1160/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1160/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): επί πλέον των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχολήσεως, εις περιπτώσεις: α) επειγούσης φύσεως εργασίας, η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλομένη ως μη επιδεχομένη αναβολήν, β) εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1160 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1160/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Χριστόφορο Κοσμίδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευγένιο Βαγενά.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 501/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 417/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 3-5-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 515/1970 "Περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 264/1973 (έχει ήδη αντικατασταθεί με την παράγραφο 11 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010), "Δι' αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως (Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης), εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωσιν άδεια υπερωριακής απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, ως και του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
επί πλέον των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχολήσεως, εις περιπτώσεις: α) επειγούσης φύσεως εργασίας, η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλομένη ως μη επιδεχομένη αναβολήν, β) εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
Διά την κατά τα ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιον των μισθωτών καταβάλλεται ηυξημένον κατά 75%". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο διάρκειας της ημερησίας εργασίας, η απασχόληση του μισθωτού γίνεται νόμιμη σε όλη την χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη της επιδόσεως εγγράφου αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.
Οι αποφάσεις αυτές του Υπουργού Εργασίας είναι ατομικές και αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και ορισμένους περιοριστικώς αναφερομένους λόγους (επείγουσας φύσεως εργασία, εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.), εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν την συγκεκριμένη επιχείρηση ή την συγκεκριμένη υπηρεσία του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ., τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η, πέραν του ανωτάτου νομίμου ημερησίου ωραρίου απασχολήσεως, εργασία, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού.
Δεν απαιτείται δε να προσδιορίζονται ονομαστικώς στην απόφαση οι εργαζόμενοι, που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθόσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της απόφασης ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχολήσεως, ποιοι από τους μισθωτούς αυτού θα εργασθούν νομίμως υπερωριακά.
Εξάλλου, η διαπίστωση του γεγονότος ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη και δεν επιδέχεται αναβολή, ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., ανήκει αποκλειστικώς στην αρμόδια Διοικητική Αρχή, ήτοι στον Υπουργό Εργασίας, και η κρίση του περί της συνδρομής της ουσιαστικής αυτής προϋποθέσεως δεν ελέγχεται από τα Πολιτικά Δικαστήρια (ΑΠ 1393/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού - Α.Ε." (ΔΕΗ) και κατά το επίδικο από 1-1-2000 έως 30-11-2003 χρονικό διάστημα εργαζόταν, με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό που διατηρεί η αναιρεσίβλητη στο Λαύριο.
Κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, για επειγούσης φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίθηκε απολύτως επιβαλλόμενη και μη επιδεχόμενη αναβολή, ο αναιρεσείων απασχολήθηκε και υπερωριακώς, πραγματοποιώντας 2.475 ώρες υπερωριακής εργασίας συνολικά. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι, για την υπερωριακή αυτή απασχόληση του αναιρεσείοντος, κατά τα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003 (έως 30-11-2003), είχε χορηγηθεί σχετική άδεια από τον Υπουργό Εργασίας, με τις υπ' αριθμ. 2336/20-5-1999, 2876/14-12-1999, 3216/29-12-2000, 2795/28-6-2001, 3185/26-10-2001, 3478/18-12-2001, 2731/26-6-2002, 2629/8-7-2002, 2912/27-8-2002, 2975/25-11-2002 και 3057/21-3-2003 αποφάσεις αυτού, οι οποίες εκδόθηκαν μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και καλύπτουν όλο το επίδικο χρονικό διάστημα.
Γίνεται επίσης δεκτό από το Εφετείο, ότι οι ως άνω αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας αφορούν ειδικά την επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, ότι αναφέρεται σ' αυτές (αποφάσεις) ότι η άδεια για την υπερωριακή απασχόληση μισθωτών της αναιρεσίβλητης χορηγείται λόγω υπάρξεως εργασίας επειγούσης φύσεως, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη και μη επιδεχόμενη αναβολή και ακόμη ότι αναφέρεται στις εν λόγω αποφάσεις ο αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, για τους οποίους επιτρέπεται η υπερωριακή απασχόληση, μεταξύ των οποίων είναι και οι εργαζόμενοι με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, καθώς και ο αριθμός των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως αυτών.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι η κρίση του Υπουργού Εργασίας, περί της συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας επιβάλλεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή, δεν ελέγχεται από το πολιτικό δικαστήριο. Βάσει των ως άνω παραδοχών το Εφετείο κατέληξε ότι, η υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος κατά τα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003 (έως 30-11-2003) κατέστη νόμιμη, σε όλη την χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια της επιδόσεως έγγραφης αναγγελίας περί της υπερωριακής απασχολήσεως των μισθωτών της στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και ότι κατά συνέπεια δεν υπάρχει παράνομη υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος κατά το επίδικο από 1-1-2000 έως 30-11-2003 χρονικό διάστημα.
Έτσι το Εφετείο, μετά παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή ως προς το αίτημά της για επιδίκαση αμοιβής για παράνομη υπερωριακή εργασία) και απέρριψε την αγωγή, ως προς το άνω αίτημα αυτής, ως αβάσιμη. Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 515/1970, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 264/1973, και ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τις σχετικές του αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, πλήττει την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας .
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-4-2010 αίτηση του Ε. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 417/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ