Legislator Case Law & Legislation
1160/2012 AI generated

1160/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1160/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 612/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 485/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/11/2009 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1160/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή κατά το άρθρο 68 παρ.1 και 7 του Γενικού Κανονισμού του Προσωπικού Ο.Σ.Ε. (ΓΕΚΑΠ), που κυρώθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2671/1998, "οι αποδοχές του προσωπικού καθορίζονται με βάση την ισχύουσα κάθε φορά επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (παρ. 1).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1160 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1160/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 2) Α. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 3) Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 4) Ι. Π. του Α., κατοίκου ..., 5) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 6) Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 7) Σ. Α., χήρας του αρχικά ενάγοντος Κ. Σ., ατομικά και ως εκπροσώπου των ανηλίκων τέκνων της α) Γ. Σ. του Κ., β) Χ. Σ. του Κ., κατοίκων ..., 8) Ν. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., 9) Ν. Τ. του Π., κατοίκου ..., 10) Ν. Τ. του Α., κατοίκου ..., 11) Γ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 12) Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 13) Ι. Φ. του Λ., κατοίκου ..., 14) Σ. Φ. του Α., κατοίκου ..., 15) Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 16) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 17) Ι. Λ. του Α., κατοίκου ..., 18) Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Καίσαρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Σ.Ε. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Βούλγαρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 612/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 485/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/11/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 27/1/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 19/11/2009 αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 68 παρ.1 και 7 του Γενικού Κανονισμού του Προσωπικού Ο.Σ.Ε. (ΓΕΚΑΠ), που κυρώθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2671/1998, "οι αποδοχές του προσωπικού καθορίζονται με βάση την ισχύουσα κάθε φορά επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (παρ. 1).

Όπου στον παρόντα Κανονισμό αναφέρεται "τακτικές αποδοχές", θα νοούνται με αυτές ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου του κάθε μισθολογικού κλάδου ως και τα από το μισθολογικό σύστημα χορηγούμενα επιδόματα. Σε καμία περίπτωση δεν νοούνται τακτικές αποδοχές οι από τον Κανονισμό Δευτερευουσών Απολαβών χορηγούμενες "απολαβές" (παρ. 7).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ.1 περ.β' του Κανονισμού Ωρών Εργασίας και Ανάπαυσης Προσωπικού ΟΣΕ (ΚΩΕΑΠ), που κυρώθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2671/1998, ορίζονται ως "Συμπληρωματικές Ώρες: Οι ώρες που πραγματοποιούνται πέραν από το χρόνο της κανονικής ημερήσιας εργασίας, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 5 του παρόντος".

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 2671 /1998, που επιγράφεται ως "Ρυθμίσεις Δευτερευουσών Απολαβών Προσωπικού ΟΣΕ", "Ο Κανονισμός Δευτερευουσών Απολαβών του Προσωπικού των ΣΕΚ, που κυρώθηκε με το από 22-11 -1926 διάταγμα (ΦΕΚ 26 Α' 22.1.1926), όροι εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας ή επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, καθώς και αποφάσεις των οργάνων διοίκησης του Οργανισμού, ακόμη και αν δεν αναφέρονται ρητά στον ανωτέρω Κανονισμό, αλλά ρυθμίζουν θέματα που διέπονται από αυτόν παραμένουν σε ισχύ ...".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Κανονισμό Δευτερευουσών Απολαβών (ΚΔΑ), που κυρώθηκε με το διάταγμα της 19-1-1926, τέθηκε σε ισχύ με το άρθρο 4 του δ/τος της 18.5/18.6.1954 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 25 του ν.δ. 674/1970, "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος" καθώς και με το άρθρο 15 του ν. 2671/1998, "δια πάσας ανεξαιρέτως τας συμπληρωματικός ώρας εργασίας, υπολογιζομένας κατά τας εκάστοτε εν ισχύϊ διατάξεις του σχετικού Κανονισμού, το προσωπικόν αμείβεται με αυξημένον το ωρομίσθιόν του κατά 25%".

Τέλος ,οι αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη, με βάση το άρθρο 4 παρ.3 του δ/τος της 18.5 /18.6.1954, για τον υπολογισμό της αμοιβής της νυκτερινής και συμπληρωματικής εργασίας είναι ο μισθός που ορίζεται στο άρθρο 1 του ίδιου διατάγματος (βασικός μισθός) με τις τυχόν προσαυξήσεις λόγω παραμονής στον ίδιο βαθμό (ευδόκιμης υπηρεσίας κατά το άρθρο 5 του Β.Δ. 211/1968 και επίδομα χρόνου υπηρεσίας από 1/1/1981 σύμφωνα με το άρθρο 12 της Θ.30178/28-8-1981 κοινής Αποφάσεως των Υπουργών Εργασίας και Συγκοινωνιών).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στο προσωπικό του ΟΣΕ, για συμπληρωματική εργασία, δηλαδή για εργασία πέρα από το νόμιμο ωράριο, η οποία θεωρείται ως δευτερεύουσα απολαβή καταβάλλεται αμοιβή το ύψος της οποίας καθορίζεται με βάση την ωρομίσθια αποζημίωση, υπολογιζόμενη επί των βασικών αποδοχών (βασικός μισθός συν επίδομα χρόνου υπηρεσίας), προσαυξημένη κατά ποσοστό 25%.

Διαφορετική άποψη, ότι δηλαδή για τη συμπληρωματική εργασία, η αμοιβή υπολογίζεται με βάση τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 435/1976 και άρθρο 4 του ν. 2874/2000) δεν βρίσκει έρεισμα στις παραπάνω ειδικές διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας του Προσωπικού του ΟΣΕ, οι οποίες ρυθμίζουν κατά τρόπο αποκλειστικό το ποσοστό προσαυξήσεως του ωρομισθίου για τη συμπληρωματική εργασία και ως ειδικές κατισχύουν των λοιπών, γενικής ισχύος, διατάξεων που ρυθμίζουν την αμοιβή για υπερωριακή εργασία (Ολ.Α.Π. 32/1992, που εκδόθηκε υπό την ισχύ του προγενέστερου Κανονισμού, Α.Π. 24 /1991).

Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 68 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΣΕ, αναφέρεται στις τακτικές αποδοχές του προσωπικού του ΟΣΕ και όχι στην αμοιβή για συμπληρωματική εργασία, που καθορίζεται όπως προαναφέρθηκε και αποτελεί δευτερεύουσα απολαβή. Το από 22-11-1926 διάταγμα (Κανονισμός Δευτερευουσών Απολαβών) δεν καταργήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 2671/1998, κατά το οποίο, "από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, καταργείται κάθε διάταξη νόμου, κανονισμού εργασίας, (ΓΕΚΑΠ, ΚΩΕΑΠ, ΚΔΑ), με ισχύ νόμου ή συλλογική σύμβαση εργασίας, όροι επιχειρησιακών συλλογικών συμφωνιών, αποφάσεις της διοίκησης του Οργανισμού ή των εντεταλμένων οργάνων του και πρακτική οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας, που αντίκειται ρητά και ειδικά στις διατάξεις του", αφού με το άρθρο 15 του ίδιου νόμου (2671/1998), με το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ρυθμίζονται οι δευτερεύουσες απολαβές του προσωπικού του ΟΣΕ, το από 22-11-1926 διάταγμα δεν καταργήθηκε αλλά διατηρήθηκε σε ισχύ.

Αν ήθελε θεωρηθεί ότι με το άρθρο 17 του ν.2671/1998 καταργείται ο Κανονισμός Δευτερευουσών Απολαβών, με τον οποίο ρυθμίζονται αποκλειστικά οι δευτερεύουσες απολαβές του προσωπικού του ΟΣΕ, δεν θα υπήρχε στον ίδιο νόμο η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15, με την οποία ορίζεται ότι παραμένουν σε ισχύ οι διατάξεις του Κανονισμού Δευτερευουσών Απολαβών.

Επιπλέον, ρητή διαφορετική ρύθμιση, σε σχέση με την αμοιβή για συμπληρωματική εργασία, δεν προβλέπεται από το νόμο 2671 /1998, αλλ' ούτε από τον, με τον ίδιο νόμο, κυρωθέντα Κανονισμό Εργασίας του προσωπικού ΟΣΕ. Τέλος, κατά το άρθρο 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Η παραβίαση αυτή μπορεί να συντελεσθεί, α) είτε με ψευδή ερμηνεία του νόμου, ήτοι με απόδοση στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου έννοια η οποία δεν είναι αληθινή και προσήκουσα, β) είτε με εφαρμογή μη εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, γ) είτε με παράλειψη εφαρμογής εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, μολονότι συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Στην πρoκείμενη περίπτωση το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που εξέτασε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, μετά την άσκηση εφέσεως κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που την είχε απορρίψει, με την οποία οι ενάγοντες επικαλούμενοι, ότι συνδέονται με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν για συμπληρωματική εργασία που παρείχαν στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ,πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως, κατά το χρονικό διάστημα από 1/4/2000 έως και 3/3/2002, τα εις αυτή χρηματικά ποσά, ως ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία, δέχθηκε ότι από της ισχύος του νέου Γενικού Κανονισμού του ΟΣΕ (από 28/12/1998) οι πάσης φύσεως αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προσωπικού του, μεταξύ των οποίων και η αμοιβή της εργασίας κατά τις συμπληρωματικές ώρες, καθορίζονται από το άρθρο 68 παρ.1 του ΓΕΚΑΠ, ο οποίος κατήργησε ρητά κάθε αντίθετη προς τις διατάξεις του προγενέστερη διάταξη και συνεπώς και εκείνες του Κανονισμού Δευτερευουσών Απολαβών, που ρύθμιζαν μέχρι τότε κατά τρόπο διαφορετικό τη συμπληρωματική εργασία, ορίζοντας ως αμοιβή το 25 % του ωρομισθίου και ότι οι ενάγοντες δικαιούνται για συμπληρωματική εργασία και συγκεκριμένα για α) ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση το ωρομίσθιο, όπως αυτό προκύπτει από τις τακτικές αποδοχές (βασικός μισθός, χρονοεπίδομα και λοιπά επιδόματα) προσαυξημένο κατά 50%, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν.2874/2000, και β ) για παράνομη υπερωριακή απασχόληση το ωρομίσθιο, όπως αυτό προκύπτει από τις τακτικές αποδοχές, μετά την αφαίρεση του χρονοεπιδόματος και του επιδόματος γάμου και τέκνων, που αφορούν μόνον τους συγκεκριμένους ενάγοντες προσαυξημένο κατά 150%, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και όχι το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% που τους κατέβαλε η εναγομένη και μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως επιδίκασε στους ενάγοντες τα εις αυτή χρηματικά ποσά.

Οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τους δύο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, α) ψευδώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.4 του ν. 2874/2000, που ορίζει την οφειλόμενη αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή απασχόληση ευθέως, χωρίς παραπομπή στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εσφαλμένα κατέφυγε στις διατάξεις του ν. 435/1976, ο οποίος δεν ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 68 παρ.1και 7 του ΓΕΚΑΠ και επικουρικά, β) ψευδώς ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 2874/2000 και του άρθρου 68 παρ.7 του ΓΕΚΑΠ, υπολογίζοντας στο σύνολο της την αποζημίωση, ως οφειλόμενη με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, χωρίς να διακρίνει μεταξύ βασικής αμοιβής λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και αστικής κύρωσης, είναι αβάσιμες, ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, η αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση των αναιρεσειόντων, υπαλλήλων του ΟΣΕ υπολογίζεται αποκλειστικά από τον Κανονισμό Δευτερευουσών Απολαβών των ΣΕΚ, που κυρώθηκε με το από 22/11/1926 διάταγμα και διατηρήθηκε σε ισχύ, με το άρθρο 25 του ν.δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος" και με το άρθρο 15 του ν.2671/1998, ήτοι με βάση το κατά νόμο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ωρών συμπληρωματικής εργασίας (υπερωρίας) που παρέχεται, και όχι με βάση τις διατάξεις των νόμων 2874/2000 και 435/1976, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΣΕ, ώστε να τίθεται ζήτημα κακής ερμηνείας των διατάξεων των τελευταίων αυτών νόμων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22/6/2007 αίτηση για αναίρεση της 485/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ