Legislator Case Law & Legislation
115/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of facts due to lack of evidence.

Case Number 115/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Monomelous Court of Corfu's final judgment. The State argued the lower court ruled on unproven facts, but the Court held that reviewing factual findings violates the principle of non-retrial of evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the Church's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the factual findings of the lower court based on the evaluation of evidence, as such assessments are not subject to annulment control.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure factual findings review evaluation of evidence non-retrial principle unproven facts appeal legal costs award annulment control

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 562 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 10 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1997

Cited Case Law

AI generated
Case 255/2020
Case 1078/2019
Case 31/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 115 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 115/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Κουφογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ιερού Ναού "..." ..., ο οποίος εδρεύει στη … , όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Σταμουλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 31/10/2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ.75/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ). Α1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§ 2 Κ.Πολ.Δ..

Έτσι η νομική, ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικώς η πρώτη από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και οι λοιπές από τους αρ. 14 ή 8 του ίδιου άρθρου για να στηρίξουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.

Νομίμως δε θεωρείται ότι έχει προταθεί στην τακτική διαδικασία ο περί αοριστίας ισχυρισμός από τον εναγόμενο εκκαλούντα μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων αυτής(ΑΠ1377/2014). 2. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, για να είναι ορισμένη, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και δεκτικού δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει, για το λόγο αυτό, όταν αφορά αντικείμενο, να προσδιορίζεται το αντικείμενο αυτό. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη, σαφή και δεκτική εκτελέσεως, γι' αυτό η αγωγή, που δεν έχει τα παραπάνω στοιχεία, απορρίπτεται ως αόριστη (ΑΠ 384/2013).

Ειδικότερα, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, με τον προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, έστω και αν η έκταση και τα όριά του δεν ανταποκρίνονται ακριβώς στην πραγματικότητα, αφού ο ακριβής προσδιορισμός τους εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας που αποφαίνεται σχετικά, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 368/2020, ΑΠ 1052/2019, ΑΠ 1564/2013).

Δεν απαιτείται όμως να αναφέρονται στην αγωγή και, κατ' επέκταση στην απόφαση, οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αυτό να εμφαίνεται (ΑΠ142/2017, ΑΠ 1182/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή.

Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που αξιώνει η παραπάνω διάταξη για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής και το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της. Ως εκ τούτου, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει το έννομο συμφέρον να εκτίθεται με επίκληση από τον ενάγοντα στο δικόγραφό της.

Το έννομο συμφέρον μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και θεωρείται, ότι υπάρχει, όταν, από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε προφορική άρνηση ή και αμφισβήτηση του οικείου δικαιώματος, δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος αυτού του ενάγοντα, η οποία αβεβαιότητα δημιουργεί άμεσα ή έμμεσα κινδύνους για τα συμφέροντά του, που δεν μπορούν να αποτραπούν, παρά μόνο με την αναγνωριστική απόφαση.

Συνεπώς, για το ορισμένο, ως προς το έννομο συμφέρον, της αναγνωριστικής αγωγής, απαιτείται, αλλά και αρκεί, να εκτίθεται στο δικόγραφό της, η άρνηση ή αμφισβήτηση από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντα, την προστασία του οποίου ζητά, με την αιτούμενη με την αγωγή αναγνώρισή του (ΑΠ 1442/2019, ΑΠ 1181/2013, ΑΠ 1420/2011).

Η εν λόγω διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου(ΑΠ1021/2014). 3. Επειδή επί τουρκοκρατίας υπό το κράτος του οθωμανικού δικαίου η έννοια του νομικού προσώπου ήταν άγνωστη, οι χριστιανικές εκκλησίες (ναοί) εν γένει δεν αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμενες να παραστούν επί δικαστηρίου προς επιδίωξη αυτών, αναγνωρίζονταν μόνο de facto ως περιουσιακές ολότητες προορισμένες προς εξυπηρέτηση του θρησκευτικού και φιλανθρωπικού σκοπού τους, των οποίων τη διαχείριση ασκούσαν, κατά τα παραχωρηθέντα από το Σουλτάνο προνόμια του Γένους, οι κατά τόπους αρχές με επιτροπές της Ορθοδόξου Κοινότητας υπό την προεδρία του επιχωρίου Επισκόπου και με βάση τα οποία προνόμια που επικυρώθηκαν και με τα σουλτανικά διατάγματα του χάρτι σερίφ του 1839 και χάτι χουμαγιούν της 18-2-1856 οι υποθέσεις των εν γένει χριστιανικών καθιδρυμάτων υπήγοντο σαν δικαιοδοσία των πατριαρχικών δικαστηρίων, που εφάρμοζαν τους βυζαντινούς νόμους ως νόμους του Ελληνικού έθνους.

Η πραγματική αυτή κατάσταση, που υφίστατο στις νέες χώρες κατά το χρόνο της κατάληψής τους από την Ελλάδα, περιβλήθηκε νομοθετικό κύρος μετά την απελευθέρωσή τους τόσον με το Ν. 2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιών και πόρων των εν Νέαις Χώραις επί Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων", στο ρυθμιστικό πεδίο του οποίου εμπίπτει η κτήση κυριότητας με βάση την υπό εκκλησιαστικών εν γένει καθιδρυμάτων κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας διαχείριση ακινήτων και τη διάθεση των από τη διαχείριση αυτή προσόδων προς κοινωφελείς σκοπούς, όπως και η συντήρηση των εκκλησιών, όσον και με τη διάταξη του άρθρου 7 του μεταγενέστερου νόμου 3800/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί προστασίας και διοικήσεως των δημοσίων κτημάτων κειμένων διατάξεων".

Ειδικότερα με το άρθρο 3 παρ. 6 του παραπάνω Ν. 2508/1920 ορίσθηκε ότι τα προαναφερόμενα ακίνητα τη διαχείριση των οποίων είχαν επί Τουρκοκρατίας οι αρχές και επιτροπές των Ορθοδόξων Κοινοτήτων ή των υπαγομένων σ' αυτές επί μέρους ιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι παντός είδους Ιεροί Ναοί, οι πρόσοδοι των οποίων διετίθεντο για τους παραπάνω σκοπούς, όπως και η συντήρηση των εκκλησιών, αναγνωρίζονται ως νομίμως κεκτημένη περιουσία αυτών και αν οι τίτλοι τους φέρονται εγγεγραμμένοι στο όνομα ιδιωτών ή αν εμφιλοχωρεί ακυρότητα κτήσης κατά τον Οθωμανικό Νόμο ή έλλειψη ικανότητας προς κτήση από το πρόσωπο που απέκτησε το ακίνητο είτε επειδή δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις κατά τη μεταβίβαση.

Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η οποία τέθηκε ενόψει ανάλογης ρύθμισης του Οθωμανικού δικαίου, που ίσχυσε στην Ήπειρο, και η άκυρη ακόμη και με οποιονδήποτε τρόπο περιέλευση ακινήτων στα αναφερόμενα ιδρύματα, ναούς και νομικά πρόσωπα λογίζεται κτήση, με αποτέλεσμα να αρθεί εξ υπαρχής η υφιστάμενη από το παρελθόν, κατά το επί τουρκοκρατίας καθεστώς, ανικανότητα των νομικών προσώπων να αποκτήσουν κυριότητα.

Και ναι μεν τα ιδρύματα, οι οργανωθέντες ενοριακοί ναοί και οι κοινότητες δεν γίνονται κύριοι των περιουσιών (ακινήτων) που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη αμέσως από το νόμο, αλλά απαιτείται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 3 παρ.1 εδ. β', 3 παρ.6, 11 παρ.1, 14 παρ.1, 15 παρ.1, 16, 19 παρ.1 και 2 και 20 παρ.1 αυτού, η τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο αυτό και η, μετά από νόμιμο έλεγχο και εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων, αναγνώριση της κυριότητας με απόφαση των κατά το άρθρο 11 αρμοδίων επιτροπών, οι οποίες συνεστήθησαν και με μεταγενέστερα νομοθετήματα, όπως είναι τα διατάγματα της 24.11.1924, 25.2.1925, που κυρώθηκαν με το Ν. 4446/1929, το άρθρο 1 του Ν. 951/1937 κλπ. (Ολ.Α.Π. 1741/1980, ΑΠ 674/1980), πλην όμως η προϋπόθεση αυτή για την κτήση της κυριότητας από τα πιο πάνω ιδρύματα, ναούς και νομικά πρόσωπα δεν ισχύει στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες δεν εφαρμόστηκαν οι ορισμοί για την εξακρίβωση και επιδίκαση από τις ως άνω επιτροπές και συγκεκριμένα προκειμένου για περιοχές, για τις οποίες θεσπίστηκε εξαίρεση εξαιτίας ειδικών λόγων, όπως είναι οι περιοχές της Ηπείρου, της Κρήτης και της Σάμου σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 του ανωτέρω Ν. 2508/1920 και το όρθρο 8 του Ν. 951/1937 "περί τροποποιήσεως των νόμων 2508/1920 και 4446/1929 περί εξακριβώσεως, εκκαθαρίσεως και διανομής των περιουσιών και πόρων των τέως χριστιανικών κοινοτήτων των νέων χωρών".

Περαιτέρω, εφόσον δεν καθιερώνεται κάποια διάκριση στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 παρ.6 του Ν. 2508/1920, η διάταξη αυτή, προκειμένου για ιδρύματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην άλλοτε τουρκική χώρα, αφορά κτήματα όχι μόνο καθαρής ιδιοκτησίας των αφιερωτών ιδιωτών (μούλκια), αλλά και σε κτήματα της κατηγορίας των δημοσίων γαιών(ΑΠ1377/2014). 4.

Με το άρθρο 7 παρ.1 του ν. 3800/1957 (ΦΕΚ Α'256/19.12.1957) "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί προστασίας και διοικήσεως των δημοσίων κτημάτων κειμένων διατάξεων" ορίστηκε ότι "κτήματα των Ιερών Ναών της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, τελούντα υπό τη νομή και κατοχή τούτων από της απελευθερώσεως του Ελληνικού Κράτους, και για τα οποία δεν υφίσταται νόμιμος τίτλος της μεταβίβασής τους, λόγω αδυναμίας κτήσεως τίτλου κατά το υφιστάμενο επί Τουρκοκρατίας καθεστώς, θεωρούνται ότι περιήλθαν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας στους Ναούς αυτούς από της κτήσεώς τους, η δε τυπική αυτή τακτοποίηση του δικαιώματος κυριότητας επί των κτημάτων τούτων συντελείται με την μεταγραφή στα βιβλία μεταγραφών του συμβολαιογραφικού εγγράφου, με το οποίο παρέχει τη συναίνεσή του ο εμφανιζόμενος ως κύριος των κτημάτων ή οι ειδικοί ή καθολικοί διάδοχοι αυτού (ΑΠ382/2014).

Β1. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντίστοιχα, ορισμένη ή αόριστη την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ1442/2019, ΑΠ45/2016). 2.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ισχυρίσθηκε με την αγωγή του, ότι έχει καταστεί κύριος, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 παρ. 6 του νόμου 2508/1920, πέντε ακινήτων (αγροτεμαχίων), που βρίσκονται στο Δ.Δ. ... του Δήμου ..., τα οποία περιγράφει στην εν λόγω αγωγή του κατά θέση, όρια και έκταση. Ειδικότερα, εξέθετε ότι τα ακίνητα αυτά εξουσίαζε από την εποχή της Τουρκοκρατίας, ότι τα κατείχε και τα διαχειριζόταν με τις εκάστοτε επιτροπές του και ενεργούσε σ' αυτά τις προσιδιάζουσες διακατοχικές πράξεις νομής, όπως εκμίσθωσή τους σε κατοίκους της κοινότητας ...

ή άλλων πλησιόχωρων κοινοτήτων, από δε τη διαχείριση και εκμετάλλευσή τους εξασφάλιζε τις αναγκαίες για τη συντήρησή του δαπάνες .Ότι κατά τον ίδιο τρόπο εξακολούθησε την εκμετάλλευσή τους από την απελευθέρωση της Ηπείρου και μέχρι την άσκηση της αγωγής. Περαιτέρω, εξέθετε ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αρνείται την κυριότητά του, ισχυριζόμενο ότι αυτά του ανήκουν, με συνέπεια να δημιουργείται αμφιβολία και αβεβαιότητα ως προς το επίδικο δικαίωμά του.

Ζήτησε δε με την αγωγή του, να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στα επίδικα ακίνητα. Το αναιρεσείον με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, λόγω μη επαρκούς περιγραφής των επιδίκων (και όχι από τον αριθμό 1 που αναφέρεται στο αναιρετήριο, αφού πρόκειται για ποσοτική αοριστία, ΑΠ1214/2020, ΑΠ944/2013), με το δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, παρά το νόμο, το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν γινόταν αναφορά στο δικόγραφο του τρόπου με τον οποίο το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, προκειμένου αυτός να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον του για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτων αγωγής και με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, παρά το νόμο, το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή, λόγω νομικής αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο ότι η συναίνεση των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος Ιερού Ναού ή των διαδόχων τους μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών για την απόκτηση της κυριότητάς του στα επίδικα, στοιχείο αναγκαίο για την πληρότητα της αγωγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 3800/1957.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλείται ότι τον ισχυρισμό (ένσταση) περί αοριστίας της αγωγής, που στηρίζει τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, είχε προτείνει, ως εναγόμενο, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ότι, ως εκκαλούν, είχε επαναφέρει αυτόν, με τους επικαλούμενους ειδικότερα λόγους αοριστίας, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και μάλιστα με λόγο εφέσεως και όχι με τις προτάσεις, όπως αναφέρει, ώστε να κριθεί αν μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως, δεδομένου ότι δεν εμπίπτουν οι λόγοι αυτοί περί αοριστίας σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, είναι αβάσιμοι, και ειδικότερα οι πρώτος και δεύτερος, διότι η αγωγή είναι ορισμένη, καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενό της αλλά και την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι περιέχονται σ' αυτήν όλα τα αναγκαία κατά νόμο (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), για την πληρότητά της, στοιχεία και ειδικότερα υπάρχει συγκεκριμένος προσδιορισμός των επίδικων ακινήτων με πλήρη αναφορά του εμβαδού, των ορίων τους και της ακριβούς θέσης τους, ώστε δεν γεννάται καμιά αμφιβολία για την ταυτότητά τους, με επίκληση- αναφορά του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος για την αναγνώρισή του ως κυρίου, ενόψει της επικαλούμενης αμφισβήτησης-άρνησης της κυριότητάς του από το εναγόμενο.

Επίσης, και ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ο ενάγων δεν στηρίζει την αγωγή του στην πιο πάνω νομική διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 3800/1957, ούτε επικαλείται τις προϋποθέσεις της και ειδικότερα στο αγωγικό δικόγραφο δεν υπάρχει σχετικός αγωγικός ισχυρισμός που να υπάγεται στο πραγματικό της εν λόγω διάταξης, αφού η ένδικη αγωγή ερείδεται στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3 παρ.6 του ν. 2508/1920 "Περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιών και πόρων των εν ταις Νέαις Χώραις από Τουρκοκρατίας χριστιανικών Κοινοτήτων".

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:<< Τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του δ.δ. ... του Δήμου Ιουλίου. Ειδικότερα, το υπό στοιχείο (1) αγροτεμάχιο βρίσκεται στη θέση "...", έχει έκταση 300.000 τ.μ.

και συνορεύει, ανατολικά με ... και ..., δυτικά με ελαιοπερίβολο ... και ..., βόρεια με δημοτική έκταση και νότια με .... Έχει τη μορφή ελαιοπεριβόλου, καθώς φύονται σ' αυτό 200 ελαιόδενδρα. Το υπό στοιχείο (2) αγροτεμάχιο, βρίσκεται στη θέση "...", έχει έκταση 250.000 τ.μ. και συνορεύει, ανατολικά με ..., ..., δυτικά με δημοτική έκταση και κληρονόμους Μ., βόρεια με λίμνη και νότια με ...

και δημοτική έκταση. Το υπό στοιχείο (3) αγροτεμάχιο, στο οποίο φύονται 50 ελαιόδενδρα, βρίσκεται στη θέση "...", έχει έκταση 30.000 τ.μ. και συνορεύει, ανατολικά με δημοτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Κ. Μ., βόρεια με δημοτική έκταση και νότια, επίσης με δημοτική έκταση. Το υπό στοιχείο (4) αγροτεμάχιο, στο οποίο φύονται 52 ελαιόδενδρα, βρίσκεται στη θέση " ...", έχει έκταση 30.000 τ.μ.

και συνορεύει, ανατολικά, δυτικά, βόρεια και νότια με δημοτικές εκτάσεις. Το υπό στοιχείο (5) αγροτεμάχιο, στο οποίο φύονται 52 ελαιόδενδρα, βρίσκεται στη θέση "...", έχει έκταση 45.000 τ.μ. και συνορεύει, ανατολικά, δυτικά, βόρεια και νότια με δημοτικές εκτάσεις. Τα παραπάνω ακίνητα περιήλθαν στον ενάγοντα, κατά πλήρη κυριότητα, τα μεν υπό στοιχεία (1), (2), (3), (4) και κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου το υπό στοιχείο (5), από αφιερώσεις πιστών από την εποχή της Τουρκοκρατίας και, έκτοτε, ο ενάγων τα διακατείχε και τα διαχειριζόταν σαν δική του ιδιοκτησία με τις εκάστοτε Επιτροπές του.

Ειδικότερα, ο ενάγων Ιερός Ναός προέβαινε μέσω των εκκλησιαστικών επιτροπών του στην εκμίσθωση των παραπάνω ακινήτων σε καλλιεργητές και κτηνοτρόφους της κοινότητας ... και άλλων γειτονικών κοινοτήτων, διαθέτοντας τα έσοδα από την εκμετάλλευση και διαχείρισή τους, για να καλύψει τις ανάγκες της συντήρησης τόσον του ιδίου όσο και των υπαγόμενων σε αυτόν παρεκκλησίων. (βλ.

κατάθεση μάρτυρα στα υπ' αριθ 9/2014 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας). Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου από τους Τούρκους το 1913, με αποτέλεσμα οι επίδικες εκτάσεις να περιέλθουν στην κυριότητα του ενάγοντα Ιερού Ναού με βάση το άρθρο 3 παρ.6 του Ν. 2508/1920 την οποία ουδέποτε απώλεσε.

Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται απολύτως, με σαφήνεια, από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Θ. Λ., ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, κατά τη συζήτηση όμοιας με την κρινόμενη αγωγή του ενάγοντος, ο οποίος είχε άμεση αντίληψη, σχετικά με τα επίδικα κτήματα, καθώς υπήρξε αγροφύλακας στην κτηματική περιφέρεια που βρίσκονται από το 1964 μέχρι το 1996, ενώ για το από τουρκοκρατίας χρονικό διάστημα η γνώση του προερχόταν από πληροφορίες, που του μετέφεραν οι πρόγονοί του που ήταν κάτοικοι της εν λόγω περιοχής.

Αντιθέτως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αναιρούνται οι αγωγικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος, ενώ το αίτημα του εναγόμενου, το οποίο επαναφέρει και ως λόγο έφεσης, για αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αγωγής, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία έκδοσης πράξης χαρακτηρισμού από τη Διεύθυνση Δασών για τα επίδικα ακίνητα, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς ο χαρακτηρισμός αυτών από τη δασική υπηρεσία ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω, καθώς ο ενάγων δεν στηρίζει την κτήση της κυριότητάς του επί των επίδικων ακινήτων στη χρησικτησία, αλλά στο άρθρο 3 παρ. 6 του Ν. 2508/1920, το οποίο σύμφωνα με την προδιαληφθείσα νομική σκέψη εφαρμόζεται και επί ακινήτων της κατηγορίας των δημόσιων γαιών, όπως ήταν κατά το οθωμανικό δίκαιο και τα δάση.

Επομένως εφόσον αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα τα διαχειρίζονταν επί τουρκοκρατίας οι εκάστοτε Ενοριακές Επιτροπές του ενάγοντος, τις προσόδους δε από αυτά τις διέθεταν, τόσο για τις ανάγκες του ενάγοντος όσο και για τις ανάγκες των παρεκκλησίων, που βρίσκονταν στην περιφέρειά του και η διαχείριση και εκμετάλλευση αυτών συνεχίστηκε και τα επόμενα, μετά την απελευθέρωση, χρόνια, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί η κυριότητα του ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα>>.

Με βάση τις πραγματικές παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αναγνωριστική κυριότητας των επίδικων αγροτικών ακινήτων αγωγή του αναιρεσιβλήτου, Ιερού Ναού, την οποία (κυριότητα) απέκτησε, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 6 του Ν. 2508/1990, ενόψει του ότι κατείχε και εξουσίαζε τα επίδικα από την εποχή της Τουρκοκρατίας, διαχειριζόμενος αυτά με τις επιτροπές του και διαθέτοντας τις προσόδους του για τη συντήρηση του ναού του και των παρεκκλησίων του, ακολούθως δε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια.

Το Εφετείο, που έκρινε νόμιμη και ακολούθως ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή, δεν παραβίασε την αναφερόμενη στην προεκτεθείσα νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 3800/1957, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή της, ελλείψει σχετικού αγωγικού ισχυρισμού, που να υπάγεται στο πραγματικό της πιο πάνω διάταξης, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την αναφερόμενη στην ίδια ως άνω νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου του άρθρου 3 παρ. 6 του Ν. 2508/1920 "Περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιών και πόρων των εν ταις Νέαις Χώραις από Τουρκοκρατίας χριστιανικών Κοινοτήτων", ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις του Ν. 2508/1920, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, χωρίς να απαιτείται η αναφορά της τήρησης των διατυπώσεων, που ορίζονται στον άνω Ν. 2508/1920, αφού από τη σχετική διαδικασία, κατά την προεκτεθείσα νομική σκέψη, εξαιρέθηκε η Ήπειρος.

Επομένως, οι από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ευθεία παράβαση από το Εφετείο της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 3800/1957, που διαλαμβάνονται στον τέταρτο αναιρετικό λόγο, συνιστάμενες στο ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου συναίνεσαν για την απόκτηση του δικαιώματος κυριότητάς του στα επίδικα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 3800/1957, άλλως ότι αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που περιέχονται στο πραγματικό της εν λόγω διάταξης του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 3800/1957, την οποία εφάρμοσε, είναι αβάσιμες, ο δε ανωτέρω τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος.

Γ. Κατά τη διάταξη αρ. 11β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ1, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση αποδεικτικού εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.

Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανϋποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ1038/2015).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αποδείξεις τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας χωρίς να προσκομισθούν νόμιμα (ΑΠ881/2011, ΑΠ376/2004). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του, παρά το νόμο, αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν με επίκληση, άλλως δεν προσκομίσθηκαν με νόμιμη επίκληση από τον αναιρεσίβλητο και ειδικότερα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Θ.

Λ., που δόθηκε στο πλαίσιο άλλης δίκης και περιλαμβάνεται στα αριθμ 9/2014 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της κυριότητας του ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το προαναφερόμενο έγγραφο, στο οποίο ρητώς αναφέρεται.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τις οποίες ως διαδικαστικό έγγραφο παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), γίνεται μεν σ' αυτές(σελ.3) γενική αναφορά των εγγράφων, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο τελευταίος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις σχετικές προτάσεις που κατέθεσε ενώπιόν του, ωστόσο, στην πρώτη σελίδα των ίδιων προτάσεων γίνεται ειδική αναφορά στα ως άνω πρακτικά που περιέχουν την κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα, πρακτικά τα οποία, όπως αναφέρεται, προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως.

Συνεπώς, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον ως άνω λόγο είναι αβάσιμα. Οι λοιπές αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στο λόγο αυτό, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη <<αποδεικτικά έγγραφα>> που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα είναι απαράδεκτες λόγω αοριστίας, διότι, δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, κατά τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, ποια είναι τα έγγραφα αυτά, τα οποία έλαβε υπόψη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να έχουν προσκομισθεί νομίμως. Σε κάθε όμως περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθόσον, με το πρόσχημα της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας, το αναιρεσείον επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών, που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατ' αυτό (αναιρεσείον) για τα πράγματα κρίση(ΑΠ 255/2020, 1078/2019).

Συνεπώς, ο 5ος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος. Δ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη(ΑΠ31/2019).Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων έγινε κύριος των επίδικων ακινήτων, χωρίς αυτό να έχει αποδειχθεί από κάποιο αποδεικτικό μέσο και ότι με βάση αυτήν την παραδοχή δέχθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή.

Η αιτίαση, όμως, αυτή, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας και συμπεράσματα αυτού από την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.), γι' αυτό είναι απαράδεκτη (ΑΠ 255/2020, 1078/2019), σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμη, καθόσον από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο 6ος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που ο τελευταίος, νόμιμα και βάσιμα, υπέβαλε με τις προτάσεις του(άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ'άρθρο 22 του ν.3693/1997, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-10-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 75/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ