Supreme Court dismisses appeal on dog liability, ruling statute of limitations barred claim due to prior knowledge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's final judgment. The appellant, a minor represented by parents, sued the respondent for damages caused by the respondent's dog, but the court found the claim time-barred. The court held that the parents knew the respondent was the dog's keeper and the specific circumstances allowing a lawsuit as early as March 2014, making the five-year limitation period expired by the time the suit was filed in 2019.
Legislator headnote
AI generatedArt. 5 para. 2 of Law 4039/2012; Art. 924 of the Civil Code; The statute of limitations bars a claim for damages caused by a companion animal when the victim's legal representatives knew the keeper's identity and the facts constituting the liability prior to the filing of the lawsuit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 115 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 115 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Γεσθημανή Τσουλφόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Κουμπουλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπούρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/3/20204 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 12-3-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 88/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 16-9-2020 έφεσης του εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθ. 53/2020 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Έδεσσας.
Με την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 2-4-2019 αγωγή του αναιρεσείοντος (εκπροσωπούμενου τότε λόγω της ανηλικότητάς του από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού γονείς του) στηριζόμενη στην αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου ως κατόχου ζώου και υποχρεώθηκε ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, αφού είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η προβληθείσα από τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο, ένσταση παραγραφής.
Με την προσβαλλομένη απόφαση το δικάσαν ως Εφετείο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά παραδοχή της, απορριφθείσας πρωτοδίκως, ένστασης παραγραφής που προέβαλε ο εναγόμενος ήδη αναιρεσίβλητος.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα του λόγου αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 4039/2012, ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο "...2. Ο κάτοχος του ζώου συντροφιάς ευθύνεται για οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά που προκαλείται από το ζώο, σύμφωνα με το άρθρο 924 ΑΚ.". Κατά δε το άρθρο 924 ΑΚ "ο κάτοχος ζώου ευθύνεται για τη ζημία που προξενήθηκε από αυτό σε τρίτον (παρ. 1).
Αν η ζημία έγινε από κατοικίδιο ζώο που χρησιμοποιείται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της κατοικίας ή τη διατροφή του κατόχου του, αυτός δεν ευθύνεται αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει κανένα πταίσμα ως προς τη φύλαξη και την εποπτεία του ζώου (παρ. 2)". Με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού καθιερώνεται η αντικειμενική ευθύνη του κατόχου του ζώου για τη ζημία που έγινε από αυτό σε τρίτο, δηλαδή από μόνο το γεγονός της κατοχής του ζώου και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υπαιτιότητά του.
Και τούτο διότι ο κάτοχος που έχει τα ωφελήματα από το ζώο πρέπει να φέρει και τον κίνδυνο κάθε ζημίας που προξενείται από αυτό. Αντίθετα, προκειμένου για κατοικίδιο ζώο, θεσπίζεται με τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου η νόθος αντικειμενική ευθύνη του κατόχου ζώου, στηριζομένη σε εικαζόμενο πταίσμα αυτού για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου.
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο κάτοχος μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του αν επικαλεστεί και αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα για τη φύλαξη και εποπτεία του ζώου. Ως κατοικίδια ζώα νοούνται εκείνα που ζουν, αναπτύσσονται, τρέφονται, αναπαράγονται υπό τη στέγη του ανθρώπου και με τις φροντίδες αυτού και είναι προορισμένα να χρησιμοποιούνται για το επάγγελμα, τη φύλαξη της οικίας ή τη διατροφή του κατόχου τους, ενώ ως κάτοχος του ζώου με την έννοια του άρθρου 924 ΑΚ και στις δύο παραγράφους θεωρείται εκείνος που έχει φυσική εξουσία πάνω στο ζώο και που έχει αναλάβει να του παρέχει τροφή, να το στεγάζει και να το φροντίζει για χρόνο όχι πρόσκαιρο και ο οποίος μπορεί να το χρησιμοποιεί και να αποκομίζει τις οποιεσδήποτε ωφέλειές του ( ΑΠ 1398/2022, ΑΠ 1263/2015, ΑΠ 1979/2014, ΑΠ 1445/2007).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α' η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247, 251, 914, 932 και 937 Α.Κ., προκύπτει ότι, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 εδ α' του Α.Κ. πενταετής παραγραφή, κατ' απόκλιση από τη γενική ρύθμιση του άρθρου 251 Α.Κ., δεν αρχίζει αφότου γεννήθηκε η αξίωση, αλλά από τότε που ο δικαιούχος της αποζημίωσης έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, εφόσον, όμως, ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη.
Περαιτέρω, θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημίωσης γνωρίζει τον υπόχρεο, όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας. Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης. Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί (ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1910/2014, ΑΠ 737/2012). Από τις ίδιες διατάξεις του νόμου, σε συνδυασμό με τη διάταξη του όρθρου 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το βάρος απόδειξης ότι ο δικαιούχος της αποζημίωσης γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, φέρει εκείνος που επικαλείται πενταετή παραγραφή της αξίωσης, δηλαδή ο εναγόμενος, και ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση του υπαιτίου σε αποζημίωση σε μεταγενέστερο χρόνο, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης παραγραφής και όχι αντένσταση κατ' αυτής (ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 737/2012, ΑΠ 1209/2010, ΑΠ 141/2007).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 του ΚΠολΔ (ταυτοσήμου περιεχομένου με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 του ίδιου κώδικα) αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). ΑΠ 1536/2022)
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 937 και 924 ΑΚ σε συνδ. με άρθρ. 5 παρ. 2 του ν.4039/2012, δέχθηκε το λόγο έφεσης του αντιδίκου του, με τον οποίο επανέφερε την απορριφθείσα πρωτοδίκως ένσταση παραγραφής, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του κατά παραδοχή της ένστασης της πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης που προέβαλε ο αντίδικός του.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, δικάζον ως Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Το απόγευμα της ... 2012, ο πατέρας του ενάγοντος Α. Κ. επισκέφτηκε μαζί με τους δύο μικρότερους ανήλικους υιούς του, τον Ι.
… ετών τότε και τον Α. … ετών τότε, τον αδελφό του Λ. Κ. που κατοικεί με την οικογένειά του στο ... Μαζί με τον αδελφό του και η σύζυγό του καθόταν στην αυλή της οικίας τους, ενώ οι υιοί του μαζί με τα τρία ανήλικα τέκνα του αδελφού του βγήκαν να παίξουν στο δρόμο μπροστά από την οικία. Γύρω στις 19.45 άκουσαν φασαρία και ο πατέρας του ενάγοντος έτρεξε με τον αδελφό του για να δουν τι ακριβώς είχε συμβεί.
Τότε είδε τον εννιάχρονο υιό του Ι., πεσμένο κάτω στο δρόμο να αιμορραγεί στο αριστερό του μπράτσο. Το παιδί ήταν ταραγμένο και έκλαιγε και είπε στον πατέρα του ότι ένας σκύλος του επιτέθηκε ρίχνοντάς τον κάτω και τον δάγκωσε. Ο σκύλος που εξακολουθούσε να βρίσκεται ακόμα εκεί, ήταν ένας μεγαλόσωμος σκύλος, ράτσας γερμανικός ποιμαντικός χρώματος γκρι.
Τον κρατούσε από το περιλαίμιο ένας νεαρός, ο οποίος δεν γνωστοποίησε τα στοιχεία του. Γι'αυτό ο πατέρας του ενάγοντος ρώτησε τότε τον αδελφό του μήπως γνώριζε τον ιδιοκτήτη του σκύλου και του είπε ότι ιδιοκτήτης του σκύλου είναι ο Κ. Ν. , ο οποίος κατοικεί στο Κλεισοχώρι και η οικία του είναι κοντά στην οικία του αδελφού του....Στη συνέχεια κάλεσε την Αστυνομία και μετέφερε τον υιό του στο Νοσοκομείο της Έδεσσας.....Στο με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2012 έγγραφο της Διευθύντριας του Γενικού Νοσοκομείου Έδεσσας αναφέρονται τα εξής: "Αναφερόμενο δήγμα σκύλου-περιποίηση αριστερού βαρχιόνιου-εμβολιασμός".
Για το περιστατικό αυτό ο πατέρας του ενάγοντος κατέθεσε κατά του Ν. Κ. .....την από 8-9-2012 έγκληση.... Κατόπιν της εγκλήσεως ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του Κ. Ν. και Κ. Κ., οι οποίοι κατηγορούνταν για την τέλεση της σωματικής βλάβης από αμέλεια....Στις ... 2014 επιδόθηκε κλήση στον μάρτυρα Α. Κ., την οποία παρέλαβε η σύζυγός του Α.
Α. Ως πρώτη δικάσιμος ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας ορίσθηκε η 7η Μαρτίου 2014......, εκδόθηκε η 556/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο Ν. Κ. και ένοχος ο Κ. Κ......Σημειώνεται ότι στις ...-2012 ο Ν. Κ. είχε εμφανιστεί στο Αστυνομικό Τμήμα Έδεσσας και δήλωσε ότι ο ίδιος είναι ο ιδιοκτήτης του σκύλου, όπως το ίδιο είχε δηλώσει και ο υιός του εναγόμενος Κ.
Κ. όταν εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας την 15η Οκτωβρίου 2012....Την 19η Μαίου 2017 τόσο ο Ν. όσο και ο εναγόμενος Κ. Κ. ισχυρίστηκαν ότι πραγματικός ιδιοκτήτης του σκύλου είναι ο δεύτερος εξ αυτών Κ. Κ., ισχυρισμός που έγινε δεκτός από το Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας....Ο εφεσίβλητος υποστηρίζει ότι οι νόμιμοι αντιπρόσωποί του έμαθαν ότι πραγματικός ιδιοκτήτης του σκύλου είναι ο εναγόμενος Κ.
Κ. με την έκδοση της απόφασης, ισχυρισμός που έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι από τις 19-5-2017 άρχισε η παραγραφή της ένδικης αξίωσης. Ωστόσο, εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι του ενάγοντος, οι γονείς του, τουλάχιστον από τις 7-3-2014, κατά την ημέρα της πρώτης δικασίμου ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, ενημερώθηκαν για τα πλήρη στοιχεία του εναγομένου και γνώριζαν τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορούσαν να εγείρουν αγωγή εναντίον του εναγομένου, σε κάθε περίπτωση ως συνοδού και κατόχου του σκύλου, με ελπίδες επιτυχίας αλλά κατέθεσαν την υπό κρίση αγωγή στις 2-4-2019 και την επέδωσαν στις 23-4-2019, δηλαδή η ένδικη αξίωση υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αφού ο ενάγων δεν πρότεινε ως αντένσταση κάποιο περιστατικό αναστολής ή διακοπής της παραγραφής αυτής.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως ορθώς υποστηρίζει ο εκκαλών με τον παραπάνω βάσιμο δεύτερο λόγο της έφεσής του και ως εκ τούτου παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης [....], διότι έπρεπε να είχε γίνει δεκτή η παραδεκτώς προταθείσα ένσταση παραγραφής, η οποία επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης και έπρεπε να είχε απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβληθείς ο ισχυρισμός ότι με βεβαιότητα πληροφορήθηκαν οι γονείς του ενάγοντος την ταυτότητα του ιδιοκτήτη του σκύλου στις 19-5-2017".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή κατ'ουσία την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένσταση παραγραφής αυτού, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, μετά την ουσιαστική παραδοχή της ένστασης παραγραφής του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και με όσα ανωτέρω δέχθηκε δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 του Ν. 4039/2012, 924 ΑΚ και 937 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δη το ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι του ανηλίκου τότε ενάγοντος, γονείς του, τουλάχιστον από τις 7-3-2014, γνώριζαν τα πλήρη στοιχεία του εναγομένου και γνώριζαν τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών μπορούσαν να εγείρουν αγωγή εναντίον του ως κατόχου του ζημιογόνου ζώου-σκύλου, υπό την έννοια που προαναφέρθηκε και δη ότι για το δικό του συμφέρον είχε την φροντίδα του ζώου με την παροχή σ' αυτό στέγης και τροφής, όχι προσωρινά αλλά για ορισμένη διάρκεια χρόνου και επί πλέον ότι είχε την εξουσία να αποφασίζει περί της υπάρξεως του ζώου, με ελπίδες επιτυχίας και, συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο, ο αναιρεσείων δια των νομίμων αντιπροσώπων του λόγω της ανηλικότητάς του, γνώριζε τόσο τη ζημία του (περιουσιακή και ηθική) από την προρρηθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου όσο και ότι ήταν ο κάτοχος του ζημιογόνου ζώου γνωρίζοντας τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών μπορούσαν οι νόμιμοι αντιπρόσωποί του γονείς του να εγείρουν αγωγή εναντίον του ως κατόχου του ζημιογόνου ζώου-σκύλου, υπό την έννοια που προαναφέρθηκε, και δεν το πληροφορήθηκε για πρώτη φορά στις 19-5-2017, όπως ισχυρίσθηκε αρνούμενος αιτιολογημένα τον ισχυρισμό περί παραγραφής του αντιδίκου του, δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα ότι η σχετική αξίωση του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσίβλητου είχε υποκύψει σε πενταετή παραγραφή, αφού η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στις 2-4-2019 και επιδόθηκε στις 23-4-2019.
Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την μομφή ότι υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, παραβιάζοντας με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ.
δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2024 αίτηση του Ι. Κ. του Α. για αναίρεση της με αριθ. 88/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ