115/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated115/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 115 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 115/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά), Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Απαλαγάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … Ιαπωνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Μαρία Κιλιμίρη, 2) Εμμανουήλ Μεταξάκη και 3) Κωνσταντίνο Πολυζωγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6305/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3286/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-9-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1728/2014).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο (κατά το πρώτο σκέλος) της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 14 και 18 ΚΠολΔ (συνδυαστικά) αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, δεδομένου ότι η ιστορική της βάση παρουσίαζε ποιοτική αοριστία ως προς την περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συγκεκριμένα, ότι απέρριψε τον (προβληθέντα στον πρώτο βαθμό και παραδεκτώς επαναφερθέντα στο Εφετείο με λόγο έφεσης) ισχυρισμό της ότι η αγωγή ήταν αόριστη ως προς την περιγραφή των προϊόντων, που προστατεύονται από τα σήματα της ενάγουσας, διότι αναφερόταν γενικά σε κλάσεις σημάτων, χωρίς να προσδιορίζεται ποία ακριβώς προϊόντα (ανταλλακτικά) κατασκευής της εμπορευόταν χωρίς δικαίωμα η αναιρεσείουσα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε ότι είναι δικαιούχος των προσδιοριζόμενων κοινοτικών και αλλοδαπών σημάτων, που διακρίνουν προϊόντα της κλάσης 12 (οχήματα, μηχανήματα κινήσεως και εξαρτήματα αυτών) και εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω εγκεκριμένων απ' αυτήν δικτύων.
Ότι η εναγομένη εισάγει στην Ελλάδα και διαθέτει στο εμπόριο χωρίς τη συγκατάθεσή της ανταλλακτικά μοτοσικλετών, που παρήχθησαν σε εργοστάσιό της στην Ταϊλάνδη, μεταξύ άλλων και εμπρόσθιο φτερό, μάσκα κάλυμμα φανού, κρύσταλλο φλας και κρύσταλλο φανού φρένου, προοριζόμενα για διάθεση αποκλειστικά στην αγορά της Ασίας και όχι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή ότι ενήργησε μη επιτρεπόμενη παράλληλη εισαγωγή, προσβάλλοντας τα εκ των ανωτέρω σημάτων δικαιώματά της.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να άρει την προσβολή (με την απόσυρση των προϊόντων, που φέρουν το σήμα της), καθώς και να την παραλείψει στο μέλλον. Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή κρίνεται ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν τη σχετική αξίωση της αναιρεσίβλητης.
Τούτο δε διότι η διαπίστωση του κρίσιμου (για τη διατύπωση του διατακτικού της απόφασης) γεγονότος, ποία ακριβώς ανταλλακτικά κατασκευής της αναιρεσίβλητης εμπορευόταν στη Ελλάδα χωρίς δικαίωμα η αναιρεσείουσα, μπορούσε να συμπληρωθεί από τις αποδείξεις, όπως και συμπληρώθηκε και γι' αυτό η παρασχεθείσα δικαστική προστασία περιορίσθηκε στα ανταλλακτικά εμπρόσθιο φτερό, μάσκα κάλυμμα φανού, κρύσταλλο φλας και κρύσταλλο φανού φρένου μοτοσικλετών ...
τα οποία πάντως περιλαμβανόταν στην ευρύτερη κατηγορία των προϊόντων κλάσης 12 που αφορούσε το αγωγικό αίτημα. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε το σχετικό περί αοριστίας λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, δεν ενήργησε παρά το νόμο και ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Ούτε πάλι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνακόλουθα και το Εφετείο που επικύρωσε την απόφασή του, έλαβε υπόψη -για τη διατύπωση του διατακτικού του- πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι η προσβολή αφορούσε αποκλειστικά τα ανταλλακτικά εμπρόσθιο φτερό, μάσκα, κάλυμμα φανού, κρύσταλλο φλας και κρύσταλλο φανού φρένου.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1,4, 9,14, 95, 98,101 και 102 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου της 26.2.2009 "Για το κοινοτικό σήμα" εφεξής Κανονισμός με τον οποίο κωδικοποιήθηκε και καταργήθηκε ο Κανονισμός (ΕΚ) 40/1994 του Συμβουλίου της 20.12.1993 και ο οποίος (Καν. 207/2009) εφαρμόζεται στον κρίσιμο για την ένδικη υπόθεση χρόνο, έχοντας άμεση εφαρμογή αποτελώντας μέρος του εφαρμοστέου ημεδαπού εσωτερικού δικαίου (άρθρο 249 §§ 1, 2 ΣυνθΕΚ), καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 18 και 26 του ν. 2239/1994, με τον οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (η οποία έχει ήδη καταργηθεί από την κωδικοποιητική Οδηγία 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ης Οκτωβρίου 2008), όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με τον ν. 4072/2012, συνάγεται ότι η προστασία, που παρέχεται στον δικαιούχο κοινοτικού σήματος, κατ' άρθρο 9 του Κανονισμού, και στο δικαιούχο εθνικού ή αλλοδαπού σήματος, υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγηθεί κατάθεση του σήματος αυτού στην Ελλάδα κατά τα άρθρα 18 § 3 και 26 § 1 ν. 2239/1994, έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της βασικής και ουσιώδους λειτουργίας του σήματος ως σημείου προέλευσης, ήτοι να εγγυάται στον καταναλωτή ή τον τελικό χρήστη την ταυτότητα προέλευσης του φέροντος αυτό (σήμα) προϊόντος ή υπηρεσίας, παρέχοντας σε εκείνον τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο σύγχυσης, το εν λόγω προϊόν ή υπηρεσία από εκείνα άλλης προέλευσης, προκειμένου δε να μπορεί το σήμα να επιτελεί τη λειτουργία του ως ουσιώδους στοιχείου του συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού, που επιδιώκει να καθιερώσει η Συνθήκη ΕΚ (ήδη ΣΛΕΕ), πρέπει να παρέχει την εγγύηση ότι κάθε προϊόν ή υπηρεσία με το σήμα αυτό έχει κατασκευασθεί ή παρέχεται υπό τον έλεγχο μίας και μόνον επιχείρησης η οποία φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους (βλ.
ΔΕΚ της 18ης Ιουνίου 2002, C-299/99, Phillips, σκέψη 30, ΔΕΚ της 30ης Νοεμβρίου 2004, C-16/2003, Peak Holding, σκέψη 38). Ειδικότερα, ο δικαιούχος σήματος δύναται να απαγορεύσει τις παράλληλες εισαγωγές στην Ελλάδα προϊόντων, που έχουν διατεθεί στο εμπόριο κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και ήδη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου) από τον ίδιο ή με την συγκατάθεσή του, διότι δεν έχει αναλωθεί το δικαίωμα του, ήτοι παρέχεται στον δικαιούχο του σήματος η δυνατότητα να ελέγξει τη θέση σε πρώτη κυκλοφορία εντός του ΕΟΧ των φερόντων το σήμα προϊόντων, που δεν γίνεται ούτε από τον ίδιο, ούτε από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο απ' αυτόν (π.χ.
τον εξουσιοδοτημένο διανομέα, αντιπρόσωπο, ή τον αδειούχο χρήσης του σήματος), αλλά από τρίτο πρόσωπο (παράλληλο εισαγωγέα), που ενεργεί χωρίς τη συγκατάθεση του σηματούχου. Οι εν λόγω εισαγωγές λέγονται "παράλληλες" γιατί βαίνουν παράλληλα και ανταγωνίζονται αυτές, που γίνονται από τον ίδιο τον σηματούχο ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτόν πρόσωπα.
Κατά το ισχύον δίκαιο, η νομιμότητα των παράλληλων εισαγωγών εξαρτάται από το αν έχει αναλωθεί (εξαντληθεί) ή όχι το επί του σήματος δικαίωμα του σηματούχου. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 του Κανονισμού "Το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα δεν επιτρέπει στον δικαιούχο να απαγορεύει τη χρήση του σήματος για προϊόντα που έχουν διατεθεί υπό το σήμα αυτό στο εμπόριο μέσα στην Κοινότητα, από τον ίδιο το δικαιούχο, ή με τη συγκατάθεσή του".
Η διάταξη αυτή η οποία αποδίδει αντίστοιχο άρθρο των Οδηγιών 89/104/ΕΟΚ και 2008/95/ΕΚ (άρθρο 7) και του Καν. 40/94 (άρθρο 13) [βλ. και άρθρο 20 § 3 ν. 2239/1994 και ήδη 128 § 1 ν. 4072/2012], προβλέπει ότι η θέση σε κυκλοφορία του σηματοδοτημένου προϊόντος εξαντλεί το αποκλειστικό δικαίωμα του δημιουργού να θέσει το προϊόν σε κυκλοφορία (εξάντληση ή ανάλωση ή αποδυνάμωση της εξουσίας αυτής).
Συνεπώς, ο δικαιούχος έχει το δικαίωμα της πρώτης θέσης σε κυκλοφορία. Προϋπόθεση ανάλωσης του εν λόγω δικαιώματος είναι ότι το σηματοδοτημένο προϊόν τίθεται νόμιμα σε κυκλοφορία σε μια χώρα μέλος της ΕΕ, από το ίδιο το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του οπότε δεν υπάρχει προσβολή σήματος. Συνακόλουθα τα δικαιώματα, που παρέχει το σήμα, αναλώνονται μόνον εφόσον τα προϊόντα έχουν διατεθεί στο εμπόριο εντός της Κοινότητας (και εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, αφότου άρχισε να ισχύει η Συμφωνία γι' αυτόν), για να υπάρχει δε συγκατάθεση, με την έννοια του άρθρου 7 § 1 της εν λόγω Οδηγίας και ήδη 13 του Κανονισμού, η τελευταία πρέπει να καλύπτει όχι γενικά το προϊόν, για το οποίο προβάλλεται η ανάλωση, αλλά κάθε συγκεκριμένο τεμάχιο.
Η εν λόγω συγκατάθεση μπορεί να είναι και σιωπηρή, όταν αυτή συνάγεται από στοιχεία και περιστάσεις προγενέστερες, σύγχρονες ή μεταγενέστερες της, εκτός του ΕΟΧ, εμπορίας, οι οποίες εκτιμώμενες από το εθνικό δικαστήριο, εκφράζουν, κατά τρόπο βέβαιο, παραίτηση του δικαιούχου από το δικαίωμα του να αντιταχθεί στην, εντός του ΕΟΧ, εμπορία.
Δηλαδή, η συγκατάθεση του σηματούχου πρέπει να προκύπτει με τρόπο αναμφίβολο και από θετικές ενέργειες αυτού, όχι όμως από παραλείψεις ή από μόνη τη σιωπή του. Δεν ασκεί επιρροή η καλή πίστη του παράλληλου εισαγωγέα ή όποιου διαθέτει παράλληλα εισαγόμενα προϊόντα εντός ΕΟΧ. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο παράλληλος εισα¬γωγέας φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του, που συνιστά ένσταση, είτε ότι υπάρχει συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος για διάθεση στο εμπόριο εντός ΕΟΧ, είτε ότι ο σηματούχος έθεσε προϊόντα του σε πρώτη κυκλοφορία εντός του ΕΟΧ και έτσι προκάλεσε ανάλωση του δικαιώματος του από το σήμα (βλ.
αποφάσεις ΔΕΚ της 16ης Ιουλίου1998, C-55/1996 Siiliouett International Schmied Gmbh & Co. KG, σκέψεις 17,18,26,31, ΔΕΚ της Ιης Ιουλίου 1999, C-173/1998, Sebago Inc και Ancienne Maison Dubois & Fils SA, σκέψεις 19-22, ΔΕΚ της 20ης Νοεμβρίου 2001, C-414/1999 έως C-416/1999, Ζίηο Davidoff SA, σκέψη 32, ΔΕΚ της 8ης Απριλίου 2003, C- 244/2000, Van Doren -ι-Q. GmbH, σκέψεις 26 και 34, ΔΕΚ της 30ης Νοεμβρίου 2004, C-16/2003, Peak Holding, σκέψεις 34, 36-37, ΔΕΚ της 15ης Οκτωβρίου 2009, C-324/2008, Makro Zelfbedieningsgroothandel κ.λπ., σκέψεις 21 και 32, ΔΕΚ της 12ης Ιουλίου 2011, C-324/2009, L` Oreal SA κ.λπ., σκέψεις 59 και 60).
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι, αν και η αγωγή έπασχε από νομική αοριστία διότι δεν περιείχε τα αναγκαία για την πλήρωση του πραγματικού των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου των άρθρων 9 και 13 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου της 26.2.2009 "Για το κοινοτικό σήμα", εν τούτοις έκρινε νόμιμη την αγωγή και δεν την απέρριψε.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι στην αγωγή δεν διαλαμβάνεται ισχυρισμός ότι (η ενάγουσα) "δεν έθεσε η ίδια σε κυκλοφορία τα προϊόντα της εντός του ΕΟΧ" ούτε ότι "είχε θέσει τα προϊόντα της σε κυκλοφορία στην Ταϊλάνδη και προοριζόταν να τεθούν σε αγορές ασιατικών κρατών". Ωστόσο, η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη διότι η επίκληση των προϋποθέσεων του άρθρου 13 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου της 26.2.2009, δηλαδή των προϋποθέσεων αναλώσεως από το δικαιούχο του σήματος του δικαιώματός του για προστασία, που παρέχεται στον δικαιούχο κοινοτικού σήματος να ζητήσει προστασία αυτού κατ' άρθρο 9 του Κανονισμού κατά του παράλληλου εισαγωγέα, δεν αποτελεί αναγκαίο μέρος της ιστορικής βάσεως της αγωγής, αλλά μπορεί να στηρίξει κατ' αυτής ένσταση την οποία ο εναγόμενος (παράλληλος εισαγωγέας) οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο παράλληλος εισαγωγέας φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του, που συνιστά ένσταση, είτε ότι υπάρχει συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος για διάθεση στο εμπόριο εντός ΕΟΧ, είτε ότι ο σηματούχος έθεσε προϊόντα του σε πρώτη κυκλοφορία, εντός του ΕΟΧ και έτσι προκάλεσε ανάλωση του δικαιώματος του από το σήμα.
Επίσης, ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα "είχε θέσει τα προϊόντα της σε κυκλοφορία στην Ταϊλάνδη και προοριζόταν να τεθούν σε αγορές ασιατικών κρατών", εκτός του ότι εμπεριέχεται στην αγωγή, όπου σαφώς αναφέρεται (σελ. 8) ότι τα εισαχθέντα από την εναγομένη στην Ελλάδα ανταλλακτικά μοτοσικλετών είχαν παραχθεί σε εργοστάσιό της στην Ταϊλάνδη και προοριζόταν για αποκλειστική διάθεση στις ασιατικές αγορές, δεν περιλαμβάνεται στα πρωτεύοντα (αναγκαία) στοιχεία του άρθρου 9 του Κανονισμού αλλά πρόκειται για στοιχεία δευτερεύοντα, δυνάμενα να προκύψουν και από τις αποδείξεις.
Επομένως, ο λόγος αυτός και κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού άνθρωπου για το δίκαιο και την ηθική, όπως προπάντων συμβαίνει όταν δημιουργήθηκε στον οφειλέτη η εύλογη πεποίθηση ότι τελικά δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη εύλογα την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001, 7/2002, 33/2005, ΑΠ 613/2008, 701/2009). Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1321/2011, 1507/2011).
Κατά την έννοια αυτή, η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος οφείλεται ειδικότερα στην αποδυνάμωσή του η οποία είναι ασφαλώς νοητή και όταν πρόκειται για δικαίωμα στο σήμα. Έτσι το δικαίωμα στο σήμα αποδυναμώνεται και η άσκησή του είναι πλέον καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ, όταν ο δικαιούχος του σήματος, παρόλο που γνώριζε την προσβολή του, αδράνησε για μακρό χρόνο να αντιδράσει, συντρέχουν δε ειδικές περιστάσεις από τις οποίες συνάγεται αφενός μεν η ανοχή του δικαιούχου και η δημιουργία εύλογης προσδοκίας στον αντιποιούμενο το σήμα ότι ο δικαιούχος και στο μέλλον δεν θα αντιδράσει και δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, αφετέρου δε η δημιουργία κατάστασης άξιας προστασίας, η ανατροπή της οποίας θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον αντιποιούμενο το σήμα (ΑΠ 1724/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δε στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη, είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 448/2006).
Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο επανέφερε την απορριφθείσα από το Πρωτοδικείο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης η εκκαλούσα-εναγομένη παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η προταθείσα ένστασή της περί κατάχρησης δικαιώματος (281 ΑΚ), κατά το μέρος που θεμελιωνόταν στους ακόλουθους ισχυρισμούς της εναγομένης:
α) ότι η ενάγουσα ασκεί τα εκ του σήματος δικαιώματα, με σκοπό να εξοντώσει οικονομικά κάθε ανταγωνιστή του αποκλειστικού στην Ελλάδα διανομέα της και να επιβάλλει μονοπώλιο στην αγορά μοτοσυκλετών και β) ότι η ενάγουσα ανέχθηκε αδιαμαρτύρητα επί μακρό χρονικό διάστημα (από το έτος 2005), τις επίδικες παράλληλες εισαγωγές προϊόντων της, δημιουργώντας έτσι σε αυτήν (εναγομένη) την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της για να απαγορευθούν οι παράλληλες αυτές εισαγωγές και δεν θα στραφεί εναντίον της δικαστικά.
Υπό τα υπό στοιχείο (α) εκτιθέμενα ο ανωτέρω ισχυρισμός τυγχάνει νόμω αβάσιμος, διότι το αναγνωρισμένο από την κοινοτική νομοθεσία και νομολογία, δικαίωμα του δικαιούχου σήματος να ελέγξει τη θέση σε πρώτη κυκλοφορία εντός του ΕΟΧ των φερόντων το σήμα προϊόντων του, που δεν γίνεται ούτε από τον ίδιο, ούτε από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτόν (π.χ.
τον εξουσιοδοτημένο διανομέα, αντιπρόσωπο, ή τον αδειούχο χρήσης του σήματος), αλλά από τρίτο πρόσωπο (παράλληλο εισαγωγέα) που ενεργεί χωρίς τη συγκατάθεση του, δεν μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκησή του μόνο επειδή θίγονται έτσι οικονομικά συμφέροντα τρίτων και εν προκειμένω, της εναγομένης.
Το δικαίωμα της ενάγουσας ασκείται σύμφωνα με το σκοπό για τον οποίο απονεμήθηκε από την ελληνική και κοινοτική έννομη τάξη, αφού η ενάγουσα αντιτάσσεται και αποκρούει μόνο τις παράνομες παράλληλες εισαγωγές, στα πλαίσια και για τη διασφάλιση της δικαιϊκά αναγνωριζομένης δυνατότητάς της να θέσει σε κυκλοφορία για πρώτη φορά, εντός της κοινότητας, τα σηματοδοτημένα προϊόντα της και να ελέγχει τη διάθεση που έγινε από τρίτον και όχι από την ίδια ή με τη συγκατάθεσή της, ενώ απεναντίας η ενάγουσα δεν επιδιώκει την απαγόρευση των παράλληλων εισαγωγών εν γένει, ως προς τις οποίες ουδείς περιορισμός τίθεται, συνεκτιμωμένου, κατά την αξιολόγηση του ασκούμενου δικαιώματος και τη στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, ότι η εναγόμενη μπορεί επιτρεπτώς να προμηθεύεται τα προϊόντα της ενάγουσας από το ανοικτό δίκτυο διανομής αυτών σε όλη την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, όπου έχουν τεθεί σε κυκλοφορία από την ενάγουσα, αντί να προβαίνει σε εισαγωγή τους από χώρες εκτός ΕΟΧ και διάθεσή τους χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας.
Εξάλλου, τυχόν παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεως για τον παραπάνω λόγο, οδηγεί σε νομιμοποίηση των παράνομων παράλληλων συναλλαγών και ισοδυναμεί με αναγνώριση, μέσω του 281 ΑΚ, κανόνα διεθνούς ανάλωσης του σήματος, η οποία όμως τόσο κατά το εθνικό όσο και κατά το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύεται. Ο ίδιος ως άνω ισχυρισμός, υπό τα υπό στοιχείο (β) εκτιθέμενα, τυγχάνει νόμω αβάσιμος, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα ανωτέρω, μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις , προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του ίδιου του δικαιούχου από τα οποία, ενόψει και της αδρανείας του αυτού, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης του δικαιώματος του, οπότε και μόνο η μεταγενέστερη άσκησή του, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε, υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των από τη διάταξη 281 ΑΚ διαγραφομένων, ορίων, τέτοιες όμως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις δεν εκτίθενται στην προκείμενη περίπτωση ούτε επίσης εκτίθεται η διαμορφωθείσα, εν τω μεταξύ, κατάσταση και ότι η ανατροπή αυτής επάγεται αφόρητες ή έστω δυσμενείς συνέπειες για την εναγομένη, τέτοιες που καθιστούν την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος αντικείμενη στα διαγραφόμενα από την ανωτέρω διάταξη όρια".
Με βάση δε τις σκέψεις αυτές, απέρριψε ως αβάσιμο τον ανωτέρω λόγο της έφεσης της εναγομένης επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση διότι έκρινε ότι η προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος δεν ήταν νόμιμη. Η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι για τον έλεγχο της νομικής βασιμότητας της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος δεν έλαβε υπόψη τους εξής ουσιώδεις αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που παραδεκτώς είχε προτείνει για τη θεμελίωση της ανωτέρως ενστάσεως:
α) Ότι, εφόσον τα διατεθέντα απ' αυτήν ανταλλακτικά ήταν γνήσια, δεν θίχθηκε κατ' ουσίαν η εγγυητική λειτουργία των σημάτων της αναιρεσίβλητης. β) Ότι ο σκοπός στον οποίο απέβλεπε η άσκηση της ένδικης αγωγής δεν ήταν η διαφύλαξη της εγγυητικής λειτουργίας των σημάτων, ούτε η προστασία κάποιου άλλου άξιου συμφέροντός της, αλλά η αποκόμιση αθέμιτου κέρδους σε βάρος του υγιούς ανταγωνισμού με την απαγόρευση της διαθέσεως γνησίων προϊόντων της εκτός δικτύου από μη ελεγχόμενους τρίτους, επιβάλλοντας μονοπωλιακές συνθήκες.
γ) Ότι εμπορεύεται τα ανταλλακτικά αυτά τουλάχιστον από το 2005 με την απόλυτη γνώση και ανοχή της αναιρεσίβλητης. Από τους ως άνω πραγματικούς ισχυρισμούς, ο τελευταίος (δηλαδή η από το 2005 προσβολή των σημάτων εν γνώσει και με την ανοχή του δικαιούχου) κρίνεται κατ' αρχάς ουσιώδης, αφού κατά τα προαναφερόμενα το δικαίωμα στο σήμα αποδυναμώνεται και η άσκησή του είναι πλέον καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ, όταν ο δικαιούχος του σήματος, παρόλο που γνώριζε την προσβολή του, αδράνησε για μακρό χρόνο να αντιδράσει, συντρέχουν δε ειδικές περιστάσεις από τις οποίες συνάγεται αφενός μεν η ανοχή του δικαιούχου και η δημιουργία εύλογης προσδοκίας στον αντιποιούμενο το σήμα ότι ο δικαιούχος και στο μέλλον δεν θα αντιδράσει και δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, αφετέρου δε η δημιουργία κατάστασης άξιας προστασίας, η ανατροπή της οποίας θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον αντιποιούμενο το σήμα.
Ωστόσο, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε κατά τα προαναφερόμενα ως μη νόμιμο. Επομένως, η προβαλλόμενη εν προκειμένω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση αναφορικά τα ως άνω περιστατικά είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, οι άλλοι δύο ως άνω πραγματικοί ισχυρισμοί, αληθείς υποτιθέμενοι, δεν είναι ικανοί να θεμελιώσουν, μόνοι αυτοί ή συνδυαστικά με τον πρώτο, προφανή υπέρβαση των ορίων, που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ για την άσκηση ενός δικαιώματος, διότι δεν συνιστούν συμπεριφορά της δικαιούχου (αναιρεσίβλητης) απευθυνόμενη στην αντιποιούμενη το σήμα (αναιρεσείουσα), που οδηγεί στη δημιουργία εύλογης προσδοκίας στην τελευταία ότι και στο μέλλον δεν θα αντιδράσει και δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά της.
Ούτε πάλι οδηγούν στη δημιουργία κατάστασης άξιας προστασίας, η ανατροπή της οποίας θα έχει επαχθείς συνέπειες για την αντιποιούμενη το σήμα αναιρεσείουσα. Και τούτο διότι, και αν ακόμη δεν θίγεται η εγγυητική λειτουργία των σημάτων της αναιρεσίβλητης λόγω της γνησιότητας των ανταλλακτικών, θίγεται η επενδυτική λειτουργία αυτών.
Περαιτέρω, η επιδίωξη μονοπωλιακών συνθηκών στην αγορά για τα ανταλλακτικά της δικαιούχου με την επίτευξη μεγαλύτερων κερδών δεν μπορεί να θεμελιώσει την αξιούμενη από το άρθρο 281 ΑΚ προφανή υπέρβαση των ορίων ασκήσεως ενός δικαιώματος διότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα εντάσσεται στα νόμιμα όρια ελέγχου της κυκλοφορίας εντός ΕΟΧ των φερόντων τα εν λόγω σήματα προϊόντων.
Ειδικότερα, το δικαίωμα του δικαιούχου του σήματος να ελέγξει τη θέση και την πρώτη κυκλοφορία εντός ΕΟΧ των προϊόντων του, η οποία γίνεται αυθαίρετα από τρίτον παράλληλο εισαγωγέα και όχι από τον ίδιο ή από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, προκειμένου να διασφαλιστούν όλες οι λειτουργίες και ωφέλειες εκ του σήματος, δεν μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση ενός τέτοιου δικαιώματος, έστω και αν θίγονται οικονομικά συμφέροντα τρίτων.
Επομένως, οι ισχυρισμοί αυτοί, αφού δεν είναι ικανοί να θεμελιώσουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και γι' αυτό δεν θεωρούνται ουσιώδεις, με αποτέλεσμα από τη μη λήψη υπόψη να μη ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Σε κάθε δε περίπτωση, ο τελευταίος ως άνω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο που τον απέρριψε κατά τα προαναφερόμενα ως μη νόμιμο.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή ή η ένσταση κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997), όπως στην προκείμενη περίπτωση συνέβη για την από το Εφετείο απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.
Συνεπώς ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενος ως άνω λόγος (δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του) με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης στο άνω κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της ενστάσεώς της είναι απαράδεκτος.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Σεπτεμβρίου 2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 3286/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ