115/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated115/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε για συζήτηση η υπόθεση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν ήσαν παρόντες οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 115 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 115/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Τ. ΑΒΕΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΜΟΝΩΤΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Ανώνυμης ιταλικής Εταιρείας με την επωνυμία "SYNDIAL SOSIETA PER AZIONI", όπως μετονομάστηκε η αρχικά εναγόμενη εταιρεία "ENICHEM SPA" και στη συνέχεια "POLIMERI EUROPA SPA" που εδρεύει στο Μιλάνο Ιταλίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πλάτωνα Τσουλούφα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7908/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2212/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Μετά από άσκηση αναίρεσης της τελευταίας απόφασης που ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 6/4/2010 αίτησή της και τους από 14/11/2012 πρόσθετους λόγους αυτής εκδόθηκε η 115/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση έρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 7/3/2014 κλήση της καλούσας-αναιρεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η καλούσα-αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 28/2/2013 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι από 14-11-2012 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της καλούσας-αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθμ.8585/17-7-2014 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Α. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η παρισταμένη αναιρεσίβλητη, ακριβές αντίγραφο της από 7-3-2014 κλήσης για συζήτηση της από 6-4-2010 αίτησης για αναίρεση της 2212/2009 απόφασης του Eφετείου Θεσσαλονίκης και των από 14-11-2012 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με την κάτω από την κλήση αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-11-2014) επιδόθηκε, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, στην αναιρεσείουσα νομίμως και εμπροθέσμως.
Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε για συζήτηση η υπόθεση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν ήσαν παρόντες οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 14-11-2012 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2212/2009 απόφασης του Eφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απερρίφθη κατ'ουσίαν η από 13-11-2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 7908/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την από 30-11-1999 αγωγή της για καταβολή αποζημίωσης από πώληση ελαττωματικού πράγματος.
Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 και 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την πώληση ελαττωματικού κινητού πράγματος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που εδρεύει στην Ιταλία.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ότι οι πωληθείσες από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, ποσότητες εξηλασμένης πολυστερίνης σε κόκκους δεν έφεραν ελαττώματα, και δεν ήταν β' διαλογής, όπως η ενάγουσα ισχυριζόταν. Αυτές (πωληθείσες ποσότητες) ανταποκρίνονταν κατά ποιότητα και είδος στις απαιτήσεις των διαδοχικών συμβάσεων πώλησης που είχαν συνάψει οι διάδικοι και ήσαν κατάλληλες για την παρασκευή σκληρών πλακών εξηλασμένης πολυστερίνης, ως θερμομονωτικού υλικού, που επεδίωκε η ενάγουσα.
Η τελευταία δεν στηρίχθηκε στις ουσιώδεις και αναγκαίες ειδικές γνώσεις της πωλήτριας, αλλά. αποκλειστικά και μόνο στις δικές της ελλιπείς τεχνικές γνώσεις, αποκρούοντας εκείνες της πωλήτριας, με αποτέλεσμα να προκύψουν δυσχέρειες στην παραγωγή από εσφαλμένη πρόσμιξη των πρώτων υλών στο σύνολο τους και από έλλειψη εμπειρίας.
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, επικαλούμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ.10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε τα ανωτέρω, καθόσον "παρέβλεψε και δεν έλαβε υπόψιν της την τεχνική ανάλυση που έγινε σε τρία δείγματα από την ίδια ποσότητα ανάλυσης της εναγομένης στο Αυστριακό Ινστιτούτο Χημικών Τεχνικών Μελετών με την επωνυμία "OFI Ινστιτούτο Συνθετικών Μελετών", το οποίο διέγνωσε ότι η περιεκτικότητα σε βισκόζη στον τύπο 0650 στο κίτρινο τμήμα, ήταν κατά ποσοστό 50% χαμηλότερη και ως εκ τούτου ελαττωματική η πωληθείσα πρώτη ύλη, με αποτέλεσμα η έλλειψη αυτή να είναι η αιτία της ελαττωματικής παραγωγής Μη εκτιμώντας όμως η αναιρεσιβαλλομένη ορθώς τα επιστημονικά συμπεράσματα που εξάγονται από το πόρισμα του ινστιτούτου OFI έσφαλε...".
Επίσης, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, διότι "χωρίς να λάβει υπόψιν της τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά μέσα και σε κάθε περίπτωση εσφαλμένα και με πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων επιχειρεί να επιρρίψει τις ευθύνες από τη σύμβαση για την πώληση του ελαττωματικού πράγματος στην έλλειψη δήθεν εμπειρίας κα τεχνογνωσίας της εταιρίας της και ειδικότερα των τεχνικών της, οι οποίοι πειραματίζονταν τάχα στη χρήση των πρώτων υλών και αναλάμβαναν την ευθύνη για το τελικό αποτέλεσμα".
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, αφού η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των πιο πάνω αναιρετικών πλημμελειών, πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται από τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων, προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στην εισηγητική έκθεση κατάθεση της μάρτυρος L., καθώς και το πόρισμα του Ινστιτούτου Χημικών Τεχνικών Μελετών με την επωνυμία "OFI Ινστιτούτο Συνθετικών Μελετών". Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στην 17828/2001 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα την κατάθεση της ως άνω μάρτυρος και το πόρισμα του πιο πάνω Ινστιτούτου.
Επομένως, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος. Οι ίδιοι λόγοι (δεύτερος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης και τέταρτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων), όσον αφορά τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, ότι από την εν λόγω μαρτυρική κατάθεση και το ανωτέρω έγγραφο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την ελαττωματικότητα του αγορασθέντος (από την αναιρεσείουσα) προϊόντος, είναι απαράδεκτοι, αφού αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των αποδεικτικών αυτών μέσων.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως πράγματα θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997).
Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως, για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθ.8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της, ότι το αγορασθέν προϊόν δεν είχε τις συμφωνηθείσες με τη σύμβαση ιδιότητες. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμο με την παραδοχή, ότι το αγορασθέν προϊόν είχε τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά και ήταν κατάλληλο για τον ειδικό σκοπό για τον οποίο πωλήθηκε και δεν είχε κανένα ελάττωμα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος.
Ειδικότερα, ως προς τον από το 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, απαιτείται και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης.
Γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ή για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δεν αρκούν, αλλά πρέπει να καθορίζεται και η αιτία για την οποία συμβαίνει τούτο. Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ποια δηλαδή είναι τα επιπλέον στοιχεία που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών, ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει.
Περαιτέρω, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι δεν επικαλέσθηκαν, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα και να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.11 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα της αναιρεσίβλητης χωρίς η τελευταία να τα επικαλεστεί. Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, και με τον πρώτο λόγο του δικογράφου πρόσθετων λόγων, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης "λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών".
Οι λόγοι αυτοί, έτσι όπως διατυπώνονται, είναι προεχόντως αόριστοι. Τούτο γιατί αναφορικά με τον από τον αριθ.11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που το Εφετείο έλαβε υπόψη χωρίς επίκληση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ενώ αναφορικά με τους από τον αριθ.19 του ίδιου άρθρου λόγους, διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν καθορίζεται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι εσφαλμένως και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε (με επικουρικές αιτιολογίες) κατ'ουσίαν τις στηριζόμενες στα άρθρα 35 παρ. 2 περ.
β' και 39 παρ. 1 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για διεθνείς πωλήσεις κινητών πραγμάτων, που κυρώθηκε με το ν. 2532/1997, ενστάσεις της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι με όλες τις διαλαμβανόμενες (στο λόγο αυτό) αιτιάσεις, εκτιμώμενες στο σύνολό τους, πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), όπως προαναφέρθηκε, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Πέραν τούτου ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, αλυσιτελής, διότι η ως άνω κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το επίδικο προϊόν δεν ήταν ελαττωματικό, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6 Απριλίου 2010 αίτηση και τους από 14 Νοεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους αυτής, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ.Τ. ΑΕΒΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΜΟΝΩΤΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ" για αναίρεση της 2212/2009 απόφασης του Eφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ