Legislator Case Law & Legislation
1160/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal due to insufficient reasoning regarding the invalidity of the building contract.

Case Number 1160/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to dismiss the plaintiff's claim. The court found the lower court's reasoning insufficient because it failed to clearly explain the factual basis for holding the appellant solely liable for the building costs. Consequently, the appeal was granted, and the case was remitted to a new panel of the Court of Appeal for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1), 559(19) K.Pol.D.; An appeal is admissible if the decision lacks sufficient reasoning on a matter of decisive influence, as the lower court failed to clearly establish the factual basis for the liability allocation.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning appeal admissibility building contract liability factual basis requirement remittal for retrial court of appeal decisive influence

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) K.Pol.D.
Art. 559(19) K.Pol.D.
Art. 580(3) K.Pol.D.
Art. 173 A.C.
ac
Art. 200 A.C.
ac
Art. 93(3) Constitution

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1160 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1160/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπα-νικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσακτάνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Οδυσσέα Μάρη, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 22-2-1010 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2003 προδικαστική, 185/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1643/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 19 Φεβρουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσι-βλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος από το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση. Εξετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 788 Α.Κ., αν επίκειται κίνδυνος, καθένας από τους κοινωνούς έχει δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεση των λοιπών, να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για τη συντήρηση του πράγματος.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και δη αν υφίσταται αντικειμενικά κίνδυνος που απειλεί την υλική ή νομική υπόσταση του κοινού πράγματος, πράξεις διοίκησης τούτου μπορούν να διενεργηθούν και από κάθε κοινωνό ατομικά, κατ' απόκλιση από την αρχή της "συλλογικής διοίκησης" που είναι ο κανόνας στην κοινωνία δικαιώματος κατ' ιδανικά μέρη.

Οι πράξεις όμως αυτές διοίκησης οριοθετούνται σε μία μορφή δραστηριότητας με συγκεκριμένο σκοπό, το σκοπό δηλαδή αντιμετώπισης του κινδύνου που απειλεί το κοινό, και ως εκ τούτου περιορίζονται στα κατάλληλα μέτρα, τα οποία είναι αναγκαία για τη συντήρηση του κοινού. Σ' αυτά περιλαμβάνεται κάθε υλικής και νομικής φύσεως πράξη, δικαστική ή εξώδικη που αποσκοπεί στη διατήρηση της ουσίας και της αξίας του πράγματος, όπως είναι και η καταβολή ληξιπροθέσμων χρεών προς αποφυγή αναγκαστικής εκτέλεσης.

Περαιτέρω από το άρθρο 794 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 786, 787, 788, 789, 790 και 1113 του ίδιου Κώδικα συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση κοινωνίας επί δικαιώματος, όπως συμβαίνει όταν η κυριότητα επί πράγματος ανήκει σε περισσότερους από κοινού, κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς κοινωνούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τις δαπάνες της συντηρήσεως, της διοικήσεως και της χρησιμοποιήσεως του κοινού.

Ο κοινωνός, που κατέβαλε τέτοιες δαπάνες πέραν της αναλογίας του, για όσα επιπλέον κατέβαλε έχει απαίτηση έναντι των λοιπών κοινωνών απευθείας από το άρθρο 794, δηλαδή χωρίς ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων ή εκείνες περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον όμως οι δαπάνες αυτές έγιναν υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 δηλαδή κατόπιν αποφάσεως όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών ή του Δικαστηρίου ή για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου και για τη συντήρηση του πράγματος.

Η ρύθμιση όμως της Α.Κ. 794 είναι ενδοτικού δικαίου. Έτσι αν η συγκυριότητα βασίζεται σε μία ιδιαίτερη ενοχική σχέση, ισχύουν ως προς το μέτρο κατανομής των εξόδων του κοινού οι τυχόν αποκλίνουσες από την Α.Κ. 794 ρυθμίσεις που προκύπτουν από την ιδιαίτερη αυτή ενοχική σχέση. Επομένως, αν η χρήση και κάρπωση του κοινού έχουν, με νόμιμη συμφωνία των συγκυρίων, ρυθμιστεί κατ' απόκλιση των άρθρων 786 ή 787 AK, η υποχρέωση συμβολής στα έξοδα του κοινού θα είναι εν αμφιβολία ανάλογη με τη συμβατική αυτή ρύθμιση και όχι με τη νόμιμη ρύθμιση του άρθρου 794 διότι αυτή έχει ως βάση τις ρυθμίσεις των άρθρων 786,787 Α.Κ.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Ο εναγόμενος, Γερμανός υπήκοος, επιθυμούσε ν' αποκτήσει ακίνητο στη ..., για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα. Επειδή, όμως, το έτος 1988 που ενδιαφέρθηκε προς τούτο, υπήρχε νόμιμη απαγόρευση αγοράς ακινήτων από αλλοδαπούς στο Ν. ...

που είναι παραμεθόριος περιοχή, συμφώνησε με τον ενάγοντα, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις, να προβεί στην αγορά o τελευταίος με χρήματα αμφοτέρων και, μόλις αρθεί η απαγόρευση να μεταβιβάσει στον εναγόμενο το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου που θα αποκτούσε. Πράγματι δυνάμει του με αριθ. .../29-8-1988 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χαλκιδικής, Αικατερίνης Αποστολίδου-Καρακίτσιου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο ...

και αριθ. 49 των βιβλίων μεταγραφών Συκιάς-Χαλκιδικής, ο ενάγων αγόρασε από την ..., ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 4001,93 τμ, στη θέση "..." της αγροτικής περιοχής ...-..., το οποίο συνορεύει βορειοανατολικά με τον αριθ. ... αγρό, βορειοδυτικά με τον αριθ. ... αγρό, ιδιοκτησίας του Δημοτικού Σχολείου ... και τον αριθ. 1395 ..., ιδιοκτησίας ..., νοτιοανατολικά με αγροτική οδό και νοτιοδυτικά με τον αριθ. ...

αγρό, ιδιοκτησίας ... . Συγχρόνως με την αγορά οι διάδικοι προήλθαν στη σύνταξη του από 29.8.1988 ιδιωτικού συμφωνητικού, δυνάμει του οποίου ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση, μόλις αρθεί η απαγόρευση, να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον εναγόμενο το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω αγροτεμαχίου, το οποίο, όπως αναφέρεται στο συμφωνητικό, αγοράσθηκε με χρήματα και για λογαριασμό του τελευταίου.

Κατόπιν αυτού και, επειδή πρόθεση των διαδίκων ήταν καθένας από αυτούς να κατέχει και να καρπούται αυτοτελές τμήμα του αγροτεμαχίου, διένειμαν τούτο κατά χρήση, άτυπα και ο μεν ενάγων έλαβε το ήμισυ τούτου διαιρετώς, το οποίο βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά του ακινήτου, ο δε εναγόμενος το έτερο ήμισυ, το οποίο βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του ακινήτου.

Την 18.8.1989, προκειμένου να οικοδομήσουν αμφότεροι στο ακίνητο, υπεβλήθη από τον ενάγοντα στο Τμήμα Πολεοδομίας ... αίτηση, βάσει της οποίας τους χορηγήθηκε η .../1989 οικοδομική άδεια που προέβλεπε την κατασκευή δύο σε επαφή ισογείων κατοικιών με υπόγειο, επιφανείας 100 τμ, εκάστης, στο βορειοανατολικό τμήμα του αγροτεμαχίου, ήτοι στο τμήμα που είχε περιέλθει κατά χρήση στον ενάγοντα.

Τη θέση, στην οποία έπρεπε να ανεγερθούν οι οικοδομές, σύμφωνα με την άδεια, γνώριζε ο εναγόμενος (βλ και τη κατάθεση του μάρτυρα, ..., στα πρακτικά με τον ίδιο αριθμό με την 48/2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης, και την κατάθεση το ίδιου του εναγομένου, απολογουμένου ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, κατά τη συνεδρίαση της 25.11.2004, κατά την οποία εκδόθηκε η 2025/2004 απόφασή του που μετ' επικλήσεως προσκομίζει ο εναγόμενος, οι οποίες (καταθέσεις) λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια), αφού άλλωστε δεν αρνείται ότι είχε λάβει γνώση της αδείας.

Ωστόσο, ανέλαβε την ευθύνη, να κατασκευάσει τη δική του οικοδομή σε άλλη θέση, και δη εντός του νοτιοδυτικού τμήματος του ακινήτου που είχε περιέλθει στον ίδιο κατά χρήση. Την εποπτεία για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, κατόπιν συμφωνίας με τον εναγόμενο, ο οποίος διέμενε στη ... και επισκεπτόταν δύο φορές το χρόνο την Ελλάδα, ανέλαβε ο ενάγων, με χρήματα που του έστελνε από τη ...

ο εναγόμενος, προκειμένου να τον εξυπηρετήσει. Έτσι, με την επιμέλεια του ενάγοντος, μέχρι και τα μέσα του έτους 1991, κατασκευάσθηκε εντός του ανωτέρω τμήματος αποκλειστικής χρήσης του εναγομένου το μεγαλύτερο τμήμα του ισογείου της οικοδομής και επί πλέον, κατ' απαίτηση του ίδιου, και πρώτος όροφος, καίτοι δεν προέβλεπε τούτο η άδεια (βλ την από 7.4.1999 μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού ..., που συνετάγη για να χρησιμεύσει σε άλλη δίκη μεταξύ των διαδίκων).

Εν τω μεταξύ δε είχε αρθεί η απαγόρευση και o ενάγων, δυνάμει του με αριθ .../7.10.1992 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πολυγύρου, Στέλλας Κερμελίδου Αθανασιάδου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο ... και αριθ. 34 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Συκιάς-Χαλκιδικής, μεταβίβασε κατά κυριότητα στον εναγόμενο το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω αγροτεμαχίου.

Μετά τη μεταβίβαση την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών ανέλαβε ο ίδιος o εναγόμενος, o οποίος κατασκεύασε και τρίτο όροφο στην οικοδομή του (βλ την άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Προκειμένου δε να νομιμοποιήσει τις αυθαίρετες κατασκευές, στις οποίες προέβη, υπέβαλε στο Τμήμα Πολεοδομίας ... την από 24.11.1993 αίτηση, βάσει της οποίας του χορηγήθηκε η .../1994 άδεια προσθήκης στέγης στην .../1985 αρχική άδεια.

Στις 26.5.1994, όμως, από αρμόδια όργανα του Τμήματος Πολεοδομίας ... διενεργήθηκε αυτοψία στην οικοδομή του και διαπιστώθηκε ότι είχε κατασκευάσει τριώροφη οικοδομή με γκαράζ και υδατοδεξαμενή, χωρίς άδεια, διότι η εκδοθείσα με αριθ .../1989 άδεια προέβλεπε την ανέγερση οικοδομής σε άλλη θέση (βλ. την άνω έκθεση αυτοψίας και το αριθ.

πρωτ. .../.../31-5-2000 έγγραφο του Τμήματος Αυθαιρέτων Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χαλκιδικής προς τον εναγόμενο). Έτσι με την 57155/1994 απόφαση του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομίας ... η .../1994 άδεια ανακλήθηκε και με την από 27-6-1994 απόφαση της Επιτροπής Αυθαιρέτων η οικοδομή του εναγομένου κρίθηκε τελεσιδίκως αυθαίρετη και κατεδαφιστέα.

Κατόπιν αυτού, στη συνέχεια εκδόθηκε η 57121/1994 απόφαση του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομίας ..., με την οποία για την αυθαίρετη κατασκευή της οικοδομής του εναγομένου επιβλήθηκε πρόστιμο ανέγερσης 6.852.353 δρχ και πρόστιμο διατήρησης 488.040 δρχ. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 13.12.1994 ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με την από 16.12.1994 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου ΠΕΧΩΔΕ Νομού Χαλκιδικής, με συνέπεια η άνω απόφαση επιβολής προστίμου να καταστεί οριστική.

Υπόχρεοι για την πληρωμή του προστίμου ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ 4 του Ν. 1337/1983, αμφότεροι οι διάδικοι, και δη σε ολόκληρο έκαστος, ως συγκύριοι του ακινήτου, στο οποίο κατασκευάσθηκε το αυθαίρετο κτίσμα. Εκτός δε από το άνω επιβληθέν πρόστιμο αυτοί είχαν υποχρέωση να καταβάλουν και τις εκάστοτε νόμιμες προσαυξήσεις, καθώς και πρόστιμο διατήρησης του κτίσματος για κάθε επόμενο έτος.

Έτσι, είχαν υποχρέωση να καταβάλουν: 1) για το έτος 1994: α) το συνολικό ποσόν των 7.041.143 δρχ, για πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης του κτίσματος, και β) το ποσόν των 8.836.634 δρχ, για τις νόμιμες προσαυξήσεις, 2) για το έτος 1995: α) το ποσόν των 585.648 δρχ, για πρόστιμο διατήρησης, και β) το ποσόν των 562.222 δρχ, για τις νόμιμες προσαυξήσεις, 3) για τα έτη 1996 και 1997 α) το συνολικό ποσόν των 1546111 δρχ, για πρόστιμο διατήρησης, και β) το ποσόν των 587.522 δρχ, για τις νόμιμες προσαυξήσεις, για το έτος 1998:

α) το ποσόν των 927,666 δρχ, για πρόστιμο διατήρησης, και β) το ποσόν των 106,682 δρχ για νόμιμες προσαυξήσεις, 4) για το έτος 1998 α) το ποσό των 927.666 δρχ. για πρόστιμο διατήρησης και β) το ποσό των 106668 δρχ. για νόμιμες προσαυξήσεις και 5) για το έτος 1999, α) το ποσόν των 85.036 δρχ, για πρόστιμο διατήρησης, και β) το ποσό των 1276 δρχ.

για νόμιμες προσαυξήσεις (βλ. την από 21-8-2000 εκδοθείσα από τη Δ.Ο.Υ ... καρτέλα φορολογίας του ενάγοντος που μετ' επικλήσεως προσκομίζει τελευταίος).

Συνεπώς, μέχρι και το έτος 1999 είχαν υποχρέωση να καταβάλουν, σε ολόκληρο, το συνολικό ποσόν των 20.279.940 δρχ. Ωστόσο, αυτοί αρνήθηκαν να συμμορφωθούν προς την υποχρέωση τους αυτή, με συνέπεια για το βεβαιωθέν χρέος τους μέχρι και το έτος 1997, η Δ.Ο.Υ ... να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του επικοίνου ακινήτου τους με την αριθ.

πρωτ. .../4.3.1997 παραγγελία για αναγκαστική κατάσχεση που μετ' επικλήσεως προσκομίζει ο ενάγων. Προ του κινδύνου να κατασχεθεί και εκπλειστηριασθεί το εν λόγω ακίνητο συγκυριότητας των διαδίκων, ο ενάγων, ως συνυπόχρεος, αναγκάσθηκε να εξοφλήσει το άνω ληξιπρόθεσμο χρέος τους, πληρώνοντας στη Δ.Ο.Υ ..., εξ ιδίων, ολόκληρο το οφειλόμενο ποσόν των 20.279.940 δρχ και ήδη 59.515,59 ευρώ (βλ τα με αριθ ...

και .../14.7.2000 διπλότυπα είσπραξης της άνω Δ.Ο.Υ που μετ' επικλήσεως προσκομίζει), πράγμα άλλωστε που δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος. Το ποσόν αυτό, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη συνιστούσε δαπάνη, με σκοπό συντήρησης του επικοίνου ακινήτου, στα πλαίσια της παρεχομένης στον ενάγοντα εξουσίας από την ΑΚ 788 παρ 2 προς ατομική διοίκηση τούτου, διότι αυτός, ως συγκοινωνός, προέβη στη δαπάνη προς αποτροπή επικειμένου κινδύνου που απειλούσε το κοινό.

Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος ως ο έτερος των συγκοινωνών, είχε κατ' αρχήν υποχρέωση, σύμφωνα με την ΑΚ 794, να συνεισφέρει οικονομικά στη δαπάνη, κατά την αναλογία της μερίδας του στο κοινό, και δη κατά το ήμισυ. Όμως, όπως γίνεται δεκτό από αμφοτέρους τους διαδίκους, αυτοί, κατ' απόκλιση από τη ρύθμιση της ΑΚ 787 που επιτρέπει τη σύγχρηση του κοινού από όλους τους κοινωνούς, διένειμαν τούτο, όπως προεκτέθηκε, κατά χρήση άτυπα, με ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ τους, και παραχώρησαν το διαιρετό τμήμα, στο οποίο κατασκευάσθηκε η αυθαίρετη οικοδομή, στον εναγόμενο, ο οποίος έκτοτε κατέχει και καρπούται τούτο αποκλειστικά για τον εαυτό του.

Συνεπώς, ανεξαρτήτως αν ο ενάγων συνήνεσε στην παράνομη κατασκευή της οικοδομής και αν συνέδραμε τον εναγόμενο στην ανέγερσή της, αυτή, με βάση την ανωτέρω συμφωνία των διαδίκων, έγινε για να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά από τον εναγόμενο και προς όφελός του. Ως εκ τούτου, πρέπει ο τελευταίος να επιβαρυνθεί με ολόκληρη τη δαπάνη για την αυθαίρετη δόμησή της, διότι τούτο επιβάλλεται αναλόγως προς την προκύπτουσα από την άνω συμφωνία των διαδίκων συμβατική ρύθμιση που υπερισχύει της ρύθμισης της ΑΚ 794, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και ισχύει αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των κοινωνών.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε κρίνει διαφορετικά, δίκασε την υπόθεση δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλλει στον ενάγοντα το ανωτέρω ποσό των 59.515,59 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και συγκεκριμένα παραβίασε εκ πλαγίου τους άνω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, καθόσον δεν διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα δεν διευκρινίζονται σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων βαρύνεται αποκλειστικά για τη καταβολή του ανωτέρω ποσού ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος για τη σωστή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Πιο συγκεκριμένα δεν διευκρινίζεται επαρκώς το περιεχόμενο της άτυπης συμφωνίας των διαδίκων με την οποία διένειμαν κατά χρήση το ακίνητο, με βάση το οποίο θα πρέπει, κατά τις άνω διατάξεις, να επιβαρυνθεί, εν προκειμένω, μόνον ο αναιρεσείων, αφού το ανεγειρόμενο κτίσμα καθίσταται συστατικό του ακινήτου στο οποίο οικοδομείται και ανήκει, εφόσον δεν υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, στον κύριο του οικοπέδου, ο οποίος και ωφελείται από την ύπαρξή του, τούτο δε μάλιστα ενόψει του ότι κατά τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου: 1) το ακίνητο είχε περιέλθει στη πλήρη κυριότητα του ενάγοντος με το υπ.

αριθ. .../29-8-1988 πωλητήριο συμβόλαιο που νόμιμα μεταγράφηκε, 2) η υπ' αριθ. .../1989 οικοδομική άδεια που προέβλεπε την κατασκευή δύο σε επαφή ισογείων κατοικιών με υπόγειο επιφάνειας 100 τ.μ. εκάστης στο βορειοανατολικό τμήμα του αγροτεμαχίου που είχε περιέλθει κατά χρήση στον ενάγοντα είχε εκδοθεί στο όνομα αυτού που ήταν και ο αποκλειστικός κύριος, 3) η αυθαίρετη κατοικία άρχισε να ανεγείρεται σε άλλη θέση από εκείνη που προβλεπόταν στην οικοδομική άδεια, λόγο για τον οποίο και κηρύχθηκε αυθαίρετη στη συνέχεια, με την επιμέλεια του ίδιου του ενάγοντος, ο οποίος ήταν και ο αποκλειστικός κύριος του όλου ακινήτου και μέχρι τα μέσα του έτους 1991 είχε κατασκευασθεί εντός του τμήματος της αποκλειστικής χρήσης του εναγομένου το μεγαλύτερο τμήμα του ισογείου και επιπλέον και πρώτος όροφος καίτοι δεν προβλεπόταν στην άδεια και 4) η μεταβίβαση του 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου με το σ' αυτό μέχρι τότε κτίσμα από τον ενάγοντα στον εναγόμενο έγινε με το υπ.

αριθ. .../7-10-1992 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πολυγύρου, Στέλλας Κερμελίδου-Αθανασιάδου που μεταγράφηκε νόμιμα αφότου ο εναγόμενος κατά πρώτον κατέστη εξ αδιαιρέτου συγκύριος του ακινήτου και ανέλαβε ο ίδιος την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών κατασκευάζοντας και τρίτο όροφο, γκαράζ και υδατοδεξαμενή.

Κατ' ακολουθίαν οι συναφείς πρώτος, τρίτος, τέταρτος, έκτος και έβδομος λόγοι της αναίρεσης κατά το σχετικό τους μέρος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι.

Συνεπώς πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), παρελκούσης μετά από αυτά της έρευνας των λοιπών λόγων της αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1643/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ