Legislator Case Law & Legislation
1160/2007 AI generated

1160/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1160/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1160/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι από τα άνω επιδόματα ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε τα υπό στοιχεία 1, 2 και 3, πλην όμως εδικαιούτο και τα υπόλοιπα λόγω του ως άνω μελετητικού του έργου και του ότι η γνώση των ξένων γλωσσών αποτέλεσε κριτήριο για την πρόσληψή του και την εν συνεχεία ένταξή του στο τεχνικό τμήμα του αναιρεσείοντος εναγομένου, ενόψει και των υπηρεσιών του στην αναπαλαίωση των κτιρίων αυτού που απαιτούσαν τη συνεργασία του με ξένους επιστήμονες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1160 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1160/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "Μουσείον Βούρου - Ευταξία", νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζερδελή. Του αναιρεσιβλήτου: ............, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεβέντη, καθώς επίσης και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 5-2-2007 δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 755/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 7250/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-9-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, διάβασε την από 23-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τέταρτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως, δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται αν αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες της απόφασης νοούνται τα απ΄ αυτήν γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της.

στο οποίο στήριξε το νομικό συμπέρασμά της. Τον παραπάνω λόγο αναίρεσης δεν θεμελιώνουν ελλείψεις της απόφασης αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ΄ αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε μεταξύ άλλων ότι το αναιρεσείον Ίδρυμα, στις 26.10.1988 προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο αρχιτέκτονα μηχανικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αντικείμενο εργασίας την εκποίηση μελετών και εκτέλεση έργων συντηρήσεως των κτιρίων αυτού.

Ότι, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, οι αποδοχές του αναιρεσιβλήτου από 1.1.1998 έως 30.10.2003 καθορίζονταν από τις διαιτητικές αποφάσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις μελετητικές και εργοληπτικές επιχειρήσεις όλης της χώρας, οι οποίες προέβλεπαν και τα εξής επιδόματα 1) επίδομα γάμου 10% επί του βασικού μισθού, 2) επίδομα τέκνου 5% επί του βασικού μισθού, 3) επίδομα επιβλέποντος βάσει νόμου 25% επί του βασικού μισθού, 4) επίδομα μελετών 15% επί του βασικού μισθού, 5) επίδομα ξένης γλώσσας 10% επί του βασικού μισθού και 6) επίδομα επί πλέον ξένης γλώσσας από ποσοστό 5% επί του βασικού μισθού.

Ότι από τα άνω επιδόματα ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε τα υπό στοιχεία 1, 2 και 3, πλην όμως εδικαιούτο και τα υπόλοιπα λόγω του ως άνω μελετητικού του έργου και του ότι η γνώση των ξένων γλωσσών αποτέλεσε κριτήριο για την πρόσληψή του και την εν συνεχεία ένταξή του στο τεχνικό τμήμα του αναιρεσείοντος εναγομένου, ενόψει και των υπηρεσιών του στην αναπαλαίωση των κτιρίων αυτού που απαιτούσαν τη συνεργασία του με ξένους επιστήμονες.

Επομένως, ενόψει της ως άνω παραδοχής της προσβαλλομένης απόφασης, ότι καθ΄ ομολογία των διαδίκων, οι αποδοχές του αναιρεσιβλήτου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ρυθμίζονταν από τις ισχύουσες διαιτητικές αποφάσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις μελετητικές και εργοληπτικές επιχειρήσεις (ΔΑ 54/1998 και 28/2003), το Εφετείο επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο με βάση αυτές διαφορές αποδοχών για το παραπάνω διάστημα, δεν παραβίασε τις διατάξεις τους ευθέως ή εκ πλαγίου, εφόσον κατέληξε σε σαφές αποδεικτικό πόρισμα περί της εφαρμογής τους.

Κατ΄ ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, δια των οποίων αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ του 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα, ήτοι ότι παραβίασε δια της εφαρμογής τους, τις άνω διαιτητικές αποφάσεις στις ρυθμίσεις των οποίων υπάγονται οι εργαζόμενοι των Τεχνικών, Μελετητικών και Εργοληπτικών Επιχειρήσεων όλης της χώρας, στην κατηγορία των οποίων δεν ανήκει το αναιρεσείον, ούτε είναι μέλος εργοδοτικής συνδικαλιστικής οργανώσεως που συμμετείχε στις συλλογικές διαφορές, επί των οποίων εκδόθηκαν οι ανωτέρω διαιτητικές αποφάσεις, σε κάθε δε περίπτωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης καθόσον δεν προσδιορίζει αν ο αναιρεσίβλητος και το αναιρεσείον είναι μέλος των συνδικαλιστικών οργανώσεων που δεσμεύεται από τις άνω διαιτητικές αποφάσεις ή αν αυτές κηρύχθηκαν γενικά υποχρεωτικές ή αν είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους να εφαρμόζονται αυτές, ανεξάρτητα αν εμπίπτουν ή όχι στο πεδίο εφαρμογής τους είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία της αγωγής, νομική, ποσοτική ή ποιοτική, για να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης, πρέπει να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ΄ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ενόψει αυτών, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι και αν γίνει δεκτό κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να αμείβεται ο αναιρεσίβλητος με τις συλλογικές συμβάσεις και διαιτητικές αποφάσεις του προσωπικού των τεχνικών, μελετητικών και εργοληπτικών επιχειρήσεων όλης της χώρας, ο τελευταίος ούτε με την αγωγή ούτε με τις προτάσεις του προέβαλε σχετικό ισχυρισμό περί τέτοιας συμφωνίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση που τον έλαβε υπόψη χωρίς να έχει προταθεί υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Και τούτο γιατί δι΄ αυτού πλήττεται η απόφαση του Εφετείου αληθώς για μη απόρριψη της αγωγής λόγω αοριστίας, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, στο δικαστήριο της ουσίας.

Στο άρθρο 4 της από 21.2.1989 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας αρχιτεκτόνων μηχανικών όλης της χώρας που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 16622/1989 (ΦΕΚ Β΄ 617), ορίζεται ότι ανάλογα με τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στον αρχιτέκτονα μέλος του ΣΑΔΑΣ, τα κατώτατα όρια των βασικών μηνιαίων μισθών προσαυξάνονται με επίδομα υπευθυνότητας που παρέχεται κατά τα ακόλουθα ποσοστά α...

β... γ... δ. Υπεύθυνος έργου σε ομάδα μελέτης ή υπεύθ. εργοταξίου 15%. Εξάλλου στο άρθρο 9 της ίδιας ΣΣΕ ορίζεται ότι αν η χρήση της εργασίας ή η υπευθυνότητα που ανατίθεται το απαιτεί, προστίθενται στις κατώτερες παραπάνω αποδοχές τα εξής επιδόματα: Επίδομα ξένης γλώσσας 10% και 5% για κάθε επιπλέον γλώσσα. Τα ανωτέρω επιδόματα διατηρήθηκαν με τα άρθρα 9 και 5 αντίστοιχα των 54/1998 και 28/2003 Δ.Α.

για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζόμενων στις μελετητικές και εργοληπτικές επιχειρήσεις όλης της χώρας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δεχόμενο ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσίβλητος προσέφερε τις υπηρεσίες του για την αξιοποίηση των ακινήτων του αναιρεσείοντος και ιδιαίτερα των αναφερομένων δύο διατηρητέων κτιρίων αυτού, με την κατάρτιση τεχνικών μελετών κ.λ.π., ότι το 1993 με απόφαση του ΔΣ του αναιρεσείοντος εντάχθηκε στο τεχνικό τμήμα των υπηρεσιών του ως υπεύθυνος για τα ακίνητα του Μουσείου, ως αρχιτέκτων - μηχανικός Πανεπιστημίου Ρώμης με μεταπτυχιακή ειδίκευση σε κατασκευές και αναπαλαιώσεις, προϋπηρεσία στο Μουσείο από 26.10.1988, κάτοχος Γαλλικής, Αγγλικής και Ιταλικής γλώσσας, και ότι συνέχισε να προσφέρει τις τεχνικές του υπηρεσίες στο αναιρεσείον από τη θέση του μοναδικού αρχιτέκτονα μηχανικού αυτού μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του τον Οκτώβριο 2003, κατέληξε ότι αυτός (αναιρεσίβλητος) δικαιούταν τα επιδόματα μελετών ξένης γλώσσας και επιπλέον ξένης γλώσσας "λόγω του ως άνω μελετητικού του έργου και του ότι η γνώση των ξένων γλωσσών αποτέλεσε κριτήριο για την πρόσληψή του και την εν συνεχεία ένταξή του στο τεχνικό τμήμα του εναγομένου, ενόψει και των υπηρεσιών του στην αναπαλαίωση των κτιρίων του Μουσείου που απαιτούσαν την συνεργασία του με ξένους επιστήμονες".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατ΄ ακολουθίαν των οποίων και επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο τα παραπάνω επιδόματα, ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις αντίστοιχες διατάξεις τις από 21.2.1989 Σ.Σ.Ε. και των ΔΑ 54/1998 και 28/2003, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφαση του επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου προς απόληψη των άνω επιδομάτων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, καθότι επεδίκασε τις διεκδικούμενες με την ένδικη αγωγή μισθολογικές διαφορές από τη μη καταβολή των άνω επιδομάτων, χωρίς να δεχθεί τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου των προβλεπομένων στη παραπάνω κανονιστική διάταξη προϋποθέσεων, σε κάθε δε περίπτωση διότι στερείται επαρκών αιτιολογιών περί της συνδρομής των ενλόγω προϋποθέσεων, σε σχέση δε με το επίδομα μελετών και πλημμέλεια εκ του άρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον τέτοιο επίδομα δεν προβλέπεται από τις άνω κανονιστικές διατάξεις, αλλά επίδομα υπευθύνου σε ομάδα μελέτης, το οποίο όμως δεν αξίωσε με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 2 του Ν.3198/1955, η κατά τον ν.2112/1920 αποζημίωση υπαλλήλου, που απολύεται χωρίς προμήνυση, αν δεν υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, καταβάλλεται κατά την ημέρα που λύεται η εργασιακή σχέση. Αν υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις κάθε μία των οποίων δεν μπορεί να είναι κατώτερη των αποδοχών τριών μηνών εκτός αν υπολείπεται προς εξόφληση μικρότερο ποσό, η πρώτη δε δόση είναι καταβλητέα την επομένη της συμπληρώσεως τριμήνου από την απόλυση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ίδιου νόμου, ως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν.2556/1997, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως και έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, η δε καθυστέρηση δόσης της αποζημίωσης από τις κατά την παρ. 1 εδαφ.

β΄ του άρθρου 2 οφειλόμενες συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο απολυθείς μισθωτός, ενάγων τον εργοδότη του για ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του σχέσης, λόγω μη καταβολής πλήρους της οφειλόμενης αποζημίωσής του, οφείλει να επικαλεστεί και ν΄ αποδείξει το ύψος της δικαιούμενης αποζημιώσεως και το γεγονός της μη πλήρους καταβολής της από τον εργοδότη.

Δεν υποχρεούται δε να επικαλεσθεί αναγκαίως στην περίπτωση που η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές των έξι μηνών και ότι ο εργοδότης παραιτήθηκε του κατ΄ άρθρο 2 εδ. β΄ του ν.3198/1955 δικαιώματός του για τμηματική καταβολή της ενλόγω αποζημίωσης. Αντίθετα, στον εναγόμενο εργοδότη εναπόκειται προς λυσιτελή απόκρουσή της σε βάρος του αγωγής να ισχυριστεί και ν΄ αποδείξει ότι κατ΄ ενάσκηση του άνω δικαιώματός του κατέβαλε κατά την απόλυση του ενάγοντος μισθωτού αποζημίωση σ΄ αυτόν ίση ή μεγαλύτερη από τις αποδοχές έξι μηνών και ότι το υπόλοιπο αυτής κατέβαλε ή καταβάλλει σε τριμηνιαίες δόσεις.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο τέταρτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη ότι ο αναιρεσίβλητος ενόψει των ετών απασχόλησής του στο αναιρεσείον δικαιούταν αποζημιώσεως, λόγω της καταγγελίας της εργασιακής του σχέσης, ίσης με τις αποδοχές δέκα μηνών πλέον της αναλογίας των επιδομάτων εορτών και αδείας, ήτοι συνολικώς 27.965 ευρώ και ότι το αναιρεσείον του κατέβαλε για το λόγο αυτό 23.853,06 ευρώ, συνεπώς δεν του κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση την οποία εδικαιούτο και γι΄ αυτό η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη με συνέπεια να του οφείλει τους ζητούμενους μισθούς υπερημερίας, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 του ν.3198/1955, εφόσον δεν δέχθηκε συγχρόνως ότι το αναιρεσείον παραιτήθηκε από το δικαίωμά του τμηματικής καταβολής της αποζημιώσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 του ν.2112/1920, 5 παρ. 3 του ν.3198/1955 και 288 ΑΚ προκύπτει, ότι η ελλιπής καταβολή από τον εργοδότη της αποζημιώσεως που δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ως προς την έκταση των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, βάσει των οποίων καθορίζεται το ύψος της αποζημιώσεως.

Ο περί συγγνωστής πλάνης πραγματικός ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού με την οποία διώκεται είτε η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημιώσεως, είτε η επιδίκαση λόγω της τοιαύτης ακυρότητας μισθών υπερημερίας. Ο άνω ισχυρισμός μπορεί κατά το άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ που έχει εφαρμογή και επί των ειδικών διαδικασιών (591 παρ. 1 ΚΠολΔ), να προταθεί και για πρώτη φορά στο εφετείο, όταν προτείνεται από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο, σε υπεράσπιση κατά της έφεσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Είναι δε πράγματα, κατά την έννοια της άνω διάταξης, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 25/2003).

Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου ν΄ απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο, αόριστο, απαραδέκτως προβληθέντα ή αλυσιτελή, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ΄ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, προκύπτει ότι αυτός, προς αντίκρουση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, παραπονουμένου και για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, της περί ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, λόγω καταβολής ελλειπούς αποζημιώσεως, πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής του, επικαλέσθηκε ότι συνέτρεχε συγγνωστή πλάνη από μέρους του, αναφορικά προς τη μη άμεση καταβολή της οφειλόμενης εκ του νόμου αποζημίωσης κατά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, για την εξεύρεση του ποσού της οποίας δεν συνυπολόγισε τα επιδόματα μελετών, ξένης γλώσσας και επιπλέον ξένης γλώσσας, δεδομένου ότι ο αντίδικος, ο οποίος ήταν πάντοτε εκείνος που πρώτος ενημέρωνε σχετικά τη λογιστική του υπηρεσία, δεν ζήτησε ποτέ αναπροσαρμογή του μισθού του ή συμπληρωματικά επιδόματα, ούτε επιφυλάχθηκε ποτέ προτού εγείρει την ένδικη αγωγή του.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος. Και τούτο γιατί τα επικαλούμενα περιστατικά, ήτοι η ως άνω εκτιθέμενη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου δεν μπορεί να δικαιολογήσει άγνοια του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου των προϋποθέσεων λήψης των υπό των άνω κανονιστικών διατάξεων (ΔΑ) προβλεπομένων επιδομάτων και εντεύθεν συγγνωστή πλάνη αυτού ως προς το ύψος της οφειλόμενης για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, νόμιμης αποζημίωσης.

Επομένως το Εφετείο, που όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απάντησε στο παραπάνω μη νόμιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.9.2005 αίτηση του Κοινοφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "Μουσείο Βούρου - Ευταξία" ν.π.ι.δ. για αναίρεση της 7250/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ