115/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάια Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated115/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).
Full text
Απόφαση 115 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 115/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάια Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. Χ. του Π., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παρίσση, ο οποίος ανακάλεσε την δήλωσή του και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης Α' βαθμού με την επωνυμία "…", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …, η οποία δεν παραστάθηκε. 2) του Ελληνικού Δημοσίου, ως αστικώς υπευθύνου για τις παράνομες πράξεις και παραλείψεις του Α.Σ.Ε.Π. όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου Βασιλικής Παπαλόη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την ΠΤ-Ν53/18-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν η 8/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2241/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-3-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάια Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 2-3-2023 (με αριθμ. καταθ. 690/50/2023) αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, το πρώτο των αναιρεσιβλήτων, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "…".
Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αρ. …/23 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου …, Σ. Γ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στο απολιπόμενο ΝΠΔΔ.
Συνακόλουθα, εφόσον κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Με την από 2-3-2023 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης 690/50/2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2241/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την ως άνω απόφαση έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η με αρ.καταθ.17/2231/2021 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 8/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών (με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της), μόνο ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε στα δικαστικά έξοδα και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν κατά τα λοιπά. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια, δεχόμενα ότι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση τα πλαίσια που ορίζονται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018), στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 4/2018, 59/2017).
Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, προτείνεται για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ, καθόσον η έλλειψη δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 319/2018, 397/2018). Όταν, όμως, το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΟλΑΠ 4/1992, ΑΠ 652/2018, 741/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1406/1983, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών Δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί, κατά δε το άρθρο 1 παρ.2 ίδιου νόμου, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά α) ...
β) ... η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, θ) τις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί παρέχεται στις περιπτώσεις που η παράνομη συμπεριφορά συντελείται είτε με εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, είτε από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους, εφόσον όμως δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε πταίσμα του οργάνου και αυτό ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΕΔ 5/1995).
Συνεπώς, ακόμη και όταν επιδιώκεται αποζημίωση για παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, αλλά η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση έργου, οι εντεύθεν διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 1627/2017, 1602/2012, ΣτΕ 872/2015).
Τοιαύτη περίπτωση συντρέχει ειδικότερα και όταν η παράνομη συμπεριφορά οργάνου του δημοσίου εκδηλώθηκε με την παράλειψη έκδοσης εκτελεστής διοικητικής πράξης αναφορικά με τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου απασχολουμένου στο δημόσιο ή σε φορέα του ευρύτερου δημόσιου τομέα μισθωτού, ως σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καίτοι συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση όλες οι από το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 164/2004 νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις, με την απόρριψη της περί τούτου αίτησης του μισθωτού, με συνέπεια την πρόκληση ζημίας σε βάρος του τελευταίου από την απώλεια των αποδοχών που σε διαφορετική περίπτωση αυτός θα λάμβανε, αφού και στην περίπτωση αυτή το αντικείμενο της διαφοράς (αποζημίωση) στηρίζεται στην ύπαρξη σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η δε επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια του οργάνου του Δημοσίου συντελέσθηκε με υπόβαθρο τη σχέση αυτή (ΑΕΔ 3/2004).
Είναι δε αδιάφορο για την κατά τα άνω φύση της ένδικης διαφοράς ως ιδιωτικού δικαίου το εάν η τελευταία από τις επί μέρους συμβάσεις εργασίας ή έργου του αιτούντος μισθωτού έληξε πριν τη λήψη της φερομένης ως παράνομης απόφασης του οργάνου του δημοσίου, αφού το γεγονός αυτό δεν μεταβάλλει τα πράγματα, ως προς τον χαρακτήρα της σχέσης ως ιδιωτικού δικαίου τοιαύτης (σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου), την οποία όφειλε να χαρακτηρίσει το όργανο του δημοσίου στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, προβαίνοντας στην έκδοση ατομικής προς τούτο εκτελεστής διοικητικής πράξης (ΑΠ 707/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 17-12-2018 (με αριθ. κατ. 53/2018) αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι απασχολήθηκε στη Δημοτική Επιχείρηση Τοπικής Ανάπτυξης … που ανήκε στον τότε … και ήδη πρώτο των αναιρεσίβλητων με την επωνυμία "…" από 27-2-2002 έως και 31-12-2004, δυνάμει των αναγραφομένων στην αγωγή διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προς εξυπηρέτηση της γραμματειακής υποστήριξης της δημοτικής επιχείρησης, οι οποίες συμβάσεις στην πραγματικότητα υπέκρυπταν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι στις 15-9-2004 υπέβαλε αίτηση στην υπηρεσία της προκειμένου να υπαχθεί στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, τις προϋποθέσεις του οποίου πληρούσε. Ότι με την …/2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης και ακολούθως με την …/2004 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου, εκφράστηκε αρνητική κρίση, με το αιτιολογικό ότι μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεών της μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών.
Ότι την ανωτέρω αρνητική κρίση υιοθέτησε και το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) με την με αριθ. …/2006 απόφασή του. Ότι κατόπιν υποβολής από την ενάγουσα αιτήσεως ακυρώσεως, η ενάγουσα τελικά δικαιώθηκε με την υπ' αριθμ…./2014 απόφαση του ΣτΕ, που ακύρωσε την υπ' αρ…./2006 απόφαση του ΑΣΕΠ κατά το μέρος που την αφορούσε και διέταξε την έκδοση νομίμως αιτιολογημένης αποφάσεως.
Ακολούθως, μετά την επανεξέταση της υπόθεσής της, με την υπ' αρ. …/2016 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, η ενάγουσα κατετάγη σε θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ειδικότητας ΔΕ Γραμματέων και μετά την κατάρτιση της υπ' αρ. πρωτ…./2016 σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και την έκδοση της από …2016 διαπιστωτικής πράξης, ανέλαβε υπηρεσία την 3-10-2016.
Επικαλούμενη δε παρανομία του Δημοτικού Συμβουλίου του άλλοτε Δήμου …, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο πρώτος των εναγομένων Ο.Τ.Α., καθώς και του Ελληνικού Δημοσίου, ως αστικώς υπευθύνου για παράνομες πράξεις και παραλείψεις του ΑΣΕΠ, που παράνομα με την έκδοση των ανωτέρω πράξεών τους αρνήθηκαν να υπαγάγουν αυτή στις ρυθμίσεις της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και να χαρακτηρίσουν, μέχρι την έκδοση της δεύτερης απόφασης του ΑΣΕΠ που ανακάλεσε την προηγουμένη, την εργασιακή της σχέση ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αλλά και περαιτέρω λόγω της εσφαλμένης κατάταξής της, με την εκδοθείσα διαπιστωτική πράξη, στο 1ο Κλιμάκιο του Ν.4354/2015, αντί του ορθού που ήταν το 4ο Κλιμάκιο, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας:
α) ως αποζημίωση (διαφυγόντα εισοδήματα), κατ' εφαρμογή των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, τις αποδοχές που αυτή απώλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως και 30-9-2016, συνολικού ύψους 259.124,49 ευρώ και β) 24.300 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά των αντιδίκων της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ.8/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που την απέρριψε ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, μετά δε την άσκηση έφεσης εκ μέρους της ενάγουσας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική δίκη, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Με αυτά που δέχθηκε όμως και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η υποκειμένη σχέση μεταξύ των διαδίκων που προκάλεσε την ένδικη διαφορά είναι σχέση δημοσίου δικαίου και συνεπώς υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, ενώ θα έπρεπε να κρίνει ότι είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση του ως άνω αιτήματος της αγωγής, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, κι επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται στην περίπτωση υπ' αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ), η οποία θα επιβληθεί μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔικ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423/18-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2241/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ