Legislator Case Law & Legislation
1160/2008 AI generated

Supreme Court allows public entity to pay interest on family allowances owed to employees from the lawsuit filing date.

Case Number 1160/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned a lower court decision that had declared the state's obligation to pay interest on family allowances invalid. The court ruled that family allowances constitute part of an employee's remuneration and are therefore subject to the statutory interest rate of 6% per annum for public debts. Consequently, the state must pay these interest rates retroactively from the date the lawsuit was filed.

Legislator headnote

AI generated

Article 22 of the Constitution; Article 21 of the Code of Laws on Public Debts: Family allowances paid to employees are considered part of remuneration and are subject to the statutory 6% annual interest rate for public debts starting from the filing of the lawsuit.

Keywords

AI generated
family allowances public debt interest employee remuneration constitutional equality statutory interest rate state liability labor law

Cited Legislation

AI generated
Article 22 of the Constitution
Article 1 of International Labour Convention No. 100
Article 1 of the EEC Treaty
Article 1 of Council Directive 75/117
Article 4 of Law 1414/1984
Article 21 of the Code of Laws on Public Debts

Cited Case Law

AI generated
OL AP 10/2008
OL AP 7/2000
OL AP 3/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1160 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1160/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β'1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τη Βασιλική Δούσκα, δικαστική αντιπρόσωπο του Ν. Σ. Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ....., 2) ...., 3) ....., 4) ....., 5) ....., 6) ....., 7) ..... και 8) ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 350/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3892/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-9-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 20-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου λόγου αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Επειδή, κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του ισχύοντος συντάγματος, το οποίο έχει εφαρμογή στους απασχολούμενους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από το φύλλο ή άλλη διάκριση έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 στοιχ. α' της υπ' αριθ. 100/1951 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 46/1975, 119 παρ. 2 της Συνθήκης της ΕΟΚ, στην οποία η Ελλάδα προσχώρησε με την από 28-5-1979 Συνθήκη, που κυρώθηκε με το Ν. 945/1979, 1 της υπ' αριθ. 75/117 της 19-2-1975 Οδηγίας του Συμβουλίου της ΕΟΚ και 4 παρ. 2 του Ν. 1414/1984 συνάγεται ότι στην έννοια της αμοιβής περιλαμβάνονται και τα περιεχόμενα στον εργαζόμενο οικογενειακά επιδόματα (γάμου και τέκνων), τα οποία καταβάλλονται, λόγω της εργασιακής σχέσης, ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας και αποτελούν μέρος του μισθού, υπό την αναφερόμενη στα άρθρα 648, 649, 653 και 655 ΑΚ έννοια.

Συνεπώς, ανεξάρτητα από το ενδοοικογενειακό ζήτημα αν ο ένας ή και οι δύο σύζυγοι οφείλουν να αντιμετωπίζουν τα βάρη του γάμου, την απαίτηση έναντι του εργοδότη για τα οικογενειακά επιδόματα έχουν στο ακέραιο και οι δύο, εφόσον αμφότεροι εργάζονται, με βάση την εργασιακή τους σύμβαση, γιατί τα εν λόγω επιδόματα είναι τμήμα της αμοιβής, που δικαιούνται.

Έτσι, δεν συγχωρείται ως προς αυτά καμία διάκριση για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Εξάλλου, η θεμελιώδης διάταξη του άρθρου 119 της Συνθήκης της Ρώμης, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει αυξημένη τυπική ισχύ, εφαρμόζεται όχι μόνο στους μισθωτούς του ιδιωτικού, αλλά και του δημοσίου τομέα.

Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Από τη διάταξη αυτή έπεται ότι ο κοινός νομοθέτης οφείλει να ρυθμίζει τις ουσιώδεις όμοιες σχέσεις, δικαιώματα και καταστάσεις κατά τρόπο ισόνομο. Άνιση νομοθετική μεταχείρισή τους είναι αντίθετη προς τη συνταγματική αυτή επιταγή, η παράβαση της οποίας ελέγχεται δικαστικώς.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 1414/1984, που εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού στους εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και σε όσους ασκούν ελεύθερα επαγγέλματα, δικαιούχος των επιδομάτων γάμου είναι η οικογένεια και των επιδομάτων τέκνων τα τέκνα. Τα επιδόματα γάμου και τέκνων, που καθιερώνονται για πρώτη φορά ή επαναρυθμίζονται, χορηγούνται στο εξής στο ακέραιο σε κάθε εργαζόμενο σύζυγο ή γονέα, ανεξαρτήτως φύλου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, 4 και 5 του Ν. 2470/1997, για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Στην περίπτωση που ο ένας από τους δύο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, δεν καταβάλλεται στον έτερο σύζυγο υπάλληλο η ανωτέρω παροχή.

Στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, η ανωτέρω παροχή καταβάλλεται στον έναν απ' αυτούς, κατ' επιλογήν τους, με κοινή υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986, που υποβάλλεται στους εκκαθαριστές αποδοχών και των δύο συζύγων. Όμως, όλες οι ανωτέρω ρυθμίσεις, κατά το μέρος που θέτουν ειδικές προϋποθέσεις για την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων στο ακέραιο στους εγγάμους μισθωτούς με σχέση ιδιωτικού δικαίου (μη λήψη των επιδομάτων αυτών από τον έτερο εργαζόμενο σύζυγο), είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία, που καθιερώνεται από το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, αφού, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτές οι εργαζόμενοι με σχέση ιδιωτικού δικαίου, των οποίων ο σύζυγος δεν εργάζεται, λαμβάνουν, χωρίς τη συνδρομή καμίας άλλης ειδικής προϋποθέσεως, στο ακέραιο τα οικογενειακά επιδόματα, που αποτελούν μέρος της αμοιβής τους (ΑΕΔ 3/2001).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι τη 1-1-1999 προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και αμείβονται έκτοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, ενώ άπαντες είναι έγγαμοι και έχουν τέκνα, τα οποία είτε είναι ανήλικα, είτε σπουδάζουν.

Το αναιρεσείον, μολονότι γνωρίζει την οικογενειακή κατάσταση αυτών, αρνείται να τους καταβάλει τα οικογενειακά επιδόματα, με την αιτιολογία ότι τα επιδόματα αυτά εισπράττουν οι σύζυγοί τους, που εργάζονται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε στη συνέχεια ότι η άρνηση αυτή του αναιρεσείοντος είναι αδικαιολόγητη, αφού η εξαίρεση των αναιρεσιβλήτων από τη λήψη των εν λόγω επιδομάτων αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας και ειδικότερα, στη συνταγματική αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία.

Κατόπιν αυτών δέχθηκε τούτο την ένδικη από 4-12-2001 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

II. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ ΑΠ 23/2004 και 11/2003). Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το Ν. Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δε στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Το συμφέρον αυτό εξυπηρετεί πρωτίστως η διάταξη του άρθρου 21 του Διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου>>,

με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στην περίπτωση χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, τούτου, κατ' εξαίρεση προς τις γενικές διατάξεις, υποχρεούται στην καταβολή νομίμων τόκων ή τόκων υπερημερίες από την επίδοση σ' αυτό της καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση της οφειλής του (Ολ ΑΠ 10/2008 και 7/2000).

Η ρύθμιση αυτή εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση και δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τις ανωτέρω διατάξεις και εκείνες του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, διότι η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εξυπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό και δημόσιο συμφέρον, αφού και οι φορολογούμενοι πολίτες συμβάλλουν στην περιουσία και την οικονομική κατάσταση του Δημοσίου με την καταβολή φόρων (Ολ ΑΠ 3/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, καθόσον αφορά την τοκοδοσία των οφειλών του Δημοσίου από την επίδοση της αγωγής, είναι ανίσχυρη και ανεφάρμοστη, ως αντιβαίνουσα στις ως άνω συνταγματικές και λοιπές υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, και συνεπώς το Δημόσιο οφείλει νομίμως τόκους επί των αναφερομένων ποσών των οικογενειακών επιδομάτων των αναιρεσιβλήτων από τη δήλη ημέρα που έπρεπε να καταβάλλεται μαζί με το μισθό κάθε δικαιούμενη από τον καθένα απ' αυτούς για τα εν λόγω επιδόματα οφειλή.

Κατόπιν αυτών δέχθηκε τούτο την ένδικη αγωγή, κατά το ως άνω παρεπόμενο αίτημά της, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή παραβίασε το Πολυμελές Πρωτοδικείο την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21 του Διατάγματος της 26-6/10-7-1994 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και εκείνες των άρθρων 341, 345 ΑΚ.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα ανωτέρω αναφερόμενα, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της αυτό, να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ., προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές και να συμψηφισθούν εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 3892/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος της.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. - Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εξ ολοκλήρου μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ