Legislator Case Law & Legislation
115/2011 AI generated

115/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 115/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 115 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 115/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και ΚωνσÏ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 115 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 115/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Α., κατοίκου ... και 2. Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαρνέλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α.-Π. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Α. Τ. του Ι., κατοίκου ... και 3. Δ. Τ. του Ι., κατοίκου .... Ο μεν 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Ψαρρό του Χρήστου ο δε 3ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ο παραπάνω δικηγόρος παραστάθηκε (βάσει του υπ'αριθμ. 15.119/17-9-2009 πληρεξουσίου) και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών τον Κωνσταντίνο Δρακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 192/2004 μη οριστική, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 224/2004 απόφαση, 142/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-4-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 14-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από την 110Γ'/20-7-2009 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας ..., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23-9-2009, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 226 παρ.4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

2.- Κατά το άρθρο 799 ΑΚ, αν δεν συμφωνούν για τη διανομή όλοι οι κοινωνοί, κάθε κοινωνός μπορεί να απαιτήσει τη δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Κατά δε το άρθρο 800 ΑΚ, η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών. Εξάλλου: α) Κατά το άρθρο 480 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του. β) Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 486 ΚΠολΔ, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 και 480 Α είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση ..., κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 και 480 Α είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκαση στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους. γ) Κατά το άρθρο 481 εδαφ. 2 ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480 Α το δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση άνισων μερών να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών. Με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 480 και 486 ΚΠολΔ, επετράπη, υπό τις διαλαμβανόμενες σ' αυτές προϋποθέσεις, η αυτούσια διανομή με απονέμηση, ήτοι χωρίς κλήρωση, με απ` ευθείας επιδίκαση στους συγκυρίους άνισων, ομοειδών ή μη, μερών, κατά το λόγο των μερίδων τους. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή, δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικά με την ένδικη αγωγή διανομής κοινού πράγματος των αναιρεσιβλήτων: Οι διάδικοι είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό 48/288 ο πρώτος, 40/288 ο δεύτερος, 80/288 ο τρίτος από τους ενάγοντες και κατά ποσοστό 60/288 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους εναγομένους, ενός οικοπέδου, εμβαδού 5.155,52 τμ, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ...και συνορεύει ολόγυρα με δημοτική οδό και ιδιοκτησίες κληρονόμου Α. Γ., Κ. Δ. και Α. Δ. . Στο επίδικο ακίνητο υπάρχει ισόγεια οικία, εμβαδού 111,31 τμ, τμήμα δε αυτού που φαίνεται στο από του μηνός Μαρτίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντος ως πραγματογνώμονος τοπογράφου- μηχανικού που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης με τα στοιχεία (1, 2, 3, 4, 5, 20, 21, 22, 23, 32, 33, 1), εμβαδού 4986,61 τ.μ. βρίσκεται εντός των ορίων οικισμού ... του Δήμου ..., και τμήμα αυτού, με στοιχεία (33, 34, 35, 36, 37, 1, 33), εμβαδού 168,91 τμ, βρίσκεται εκτός των ορίων του άνω οικισμού και εκτός σχεδίου της πόλης της Κέρκυρας, η δε αξία για το πρώτο ανέρχεται σε 92,58 ευρώ ανά τ.μ. και για το δεύτερο, σε 12,83 ευρώ ανά τ.μ., ενώ η αξία της οικίας ανέρχεται σε 376,77 ευρώ ανά τ.μ. και συνολικά σε 41.938,26 ευρώ (376,77 χ 111,31 τμ). Ενόψει αυτών η αξία του όλου ακινήτου ανέρχεται σε 505.765,72 (4986,61 χ 92,58 = 461.660,35) + (168,91 χ 12,83 = 2167,11) + (111,31 χ 376,77 = 41.938,86) ευρώ, η αξία δε του ιδανικού μεριδίου καθενός από τους διαδίκους, ανέρχεται σε 84.294,29 ευρώ του πρώτου ενάγοντος (48/288), σε 71.245,24 ευρώ του δεύτερου ενάγοντος, (40/288) και του τρίτου ενάγοντος (80/288) σε 140.490,48 ευρώ και συνολικά η αξία των μεριδίων των εναγόντων (168/288 ή 3,5/6) ανέρχεται στο ποσό των 295.030,01 ευρώ, καθενός δε από τους εναγομένους (60/288), σε 105.367,86 ευρώ και συνολικά (120/288 ή 2,5/6), σε 210.735,72 ευρώ. Στην περιοχή του επίδικου ακινήτου και στο συγκεκριμένο οικισμό, το ελάχιστο εμβαδόν που απαιτείται για τη δημιουργία νέων ακινήτων, άρτιων και οικοδομήσιμων, είναι 2000 τμ, με μέγιστη δόμηση κατοικίας 400 τ.μ. και συνεπώς το ακίνητο, δεν είναι δυνατόν να διανεμηθεί αυτούσια, σε μέρη ανάλογα με τις προαναφερόμενες μερίδες των κοινωνών, αφού, ενόψει του εμβαδού του, αυτό θα οδηγούσε σε δημιουργία μη άρτιων και μη οικοδομήσιμων οικοπέδων, πράγμα που και μη νόμιμο είναι και θα καθιστούσε αυτά άχρηστα ως οικονομικές μονάδες, ενόψει του προορισμού τους (οικοδόμηση) και θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε το σύνολο των μερίδων, να υπολείπεται της αξίας του διανεμητέου, ως ενιαίου. Όμως, είναι δυνατή και συμφέρουσα η αυτούσια διανομή αυτού σε δύο άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα, από τα οποία: α) το πρώτο θα έχει εμβαδόν 2.981,61 τμ και αξία (2981,61 χ 92,58) 276.037,45 ευρώ, όπως φαίνεται με τα στοιχεία Α-3 -4- 5- 6- 7- 8- 9- 10- 11- 12- 13- 14- 15- 16- 17- 18- 19- 20- 21- 22- 23- 24- Δ- Γ- Β- Α στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα και β) το δεύτερο, στο οποίο θα υπάρχει και η ισόγεια οικία, θα έχει εμβαδόν 2.173,91 τ.μ., (τμήμα του οποίου εμβαδού 168,91 τμ, βρίσκεται εκτός του οικισμού ...) και αξία (2173,91-168,91= 2005 χ 92,58) + (168,91 χ 12,83) + (111,31 χ 376,77) 229.728,29 ευρώ. Το πρώτο έχει μικρότερο (περίπου το μισό) βάθος από το δεύτερο, λόγω του σχήματος του όλου οικοπέδου και μεγαλύτερο πρόσωπο στη δημοτική οδό. Με δεδομένο το αίτημα που παραδεκτά υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από τους διαδίκους, για επιδίκαση σε περίπτωση αυτούσιας διανομής, κοινής μερίδας στους ενάγοντες αφενός και στους εναγομένους αφετέρου, στην οποία (κοινή μερίδα) συνιστάται κοινωνία κατά το λόγο της μερίδας καθενός (αρθρ. 480 παρ. 3 ΚΠολΔ), και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι είναι αδέλφια, οι δε ενάγοντες είναι εξάδελφος ο πρώτος και αδέλφια οι δεύτερος και τρίτος από αυτούς, και ενόψει του ποσοστού συγκυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο και της αξίας αυτού και του συνολικού ιδανικού μεριδίου κάθε πλευράς, σε σχέση με την αξία του όλου, το πρώτο από τα άνω ακίνητα, εμβαδού 2981,61 τμ και αξίας 276.037,45 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 3,27/6 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο, κατ' αναλογία συγκλίνει με το προαναφερόμενο συνολικό ιδανικό μερίδιο των εναγόντων (3,5/6) σ' αυτό, και το δεύτερο, εμβαδού 2.173,91 τμ και αξίας 229.728,29 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 2,73/6 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο, κατ' αναλογία συγκλίνει με το συνολικό ιδανικό μερίδιο των εναγομένων (2,5/6) σ' αυτό. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή διανομής κοινού πράγματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων πρέπει να γίνει δεκτή και να διαταχθεί η αυτούσια διανομή του επίδικου ακινήτου, με επιδίκαση ως κοινής μερίδας στους ενάγοντες (με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας 6/21 ή 48/168 στον πρώτο, 5/21 ή 40/168 στον δεύτερο και 10/21 ή 80/168 στον τρίτο) το πρώτο από τα δύο ακίνητα και στους εναγομένους (με εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας σ' αυτό και την υπάρχουσα οικία, 60/120 ή 1/2 στον καθένα από αυτούς), ενώ περαιτέρω προς εξίσωση των μερίδων, ανάλογα με τα άνω ποσοστά συγκυριότητας στο επίδικο, υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στους ενάγοντες τη διαφορά της αξίας του επιδικαζομένου τμήματος προς την αξία του μεριδίου τους, που ανέρχεται σε (229.728,29- 210.735,72) 18.992,56 ευρώ. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε ομοίως, απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 800 ΑΚ και 480 επ. ΚΠολΔ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τ'αντίθετα.

3.-. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι δε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης. Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο αυτοί έπλητταν την εκκαλούμενη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, κυρίως, γιατί έλαβε υπόψη της την εσφαλμένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα τοπογράφου μηχανικού Γ. Ο., με συνέπεια να οδηγηθεί σε παντελώς άδικη διανομή του διανεμητέου ακινήτου σε δύο άνισα μέρη. Επίσης, οι αναιρεσείοντες, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, επικαλούμενοι την ίδια αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι αγνοήθηκαν από το Εφετείο οι ουσιαστικές παρατηρήσεις τους επί του προτεινόμενου από τον ως άνω πραγματογνώμονα τρόπου διανομής και ειδικότερα ως προς τη θέση κάθε χωριστής ιδιοκτησίας που δημιουργήθηκε στο διανεμητέο ακίνητο, οι οποίες (παρατηρήσεις) στηρίζονταν στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη στο Εφετείο από 29-10-2006 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Β. Τ. και οι οποίες, αν υιοθετούντο, θα οδηγούσαν σε δίκαιη διανομή. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι, ότι το Εφετείο, κρίνοντας ασύμφορο τον τρόπο που αυτοί πρότειναν, παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγμα" που δεν προτάθηκε και συγκεκριμένα θεώρησε το βαθμό συγγενείας των αναιρεσιβλήτων (αδελφοί οι δεύτερος και τρίτος από αυτούς και πρώτος εξάδελφος ο πρώτος) πρόσθετο βάρος για την κοινή μερίδα αυτών, ενώ κάτι τέτοιο δεν είχε προταθεί από αυτούς όταν υπέβαλαν αίτημα για κοινή μερίδα. Τέλος με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, επίσης από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη, ότι το τμήμα του διανεμηθέντος ακινήτου, που βρίσκεται σε εμπορική ζώνη έχει τριπλάσια αξία από εκείνη του άλλου τμήματος. Ο πρώτος από τους πιο πάνω λόγους είναι αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο έφεσης (περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων) και τον απέρριψε κατ' ουσίαν. Ο δεύτερος είναι απαράδεκτος, αφού η αιτίαση αυτή αφορά στην αξιολόγηση των επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων και όχι στη μη λήψη υπόψη κάποιου αυτοτελούς ισχυρισμού τους. Επίσης απαράδεκτοι είναι και άλλοι δύο λόγοι, διότι οι προαναφερόμενοι αντίστοιχοι δύο ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που αναφέρεται στην νομική σκέψη, αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου και των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα. Ειδικότερα, ο τελευταίος λόγος αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί της τριπλάσιας αξίας του πιο πάνω τμήματος του διανεμητέου ακινήτου, ελήφθη υπόψη και απερρίφθη κατ' ουσίαν.

4.- Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, ούτε, επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων. Οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης και, συγκεκριμένα, διότι οι αιτιολογίες της αναφορικά με την απόρριψη του ισχυρισμού τους, ότι, αν η διανομή γινόταν σύμφωνα με την ως άνω από 29-10-2006 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Β. Τ. τα μέρη που θα πρόεκυπταν θα ήταν ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών και δεν θα παρίστατο ανάγκη για καταβολή χρηματικού ποσού για την εξίσωση των μερίδων είναι "ανεπαρκείς και μη νόμιμες". Επίσης, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την ίδια αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο τρόπος διανομής που αυτοί πρότειναν, σύμφωνα με την πιο πάνω τεχνική έκθεση του μηχανικού Β. Τ., είναι ασύμφορη, αφού στους ενάγοντες, που δεν είναι μεταξύ τους συγγενείς δευτέρου βαθμού, όπως οι ίδιοι, θα περιερχόταν και οικία με συνακόλουθη συνέπεια να αναγκαστούν να προβούν σε νέα διανομή, στέρησε την απόφασή του της νόμιμης βάσης, αφού η αιτιολογία αυτή είναι "άδικη, ανεπαρκής και αντιφατική". Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον ίδιο αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι η αιτιολογία της, "ότι δεν αποδείχθηκε ο προβαλλόμενος με τον δεύτερο λόγο της έφεσης ισχυρισμός (των αναιρεσειόντων), ότι το ένα από τα διανεμηθέντα μέρη του επιδίκου βρίσκεται σε εμπορική ζώνη και κατά συνέπεια η αξία του είναι πολύ μεγάλη", είναι ανεπαρκής, διότι δεν δικαιολογείται, γιατί δεν αποδείχθηκε το γεγονός αυτό. Και οι τρεις πιο πάνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες με αυτούς πλημμέλειες αναφέρονται σε ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, που δεν αφορούν "ζητήματα", κατά την έννοια που αναφέρεται στην νομική σκέψη, αλλά περιλήφθηκαν στην απόφαση, στα πλαίσια στάθμισης των αποδείξεων και στην αξιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, για τη δυνατότητα και τον τρόπο της διανομής (που το δικαστήριο δέχθηκε), και είναι διαφορετικός από εκείνον που οι αναιρεσείοντες πρότειναν, το οποίο (πόρισμα) και διατυπώνεται σαφώς, χωρίς αντιφάσεις και με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και προαναφέρθηκε.

5.- Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση όμως με την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν τις κυρώσεις για τη μη τήρησή τους. Αντιθέτως, η παραβίαση των δικονομικών κανόνων, δηλαδή εκείνων που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο, δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται, περιοριστικώς στους αριθμούς 2-7, 9, 11-18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, ότι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 388 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας με ανεπαρκείς αιτιολογίες το αίτημά τους για τη διενέργεια νέας ή την επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης που είχε διενεργηθεί για την δυνατότητα της αυτούσιας διανομής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού το άρθρο 388 ΚΠολΔ αποτελεί δικονομικό κανόνα, που προβλέπει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάξει, προς συμπλήρωση των αποδείξεων, ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως, νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης.

6.-. Kατά το άρθρο 559 αριθ.9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται το περιεχόμενο της αίτησης που έμεινε αδίκαστη και ποια είναι η αίτηση αυτή. Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ. 9 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι άφησε αδίκαστες αιτήσεις τους, χωρίς να διευκρινίζεται σ' αυτόν το περιεχόμενο των αιτήσεων αυτών και ποιες είναι οι αιτήσεις αυτές. Έτσι, που διατυπώνεται ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-4-2008 αίτηση των Σ. Α. Τ. του και Α. Α. Τ. για αναίρεση της 264/2007 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ