο στερούσε από την ενάγουσα-εφεσίβλητη και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής, με βάση δε το αιτιολογικό αυτό εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως αόριστη, κατά τα προαναφερθέντα, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται και η αντίστοιχη πλημμέλεια.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει). Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2020, αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 2658/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ