Supreme Court allows appeal against eviction ruling due to procedural error and creditor's lack of fault.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's eviction ruling, remanding the case for retrial. The court found the First Instance Court erred in law by failing to recognize that the creditor's claim existed prior to the account closure and that the guarantor was not at fault for the debt. Consequently, the eviction order was set aside, and the case was sent back to a newly constituted court for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The court must remand a case for retrial if the lower court fails to apply the rule that a creditor's claim predating the account closure negates the guarantor's fault, and if a party is absent from an appeal hearing without valid excuse.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1160 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1160/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Συν.Πε.", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Δοκόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ Α.Ε.Τ.Ε. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... Χανίων και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ι. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μετζιδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/2/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 20-2-2018 αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα δικάσιμο, όπως αυτό προκύπτει από την 2433/19-4-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων Μ.
Σ.. Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί η απολειπόμενη πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία ενήργησε την προσβαλλόμενη απαλλοτρίωση των ακινήτων της και τελεί σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με την παριστάμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη, που μετείχε ως αντισυμβαλλόμενη στις διαρρηκτέες δικαιοπραξίες και απέκτησε τα αντικείμενά τους (ΑΠ 1887/2017, ΑΠ 1217/2014, ΑΠ 1230/2014), σαν να ήταν παρούσα και η υπόθεση να συζητηθεί παρά την απουσία της.
Με την κρινόμενη από 20-2-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 72/2017 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία δέχθηκε την έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 50/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Με την τελευταία απόφαση, είχε γίνει δεκτή η από 14-4-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε απαγγελθεί η διάρρηξη των αναφερόμενων δικαιοπραξιών μεταβίβασης ακινήτων από την πρώτη προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης, το Εφετείο, δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) η απαλλοτρίωση να έγινε με πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, του δόλου του οφειλέτη, ήτοι της πρόθεσής του να βλάψει τους δανειστές του και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1319/2017).
Στην αγωγή διάρρηξης ενάγων είναι εκείνος, που έχει την ιδιότητα του δανειστή, κατά το χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, δηλαδή εκείνος που έχει απαίτηση υφιστάμενη κατά τον ανωτέρω χρόνο. Είναι αδιάφορο αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΟλΑΠ 709/1974, ΑΠ 928/2014).
Αρκεί, μέχρι το χρόνο της απαλλοτρίωσης να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα για τη γέννηση της απαίτησης και επιπλέον, αυτή να έχει καταστεί ορισμένη, απαιτητή και ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της περί διάρρηξης αγωγής (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 1720/2014). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, 669 ΕΝ, 361, 873, 874 ΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", επί αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλόμενους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο, όμως, είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού.
Δηλαδή, το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του κατάλοιπου. Με τη σύμβαση του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, και ακολούθως καταβάλει τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων.
Στην έννομη αυτή σχέση, οι αμοιβαίες καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν, όμως, από το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του.
Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Ο συμβαλλόμενος με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού προστατεύεται με την αγωγή για την απαίτησή του για το τυχόν κατάλοιπο, αρκεί μόνο, μέχρι του χρόνου της απαλλοτρίωσης να έχει συναφθεί η δικαιοπαραγωγική της απαίτησης σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση με την επέλευση του κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής.
Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1079/2015).
Δόλος του οφειλέτη, ήτοι πρόθεση βλάβης των δανειστών, θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται.
Ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης δεν αναιρείται αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών, επιδιώκει παράλληλα και άλλους σκοπούς. Αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται για την άσκηση της, εκ του άρθρου 939 ΑΚ, αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρο συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρο συνοφειλετών (άρθρο 481 ΑΚ) (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 1902/2013).
Έτσι, η πρόθεση βλάβης των δανειστών εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος εις ολόκληρον οφειλέτης διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία, που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος, και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ (ΑΠ 1320/2019).
Ο τρίτος, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ο δόλος του, πρέπει να γνωρίζει ό,τι και ο οφειλέτης και επιπλέον τον δόλο του οφειλέτη, δηλαδή την πρόθεση του τελευταίου να βλάψει τους δανειστές του, η γνώση του δε αυτή ως προς το δόλο του οφειλέτη, πρέπει να είναι θετική και δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 928/2014).
Αντίθετα, δεν απαιτείται αυτοτελής πρόθεση του τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον οφειλέτη και στον τρίτο προς βλάβη των δανειστών του οφειλέτη. Η γνώση του τρίτου πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, ενώ η τυχόν επιγενόμενη κακή πίστη δεν βλάπτει (ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1092/2013).
Βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη αξίωσης του δανειστή προς διάρρηξη ως καταδολιευτικής της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο απαλλοτρίωσης στοιχείου της περιουσίας του, αποτελεί η δημιουργούμενη εξ αιτίας αυτής για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή.
Η αφερεγγυότητα, η ύπαρξη της οποίας κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία, πρέπει να συντρέχει όχι μόνο κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής για τη διάρρηξη, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 778/2015). Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847, 850 και 851 ΑΚ, η εγγύηση αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση, με την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ' αυτόν η οφειλή του άλλου.
Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενό του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του, με τη διαφορά ότι αυτός ενέχεται ή ευθύνεται για την οφειλή άλλου (του πρωτοφειλέτη). Όταν, όμως, καταβάλει την οφειλή στο δανειστή, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή, που ακριβώς κατευθύνεται στην επίτευξη της εκπλήρωσης της παροχής του πρωτοφειλέτη..
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, και ο εγγυητής είναι οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση, που έγινε από αυτόν προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του ιδίου για την ικανοποίηση εκείνου, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολιεύσεως δανειστών (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 2043/2013, ΑΠ 1472/2011, ΑΠ 1475/2010), ανεξάρτητα από την ύπαρξη ικανών περιουσιακών στοιχείων στον πρωτοφειλέτη ή σε άλλον εγγυητή ή για οποιοδήποτε λόγο συνοφειλέτη του καταλοίπου και παρά την εξασφάλιση της οφειλής με εμπράγματη ασφάλεια ή άλλο τρόπο.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Δυνάμει της υπ' αριθμό …/….2.05 σύμβασης πίστωσης ανοικτού λογαριασμού, ο εφεσίβλητος - ενάγων πιστωτικός συνεταιρισμός χορήγησε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική - Βιοτεχνική εταιρία επεξεργασίας και τοποθέτησης κρυστάλλου ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΤΖΑΜΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ" πίστωση, μέχρι του ποσού των 1.000.000,00 ευρώ, το οποίο εν συνεχεία αυξήθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμό …/…/….1.07 πρόσθετης πράξης σε 20.000.000,00 ευρώ.
Την τήρηση των όρων της παραπάνω σύμβασης και την καταβολή του τυχόν χρεωστικού υπολοίπου, εγγυήθηκε υπέρ της πιστούχου εταιρίας η α' εκκαλούσα - εναγομένη, παραιτούμενη ρητά από την ένσταση δίζησης και από όλα τα δικαιώματα και τις ενστάσεις των άρθρων 853, 858, 862, 863, 866, 867 και 868 του ΑΚ. Για την εξυπηρέτηση της σύμβασης τηρήθηκε ο υπ' αριθμό … λογαριασμός, για την εξασφάλιση δε του ενάγοντα - εφεσίβλητου, εγγράφηκε, δυνάμει της υπ' αριθμό 359/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, συναινετική προσημείωση υποθήκης Α' σειράς, ποσού 12.000.000,00 € στα ακίνητα της πιστούχου, συνολικής αξίας, τότε, περίπου 40.000.000,00 6.
Ο λογαριασμός κινούνταν και εξυπηρετούνταν κανονικά, με συνεχείς χρεοπιστώσεις εντός του πιστωτικού ορίου. Περί τα μέσα του καλοκαιριού του 2008, εμφανίστηκαν στον ως άνω λογαριασμό κάποιες επιταγές πελατών της πιστούχου, οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους, γεγονός που θορύβησε τον εφεσίβλητο - ενάγοντα, ο οποίος δια των οργάνων του ειδοποίησε τηλεφωνικά την πιστούχο και την α' εναγομένη - εγγυήτρια.
Για τις ως άνω ακάλυπτες επιταγές, η πιστούχος ουδεμία ευθύνη φέρει, φρόντισε δε άμεσα να καλύψει τα ποσά των επιταγών, αφού, όπως προκύπτει από την κίνηση του υπ' αριθμό … λογαριασμού, ενώ περί τα τέλη Οκτωβρίου 2008. αυτός εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 11.889.921,35 € (ήτοι βρισκόταν πολύ χαμηλότερα από το πιστωτικό όριο των 20.000.000,00 €), μόνο δε τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2008 (δηλαδή λίγο πριν και λίγο μετά τις προσβαλλόμενες δικαιοπραξίες), η πιστούχος, κατέβαλε σε μετρητά, προς εξόφληση των ως άνω αξιογράφων, σημαντικά χρηματικά ποσά (15.000,00 € στις 5.11.08, 150.000,00 € στις 17.11.08, 65.000,00 € στις 17.11.08, 65.000,00 6, 100.000,00 6, 100.000,00 6, 125.000,00 6, 20.000.00 6, 170.000,00 6, 60.000,00 6, 36.000,00 6 και 72.500,00 6 στις 1.12.08), οπότε στις 3.12.08, το χρεωστικό υπόλοιπο είχε μειωθεί στο ποσό των 11.780.51 1,35 6.
Για το λόγο αυτό, ο ενάγων συνέχισε να χρηματοδοτεί κανονικά την πιστούχο, μέχρι τις 3.2.11. οπότε κατήγγειλε τη σύμβαση και προέβη στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, λόγω της οικονομικής κρίσης, που άρχισε να εμφανίζεται περί τα τέλη του έτους 2008 και λόγω της προσωρινής, κατά τη γενικότερη τότε εκτίμηση, έλλειψης ρευστότητας, η α' εναγομένη πώλησε τα παρακάτω ακίνητα στη β' εκκαλούσα - εναγομένη και συγκεκριμένα: 1) Δυνάμει του υπ' αριθμό …/….11.08 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Χανίων Κων.
Μετζιδάκη - Γιαζιτζίδου που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Καντάνου, το υπ' αριθμό …. οικόπεδο του υπό στοιχεία ΠΙ (ΠΟ Οικοδομικού Τετραγώνου), εμβαδού 421,10 τ.μ., που βρίσκεται εντός του οικισμού "…" και στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας … Δήμου … - … Π.Ε.
…, μετά της επ' αυτού διώροφης κατοικίας, εμβαδού 249,46 τ.μ., αξίας 300.000,00 € 2) Δυνάμει του υπ' αριθμό …/….11.08 συμβολαίου πώλησης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με αριθμό … των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 1.018,28 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας ...
του δήμου ..., αξίας 3.000,00 €, 3)Δυνάμει του υπ' αριθμό …/…..11.08 συμβολαίου πώλησης της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο …. με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αλικιανού, ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 6.886,30 τ.μ., που βρίσκεται στο χωριό "..." εκτός του οικισμού και στη θέση "...", αξίας 30.000,00 € και 4)Δυνάμει του υπ' αριθμό …/….11.08 συμβολαίου πώλησης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ….
με αριθμό …. των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, μεταβίβασε τα ακόλουθα ακίνητα, που βρίσκονται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... Δήμου ... επαρχίας ...: α) ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 1.002... τ.μ., εντός του οποίου υπάρχει ένα ερειπωμένο ασκεπές κτίσμα, αξίας 3.. 00,00 €, β) ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 1.005,24 €, αξίας 3.000,00 € και γ) ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 8.617,11 €, αξίας 16.000,00 €.
Η συνολική εμπορική αξία των ως άνω ακινήτων, ανερχόταν, κατά το χρόνο της μεταβίβασης αυτών, στο συνολικό ποσό των (300.000,00 + 3.000.00 + 30.000,00 + 3.000,00 + 3.000,00 + 16.000,00 =) 355.000,00 €.
Όπως δε αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω, κατά το χρόνο που έγιναν οι ως άνω μεταβιβάσεις, ο λογαριασμός της πιστούχου στον ενάγοντα - εφεσίβλητο συνεταιρισμό, εξυπηρετούνταν κανονικά, αφού περί τα τέλη Νοεμβρίου 2008, οπότε έλαβαν χώρα οι προσβαλλόμενες μεταβιβάσεις, το χρεωστικό υπόλοιπο της πίστωσης ανερχόταν στο ποσό των 12.535.921,35 €, ενώ το πιστωτικό όριο ανερχόταν στο ποσό των 20.000.000.00 €, συνέχισε δε να εξυπηρετείται για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως προαναφέρθηκε, ήτοι μέχρι τις 3.2.11, δηλαδή για δυόμισι ακόμη έτη, περίπου, οπότε ο εφεσίβλητος κατήγγειλε τη σύμβαση και προέβη στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμό, με χρεωστικό υπόλοιπο 18.318.74 €.
Επομένως, το χρόνο της μεταβίβασης δεν υπήρχε ούτε ληξιπρόθεσμη οφειλή της πιστούχου, αλλά ούτε και οποιαδήποτε όχληση της α' εναγομένης από την ενάγουσα για το συγκεκριμένο χρέος της πρωτοφειλέτριας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, το χρόνο που έγιναν οι προσβαλλόμενες μεταβιβάσεις, η πιστούχος εταιρία "ΤΖΑΜΟΤΕΧΝΙΚΗ" ήταν πανίσχυρη οικονομικά, με πολύ μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία και μεγάλο κύκλο εργασιών.
Ειδικότερα, η πιστούχος είχε στην κυριότητα της τα ακόλουθα ακίνητα, επί των οποίων είχε εγγραφεί α' προσημείωση υποθήκης υπέρ του εφεσίβλητου - ενάγοντα, για ποσό 12.000.000,00 €: 1) ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 3.480,94 τ.μ., κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, που βρίσκεται στο ... ... , στη θέση "...", 2) ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 3.533,35 τ.μ.
με ελαιόδεντρα και πορτοκαλαιόδεντρα, που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." στην κτηματική περιφέρεια ..., 3) ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 2.179,75 τ.μ., που βρίσκεται επίσης στη θέση "...", 4) ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 3.602,53 τ.μ.. κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, με όλα τα συστατικά και παραρτήματά του, που βρίσκεται στη θέση "...
ή ...", 5) ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 1.501,91 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια θέση. Επίσης, η πιστούχος είχε και άλλη σημαντική ακίνητη περιουσία, όπως ένα ακίνητο που βρίσκεται στη θέση "…" ή "…" ή "…" στον ..., επιφάνειας 44.315,74 τ.μ., μετά τις επ' αυτού εργοστασιακές εγκαταστάσεις (ήτοι ισόγειο αποθηκευτικό χώρος 5.401,14 τ.μ., διώροφο Α κτίριο, χρησιμοποιούμενο ως γραφεία, αποθήκες, βοηθητικοί χώροι, δηλαδή ισόγειο, α' όροφο, β' όροφο και κλιμακοστάσιο, εμβαδού 293,15 τ.μ., 293.15 τ.μ., 162,59 τ.μ.
και 38,64 τ.μ., καθώς και ισόγειους αποθηκευτικούς χώρους) εμπορικής αξίας, κατά το χρόνο εκείνο, άνω των 30.000.000,00 €, το οποίο, λόγω της οικονομικής κρίσης, μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Πειραιώς αντί 12.500.000,00 €, δυνάμει του υπ' αριθμό …/….6.09 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Πειραιά Άννας Σπαντιδάκη, β) δύο ακίνητα επιφάνειας 2.957 και 1.230 τ.μ., αντίστοιχα, που βρίσκονται στη θέση "..." δήμου ...
νομού ..., μετά των επ' αυτών κτιριακών εγκαταστάσεων της πιστούχου εταιρίας, συνολικής επιφάνειας 14.231 τ.μ., πολύ μεγάλης (το χρόνο εκείνο) εμπορικής αξίας. Αλλά και η α' εκκαλούσα - εναγομένη εγγυήτρια είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία, όπως προκύπτει από τη δήλωση ΕΤΑΚ έτους 2009 (αξία ακινήτων 559.462,95 €), είχε δε στην κυριότητά της το 2008 60 φορτηγά και 16 επιβατικά οχήματα.
Επίσης, όπως προκύπτει από τους ισολογισμούς της εγγυήτριας για τα έτη 2007 και 2008, το ενεργητικό αυτής ανερχόταν στα ποσά των 18.088.515,85 και 11.294.688.82 6, ενώ τα ίδια έτη απασχολούσε προσωπικό 57 και 49 ατόμων, αντίστοιχα. Τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία, ήταν υπεραρκετά για την ικανοποίηση των υποχρεώσεων της πιστούχου προς τον ενάγοντα συνεταιρισμό, γεγονός που γνώριζε τόσο ο συνεταιρισμός, όσο και η α' εκκαλούσα - εναγομένη εγγυήτρια, καθόσον διευθύνων σύμβουλος και των δύο εταιριών ήταν ο Ε.
Σ..
Συνεπώς, κανένας σκοπός βλάβης δεν μπορεί να αποδοθεί στην α' εναγομένη, η οποία στα τέλη του 2008 και όταν όλες οι απαιτήσεις του ενάγοντα ήταν εξασφαλισμένες με μεγάλη ακίνητη περιουσία της πιστούχου, αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ, μεταβίβασε ακίνητα συνολικής αξίας μόλις 355.000.00 €, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 1,97% επί του συνόλου του τότε χρέους της πιστούχου προς τον εφεσίβλητο - ενάγοντα συνεταιρισμό.
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι, κατά το χρόνο της μεταβίβασης των ως άνω ακινήτων, δεν υπήρχε σκοπός βλάβης του συνεταιρισμού εκ μέρους της α' εκκαλούσας - εναγόμενης εγγυήτριας, δηλαδή σκοπός ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης του. Και τούτο διότι, το Νοέμβριο του 2008, που έλαβαν χώρα οι προσβαλλόμενες μεταβιβάσεις, όχι μόνο δεν υπήρχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση του εφεσίβλητου - ενάγοντα συνεταιρισμού, αλλά η ως άνω γεγενημένη απαίτησή του ήταν πλήρως εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια επί των ακινήτων της πιστούχου.
η αξία των οποίων, κατά το χρόνο εκείνο, αλλά και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ήταν υπεραρκετή για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντα. Επιπλέον, ουδεμία γραπτή όχληση της πιστούχου και της εγγυήτριας υπήρχε το διάστημα εκείνο, οι τηλεφωνικές δε ειδοποιήσεις προς την πιστούχο το καλοκαίρι του 2008, οι οποίες αφορούσαν ακάλυπτες επιταγές πελατών της και τις οποίες επικαλείται ο ενάγων, δεν συνιστούν όχληση τέτοια, που να συνηγορεί υπέρ της ύπαρξης σκοπού βλάβης, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπ' όψιν η επί μακρόν εξακολούθηση της χορήγησης πίστωσης, καθώς και η μεταφορά πιστωτικού υπολοίπου ποσού 4.211.026,23 € στον επίδικο λογαριασμό στις 27.3.09, ήτοι 4 μήνες μετά τις επίδικες μεταβιβάσεις.
Σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή διαφαινόταν κίνδυνος για την ικανοποίηση της απαίτησης του, από την εμφάνιση των ως άνω ακάλυπτων επιταγών, ο ενάγων συνεταιρισμός όχι μόνο δε θα προέβαινε στη μεταφορά του πιστωτικού υπολοίπου, αλλά θα έκλεινε και τους δύο λογαριασμούς και θα απαιτούσε άμεσα την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου, όπως είθισται να πράττουν τα πιστωτικά ιδρύματα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Εξάλλου, όπως και ο μάρτυρας απόδειξης κατέθεσε, η πιστούχος εταιρία ήταν από τους πολύ μεγάλους και σημαντικούς πελάτες του ενάγοντα συνεταιρισμού, υπήρχε δε βάσιμη πεποίθηση ότι αυτή θα εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της και ότι η απαίτησή του δεν κινδύνευε, λόγω της ύπαρξης μεγάλης κινητής και ακίνητης περιουσίας της πιστούχου.
Αυτός είναι και ο λόγος που ο ενάγων, όχι μόνο δε θορυβήθηκε από τις ακάλυπτες επιταγές και δεν προέβη σε κλείσιμο του λογαριασμού, αλλά αντίθετα προσπάθησε να διευκολύνει την πιστούχο, εξακολουθώντας να της παρέχει πίστωση, για χρονικό διάστημα δυόμισι και πλέον ετών, ήτοι έως τις 3.2.11, οπότε ο εφεσίβλητος κατήγγειλε τη σύμβαση και προέβη στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού.
Εξάλλου, το γεγονός ότι, ολόκληρη η προσημειωθείσα περιουσία της πιστούχου, η οποία το έτος 2007, κατά την αύξηση της πίστωσης από 1.000.000,00 ευρώ σε 20.000.000,00 ευρώ, είχε εκτιμηθεί στο ποσό των 40.000.000,00 ευρώ, εκπλειστηριάστηκε στις 16.2.11 και κατακυρώθηκε στον ενάγοντα συνεταιρισμό αντί 280.000,00 ευρώ (ήτοι σε τιμή πολύ κατώτερη τόσο της εμπορικής, όσο και της αντικειμενικής αξίας του), ουδόλως οφείλεται σε υπαιτιότητα της πιστούχου και της εγγυήτριας, ούτε ήταν κάτι που μπορούσε να προβλεφθεί από το έτος 2008.
Εξάλλου, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εάν δεν είχαν καταρρεύσει οι τιμές της αγοράς, λόγω της οικονομικής κρίσης, η οποία το έτος 2008 δεν ήταν ακόμα ορατή στους καταναλωτές, η οφειλή της πιστούχου θα είχε εξοφληθεί κανονικά από τα δικά της κεφάλαια, χωρίς καμία εμπλοκή της α' εκκαλούσας - εναγομένης εγγυήτριας εταιρίας, στοιχείο από το οποίο αναιρείται ο σκοπός βλάβης".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι με την επίδικη απαλλοτρίωση των περιουσιακών της στοιχείων η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε σκοπό βλάβης του δανειστή αναιρεσείοντα, μετά, δε, την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την περί διάρρηξης αγωγή.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ. Τούτο διότι, ερευνώντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης αυτής, θεμελίωσε την παραδοχή της, περί της έλλειψης στην πρώτη αναιρεσίβλητη σκοπού βλάβης του δανειστή της αναιρεσείοντος με την απαλλοτρίωση των ακινήτων της, στο ότι α) κατά το χρόνο των επίδικων μεταβιβάσεων ο λογαριασμός της πιστούχου οφειλέτριας προς τον αναιρεσείοντα εξυπηρετούνταν κανονικά και συνεπώς δεν υπήρχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατ' αυτής, β) δεν υπήρχε γραπτή όχληση του αναιρεσείοντος προς την μεταβιβάσασα τα ακίνητα εγγυήτρια για συγκεκριμένο χρέος της πρωτοφειλέτριας, και γ) η πιστούχος ήταν πανίσχυρη οικονομικά, με πολύ μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία, που ήταν αρκετή για την ικανοποίηση του ως άνω δανειστή της, η απαίτηση του οποίου ήταν εξασφαλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια στα ακίνητα της περιουσίας της.
Έτσι, όμως, το Εφετείο, απαίτησε για τη συνδρομή του στοιχείου αυτού, προϋποθέσεις που δεν αξιώνονται κατά το άρθρο 939 ΑΚ. Τούτο διότι, όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω, α) το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης επιδρά στη διάρρηξη της δικαιοπραξίας εάν δεν υπάρχει κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της περί διαρρήξεως αγωγής και όχι όταν δεν υφίσταται κατά την σύναψη των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, στην περίπτωση, δε, του αλληλόχρεου λογαριασμού που υπήρχε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πιστούχου πρωτοφειλέτριας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, τα παραγωγικά της απαίτησης γεγονότα, ήτοι η σύμβαση αυτού και η χορήγηση των πιστώσεων, είχαν ήδη συντελεσθεί και υπήρχαν από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση ήταν γεννημένη και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, συνεπώς και κατά το χρόνο κατάρτισης της διαρρηκτέας δικαιοπραξίας, ανεξάρτητα από το ότι δεν ήταν κατά το χρόνο αυτό της απαλλοτρίωσης εκκαθαρισμένη.
Επίσης, ενόψει τούτων, δεν ήταν αναγκαία προϋπόθεση για τη συνδρομή του, κατά την ως άνω διάταξη, δόλου της εγγυήτριας πρώτης αναιρεσίβλητης, όχλησή της πριν την απαλλοτρίωση των περιουσιακών της στοιχείων για την ύπαρξη συγκεκριμένου ποσού οφειλής. Και β) η διαπιστούμενη φερεγγυότητα της πιστούχου πρωτοφειλέτριας, εις ολόκληρον ευθυνόμενης για το χρέος με την πρώτη αναιρεσίβλητη εγγυήτρια, καθώς και η εξασφάλιση της απαίτησης του αναιρεσείοντος με εμπράγματη ασφάλεια στα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία κυριότητας εκείνης (πιστούχου), δεν αίρει την πρόθεση της πρώτης αναιρεσίβλητης για βλάβη του δανειστή αναιρεσείοντος με τις επίδικες απαλλοτριώσεις των ακινήτων της, εφόσον η ίδια, μετά τις μεταβιβάσεις τους, δεν είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτού, την καταβολή της οποίας εκείνος μπορούσε να αξιώσει και μόνο από την εις ολόκληρο ευθυνόμενη συνοφειλέτη πρώτη αναιρεσίβλητη-εγγυήτρια, χωρίς να μπορεί να αποκρουσθεί με τον ισχυρισμό της επάρκειας περιουσίας των άλλων συνοφειλετών.
Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για την οποία μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφασή του, με τον πρώτο βάσιμο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων. Επομένως, με την παραδοχή του άνω αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 72/2017 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)