Legislator Case Law & Legislation
1160/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeals for violating statute of limitations in foreign pension case.

Case Number 1160/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of Appeals' decision regarding a foreign pension claim. The Court of Appeals incorrectly applied the statute of limitations, failing to recognize that claims for the year 1996 had expired by December 1998. Consequently, the Supreme Court annulled the portion of the lower court's judgment concerning the unenforceable claims and remanded the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 90(3) of Law 2362/1995; Article 91(3) of Law 321/1969: The court must strictly apply the two-year limitation period starting from the first day of the corresponding bi-monthly month, thereby barring claims where the limitation has already expired before the claim is filed.

Keywords

AI generated
statute of limitations foreign pension limitation period annulment of judgment remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 90(3) of Law 2362/1995
Article 91(3) of Law 321/1969
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1) and (3) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Decision No. 2010481/1172/0022/10 of May 1996 of the Minister of Finance

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1160 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1160/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Σ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1046/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 4665/2001 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 295/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 5401/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 18/6/2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λουκάς Μόρφης ανέγνωσε την από 19/2/2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση από 18ης Ιουνίου 2008 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 5401/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς η αναιρεσίβλητη Σ. Ζ. άσκησε κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 21ης Δεκεμβρίου 1998 αγωγή, δια της οποίας, επικαλουμένη ότι διετέλεσε υπάλληλος του Ελληνικού Γενικού Προξενείου Ντύσσελντορφ υπό σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εζήτησε την επιδίκαση διαφοράς του επιδόματος αλλοδαπής λόγω εσφαλμένου υπολογισμού των προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών και συνθηκών στεγάσεως.

Εξεδόθη η υπ' αριθμόν 1046/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τις προσαυξήσεις λόγω συνθηκών στεγάσεως, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τις προσαυξήσεις λόγω τέκνων. Κατά της εν λόγω αποφάσεως η Σ. Ζ. και το Ελληνικό Δημόσιο άσκησαν τις από 26ης Ιουνίου 2000 και 27ης Ιουνίου 2000 αντιστοίχως εφέσεις, μετά συνεκδίκαση των οποίων εξεδόθη η υπ' αριθμόν 4665/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, απερρίφθη η έφεση της Σ.

Ζ. και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απερρίφθη η αγωγή. Ακολούθως, η Σ. Ζ. άσκησε κατά της εν λόγω αποφάσεως την από 29ης Οκτωβρίου 2002 αίτηση αναιρέσεως, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμόν 295/2004 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, ανηρέθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και παρεπέμφθη η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών συγκροτουμένου από άλλους Δικαστές.

Κατά την νέα συζήτηση της εφέσεως το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αντέφεση και προσθέτους λόγους δια των προτάσεων. Μετά συνεκδίκαση της εφέσεως, της αντεφέσεως και των προσθέτων λόγων εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη υπ' αριθμόν 5401/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές η έφεση και η αντέφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή.

Εν συνεχεία, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της.

Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ. α' Ν. 2362/1995 αντιστοίχως, "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της" και "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".

Δια της πρώτης των ως άνω διατάξεων ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, οι οποίες αφορούν αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής η γέννηση εκάστης αξιώσεως.

Η εν λόγω διάταξη είναι ειδική και ως εκ τούτου κατισχύει της ως άνω διατάξεως του άρθρου 91 εδ. α' ιδίου Νόμου, δια της οποίας ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από του τέλους του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εγεννήθη η αξίωση και κατέστη δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη.

Από την διάταξη του άρθρου μόνου της υπ' αρ. 2010481/1172/0022/10 Μαΐου 1996 Αποφάσεως Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. Β' 387), η οποία έχει εκδοθεί δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 93 παρ. 2 του Υπαλληλικού Κώδικος, κωδικοποιηθέντος εις ενιαίο κείμενο δια του Π.Δ. 611/1977 (Φ.Ε.Κ. Α' 198), κατά την οποία, "Εγκρίνουμε την καταβολή κάθε δίμηνο και στην αρχή του διμήνου, των αποδοχών του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών, όλων των κλάδων, μονίμων και επί συμβάσει, που υπηρετούν στην αλλοδαπή, με έκδοση τακτικών χρηματικών ενταλμάτων πληρωτέων σε συνάλλαγμα", προκύπτει ότι χρονικό σημείο της γενέσεως των σχετικών προς αποδοχές και πάσης φύσεως απολαβές απαιτήσεων των υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών των υπηρετούντων στην αλλοδαπή, είναι η αρχή του διμήνου, το οποίο αφορά τις εν λόγω απολαβές.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' Ν. 2362/1995, η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του δημοσίου λαμβάνεται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας με αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εάν το Τμήμα του Αρείου Πάγου αναιρέσει απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής εκδοθείσα μετ' αναίρεση, οφείλει συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να κρατήσει την υπόθεση, προκειμένου να εκδικάσει αυτή κατ' ουσίαν, οπότε αναβάλλεται η έκδοση αποφάσεως, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της σε νέα δικάσιμο του ιδίου Τμήματος, κατά την οποία επαναφέρεται η υπόθεση με κλήση επιμελεία των διαδίκων.

Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής. Mε την ως άνω από 21ης Δεκεμβρίου 1998 αγωγή, η οποία επεδόθη στο Ελληνικό Δημόσιο την 24η Δεκεμβρίου 1998, η Σ. Ζ., επικαλουμένη ότι διέτελεσε υπάλληλος του Ελληνικού Γενικού Προξενείου Ντύσσελντορφ, εζήτησε την επιδίκαση διαφοράς του επιδόματος αλλοδαπής λόγω εσφαλμένου υπολογισμού των προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών και συνθηκών στεγάσεως του διαστήματος από 1ης Ιανουαρίου 1993 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1998.

Το Ελληνικό Δημόσιο κατά την νέα συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, μετά την κατά τα ανωτέρω αναίρεση της αρχικώς εκδοθείσης υπ' αρ. 4665/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, άσκησε αντέφεση και προσθέτους λόγους δια των προτάσεων και προέβαλε την ένσταση της παραγραφής βάσει της διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 3 Ν.Δ. 2362/1995.

Το Εφετείο επιδίκασε τις αγωγικές αξιώσεις του διαστήματος από 1ης Ιανουαρίου 1996 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1998, ενώ εδέχθη ότι οι αγωγικές αξιώσεις του διαστήματος μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1995 είχαν υποπέσει στην διετή παραγραφή του άρθρου 91 παρ. 3 Ν.Δ. 321/1969. Με την εν λόγω κρίση το Εφετείο παρεβίασε ευθέως τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995 και της υπ' αρ. 2010481/1172/0022/10 Μαΐου 1996 Αποφάσεως Υπουργού Οικονομικών, τις οποίες δεν εφήρμοσε, παρ' ότι συμφώνως προς τα ανωτέρω ήσαν εφαρμοστέες, καθ' όσον θα έπρεπε να δεχθεί ότι η προβλεπομένη διετής παραγραφή αρχίζει από της γενέσεως εκάστης αξιώσεως την πρώτη ημέρα του αντιστοιχούντος διμήνου και επομένως οι αξιώσεις του έτους 1996 είχαν παραγραφεί, αφού η αγωγή είχε επιδοθεί στο Ελληνικό Δημόσιο την 24η Δεκεμβρίου 1998, ενώ η παραγραφή της τελευταίας των επί μέρους αξιώσεων του έτους 1996 είχε ήδη συμπληρωθεί την 1η Νοεμβρίου 1998.

Συνεπώς, ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται η αιτίαση της παραβιάσεως των προαναφερθεισών διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, καθ' ο μέρος αφορά την επιδίκαση των εν λόγω παραγεγραμμένων αξιώσεων ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, και περαιτέρω να διακρατηθεί κατά το αναιρεθέν μέρος της η υπό κρίση υπόθεση και να αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο του Τμήματος τούτου επιμελεία των διαδίκων.

Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί η Σ. Ζ. ως ηττωμένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 5401/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθ' ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση.

Αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της σε νέα δικάσιμο του Τμήματος τούτου επιμελεία των διαδίκων. Και

Καταδικάζει την Σ. Ζ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ελληνικού Δημοσίου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ