115/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 115 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated115/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 115 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 115 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 115/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ
Των αναιρεσίβλητων:1)Σ. Α. Β., κατοίκου ..., 2)Χ. Α. Β., κατοίκου ..., 3)Χ. Α. Β. κατοίκου ..., 4)Ε. Α. Β., κατοίκου ..., 5)Α. Α. Β. κατοίκου ..., 6)Μ. Α. Β., κατοίκου ..., 7)Α. Σ. Β., κατοίκου ..., 8)Ε. Σ. Β., κατοίκου ..., 9)Ι. Δ. Π., κατοίκου ..., 10)Ι. Κ. του Θ. κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2006 αγωγή των εννέα πρώτων ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φιλιατών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, που διέταξε επανάληψη της συζήτησης, 4/2012 οριστική και 22/2014 Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-3-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 27 -10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητευθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Περαιτέρω, το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "περί κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προσετέθη με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, ορίζει ότι: " Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους του ή στον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση ακριβές, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τη συζήτηση της οποίας επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης και κλήση των αναιρεσιβλήτων να παραστούν κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκε νομίμως, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και εμπροθέσμως αφενός στον αντίκλητο των εννέα πρώτων εξ αυτών δικηγόρο Θεσπρωτίας Κων/νο Σιτούνη, ο οποίος και τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, όπως τούτο προκύπτει από την επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση και αφετέρου στον δέκατο εξ αυτών Ι. Κ., σύμφωνα με τις με επίκληση προσαγόμενες από το αναιρεσείον υπ’ αριθ. .../10-7-2015 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας Ε. Μ.. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο (4-11-2015) οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως ως νομίμως κλητευθέντες, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να δικασθούν ως να ήταν παρόντες και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 575 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου...,2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος...,3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι η αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους. Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τέλος, μόνο η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου συνιστά παραβίαση αυτού, γιατί το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο με τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος προκειμένου να κρίνει την αγωγή νόμιμη, προβάλλεται ως λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όχι δε και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίσταται, η μεν πρώτη στο ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε δεύτερη στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, διότι η μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση το άρθρο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η δε ποιοτική με βάση τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, που όμως δεν περιλαμβάνονται στους λόγους αναιρέσεως, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο ως άνω άρθρο 560 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 82/2011). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον, που άσκησε κυρία παρέμβαση πρωτοδίκως, αιτιάται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γιατί δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή των εννέα πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά του δεκάτου τούτων, ο οποίος το προσεπεκάλεσε ζητώντας να παρέμβει κυρίως στη δίκη περί αναγνώρισης της συννομής επί ακινήτου των αντιδίκων του ως αόριστη, καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της η ακριβής έκταση, την οποία αυτό (επίδικο ακίνητο) καταλαμβάνει, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν προβάλλεται κατά τα προεκτεθέντα, ποσοτική αοριστία της αγωγής (559 αρ. 8 ΚΠολΔ), που δεν προβλέπεται, κατά τα ανωτέρω, ως λόγος αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των Πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων εκείνων των δικαστηρίων.
Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο), με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα : "...Το επίδικο στην κρινόμενη υπόθεση είναι ένα αγροτεμάχιο, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας δ.δ. ... Δήμου Φυλιατών Θεσπρωτίας, στη θέση "..." και έχει έκταση κατά μεν τα εκτιθέμενα στην αγωγή δύο περίπου στρέμματα, κατά δε νεότερη και ακριβέστερη μέτρηση, όπως προκύπτει από το από Δεκέμβριο 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Θ. που συνοδεύει την από 04-01-11 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, 1.675,26 τ.μ. Αυτό το ακίνητο νέμονταν με διάνοια κυρίου για περισσότερο από 50 χρόνια, μέχρι το θάνατο του, ο αποβιώσας το έτος 1992 πατέρας των έξι πρώτων εναγόντων και παππούς των υπολοίπων Α. Β., ασκώντας επ’ αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και συγκεκριμένα το επέβλεπε και το καλλιεργούσε με καλαμπόκι και φασόλια, γενόμενος κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Μετά το θάνατο του Α. Β., ο οποίος δεν άφησε διαθήκη, η κληρονομιά του και η επί του επιδίκου ακινήτου νομή, επήχθη στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι στη σύζυγο του Γ. Β., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και στα τέκνα του, τους έξι πρώτους ενάγοντες, στον αδελφό τους Σ., στην αδελφή τους Σ. και στον ένατο των εναγόντων, τέκνο της προαποβιώσασας αδελφής τους Α., κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Μετά δε το θάνατο, το έτος 1996 της Γ. Β., η οποία απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, η κληρονομιά της και η επί του επιδίκου νομή της (κατά ποσοστό 1/4) επήχθη στους έξι πρώτους ενάγοντες, στον αδελφό τους Σ., στην αδελφή τους Σ. και στον ένατο των εναγόντων, κατά ποσοστό 1/36 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και συνολικά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου στον καθένα (1/36 + 1/12), ενώ μετά το θάνατο του Σ. Β. το έτος 2006, ο οποίος απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, η κληρονομιά του και ειδικότερα η νομή του επί του επιδίκου περιήλθε ισομερώς στα τέκνα του 7° και 8° των εναγόντων κατά ποσοστό 1/18 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Από το θάνατο των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους οι ενάγοντες συνέχισαν να ασκούν στο προαναφερόμενο ακίνητο όλες τις πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση του και στον προορισμό του, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθούν στα δικαιώματα τους. Όπως προέκυψε από την από 04-01-11 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Θ., ο οποίος προέβη σε εξαρτημένη αποτύπωση της υπάρχουσας σήμερα κατάστασης στο επίδικο με βάση το τριγωνομετρικό δίκτυο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού σε ΕΓΣΑ … και αφού έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων και τα τοπογραφικά διαγράμματα που προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και στοιχεία από ορθοφωτοχάρτες του ΥΠΕΧΩΔΕ των παρελθόντων ετών και πριν τη μεταβολή της κατάστασης, λόγω κατασκευών στις οποίες προέβη ο εναγόμενος, το ακίνητο συνιδιοκτησίας των εναγόντων, όπως αυτό προσδιορίζεται με ακρίβεια έχει έκταση 1.675,26 τ.μ., αποτυπώνεται δε στο τοπογραφικά διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Θ. που συνοδεύει την από 04-01-11 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, με κόκκινες διακεκομμένες γραμμές και με τα στοιχεία "Α3-Β3-Γ3-Δ3-Ε3-Α3". Εξάλλου, από την εν λόγω πραγματογνωμοσύνη προκύπτει ότι το από 14-02-2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Σ., το οποίο αποτυπώνεται στο διάγραμμα της πραγματογνωμοσύνης με πράσινες διακεκομμένες γραμμές και με τα στοιχεία "Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α", με βάση τις συντεταγμένες των κορυφών του, δεν προσαρμόζεται στα υπάρχοντα επί του εδάφους εμφανή όρια και δεν αποδίδει ορθά την υπάρχουσα πραγματική κατάσταση για τη θέση των ρεμάτων αλλά ούτε και τα πραγματικά όρια των ιδιοκτησιών, ενώ στο τοπογραφικό αυτό στηρίχτηκαν τα τοπογραφικά διαγράμματα τόσο της Δασικής όσο και της Κτηματικής Υπηρεσίας, τα οποία και συμπίπτουν. Ειδικότερα, σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό εκδόθηκε η με αριθμό .../17-5-2006 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Δασών Θεσπρωτίας, κατά την οποία η περικλεισμένη από τα στοιχεία "Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α" έκταση, εμβαδού 4.122,19 τ.μ., δεν είναι δασική, ενώ χαρακτηρίζεται ως δημόσιο δάσος πλατάνου η έκταση μεταξύ της ιδιοκτησίας και των δύο ρεμάτων. Αλλά και από το από Ιούλιο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Ε. Γ., το οποίο υπογράφει και ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας, προκύπτει ότι η Κτηματική Υπηρεσία θεωρεί ως δημόσια έκταση την ως άνω χαρακτηρισμένη ως δασική, δηλαδή την έκταση μεταξύ των δύο ρεμάτων και των πλευρών Δ-Ε, Ε-Ζ και Ζ-Α, που αποτυπώνονται στο τοπογραφικό της πραγματογνωμοσύνης με πράσινη διακεκομμένη γραμμή. Τέλος, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω πολιτικού μηχανικού Ε. Σ., το οποίο ο εναγόμενος επισυνάπτει στο δικόγραφο της από 28-11-2008 προσεπίκλησης του και με το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι το επίδικο της κύριας αγωγής έχει έκταση 2.324,67 τ.μ. και ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χαρακτηρισμένο ως δημόσια δασική έκταση, αποτυπώνεται δε στο τοπογραφικό της πραγματογνωμοσύνης με μπλε γραμμές, αφενός δεν είναι το αυτό με το τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου Ε. Σ. με βάση το οποίο εκδόθηκε η με αριθμό .../17-5-2006 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Δασών Θεσπρωτίας, αφετέρου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενόψει του ότι ούτε η Δασική ούτε η Κτηματική Υπηρεσία συμφωνούν με αυτό, αλλά και δύο από τις κορυφές του (ΑΙ και Ζ1) φαίνεται να είναι μέσα στα δύο ρέματα. Με βάση τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού του εναγομένου και του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου περί του ότι η επίδικη έκταση, εμβαδού 1.675,26 τ.μ., όπως αυτή αποτυπώνεται στο από Δεκέμβριο 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Θ., είναι χαρακτηρισμένη ως δημόσια δασική έκταση, αντίθετα αποδείχθηκε η σύννομη των εναγόντων σε αυτή. Και τούτο διότι από την αναλυτική και λεπτομερή αποτύπωση τόσο του επιδίκου ακινήτου όσο και της δημόσιας δασικής έκταση στο τοπογραφικό που συνοδεύει την από 04-01-11 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει ότι η δημόσια δασική έκταση κείται πέραν και εκτός του επιδίκου ακινήτου...". Με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Δικαστήριο η πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον: α) " η προσβαλλόμενη δεν εφάρμοσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 974 ΑΚ στο επίδικο, αλλά τις εφάρμοσε σε ακίνητο διάφορο του επιδίκου, χωρίς κατονομαζόμενα όρια, με συνέπεια να αποφανθεί και να αναγνωρίσει σύννομη στο τελευταίο, χωρίς καν οι εννέα πρώτοι εκ των αντιδίκων να το αιτούνται και χωρίς περαιτέρω να κρίνει και να αποφανθεί εάν στο επίδικο υπάρχει δημόσια δασική έκταση, ώστε να εφαρμοσθεί το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938", β) "κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή....των άρθρων 947, 948 και 974 ΑΚ, που απαιτούν ακριβή και λεπτομερή περιγραφή του προς αναγνώριση σύννομης ακινήτου...η προσβαλλόμενη έκρινε εσφαλμένα και οδηγήθηκε στο νομικά παράδοξο και ανεπίτρεπτο, ήτοι σε αναγνώριση σύννομης (που δεν αποδείχτηκε) σε άλλο ακίνητο, διάφορο του επιδίκου" και γ) δεν εφαρμόσθηκε από αυτό "η διάταξη του άρθρου 2 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που αναφέρει ότι επί των αδέσποτων και των δημοσίων κτημάτων, εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε καμία πράξη νομής (πλασματική νομή), το οποίο κακώς δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, σε δημόσια δασική έκταση που κείται εντός του επιδίκου ακινήτου". Εξ αυτών, οι μεν δεύτερος και τρίτος λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον με τις σχετικές αιτιάσεις, υπό την επίκληση των ανωτέρω πλημμελειών πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ ο τέταρτος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν διέλαβε παραδοχή περί του ότι τμήμα του επιδίκου κτήματος αποτελεί δημόσια δασική έκταση.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-3-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 22/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ