115/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης λόγω του ότι η εισήγηση δεν αναφέρεται σε έναν από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφτηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Legislator headnote
AI generated115/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για να ιδρυθεί ο από το άρθρ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη προταθέντων ισχυρισμών, θα πρέπει ο ισχυρισμός να είναι νόμιμος και να ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής - ΟλΑΠ 2/1989).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 115 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 115/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Θεοδωρόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Κούρτοβικ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης λόγω του ότι η εισήγηση δεν αναφέρεται σε έναν από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφτηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/11/2003 αγωγή της πρώτης των ως άνω ήδη αναιρεσειόντων και την από 10/9/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 694/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6031/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/6/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 23/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 11/6/2007 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 6031/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για να ιδρυθεί ο από το άρθρ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη προταθέντων ισχυρισμών, θα πρέπει ο ισχυρισμός να είναι νόμιμος και να ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής - ΟλΑΠ 2/1989).
Συνεπώς, δεν ιδρύει τον λόγο η παράλειψη απάντησης σε ισχυρισμό μη νόμιμο. Στη προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, από το άρθρ. 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό ασκούντα ουσιώδη επιρροή, στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη και άλλα, επί πλέον, περιστατικά, συγκροτούντα την ιστορική βάση της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος - νυν αναιρεσιβλήτου, τα οποία οι εναγόμενοι νυν - αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί πρωτοδίκως και τα οποία επανέφεραν, με την έφεσή τους, με αποτέλεσμα να απορρίψει την, ως άνω, ένστασή τους, ως αβάσιμη.
Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ζήτημα αυτό έκρινε ότι: "Οι διάδικοι αυτοί (Χ1 και Χ2-νυν αναιρεσείοντες), προέβαλαν πρωτοδίκως τον ισχυρισμό-ένσταση, τον οποίο επαναφέρουν με τις εφέσεις τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή του Ψ, επικαλούμενοι την πριν από το έτος 1955 κατασκευή των κτισμάτων στον ακάλυπτο χώρο και το γεγονός ότι ο τελευταίος όταν αγόρασε το διαμέρισμά του (το έτος 1999) γνώριζε την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση στην οικοδομή και αποδέχθηκε αυτήν, χωρίς να διαμαρτυρηθεί στη συνέχεια, πράττοντας αυτό για πρώτη φορά με την ένδικη αγωγή του, ως αντιπερισπασμό στη δική τους συνεκδικαζόμενη αγωγή.
Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, είναι, ενόψει των προεκτεθέντων, αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση από τον εν λόγω συνιδιοκτήτη του δικαιώματός του, που απορρέει από την ιδιότητά του αυτή, για άρση της παράνομης κατάστασης που δημιουργήθηκε από τις ανωτέρω ενέργειες των ετέρων συνιδιοκτητών διαδίκων, δεν υπερβαίνει προφανώς τα ακραία αξιολογικά όρια του άρθρου 281 Α.Κ.
και δεν είναι, συνεπώς καταχρηστική". Υπό τις, ως άνω, παραδοχές και υπό την, ως άνω, κρίση του δικάσαντος Εφετείου, ως προς το ζήτημα της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, ο λόγος αυτός, κατά ένα μέρος αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, και ειδικώτερα κατά το μέρος που οι αιτιάσεις αναφέρονται σε δήθεν μη ληφθέντα υπόψη περιστατικά, τα οποία, όμως, αποτελούν απλώς περαιτέρω ανάλυση των περιστατικών, τα οποία, σύμφωνα με τις ως άνω, παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, έλαβε υπόψη το Εφετείο, δηλαδή αποτελούν περαιτέρω ανάλυση είτε του τρόπου, με τον οποίον είχαν ανεγερθεί τα κτίσματα εντός του κοινόκτητου ακαλύπτου χώρου, είτε του τρόπου, με τον οποίον ο νυν αναιρεσίβλητος, κατά το χρόνο αγοράς της δικής του ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) είχε λάβει γνώση και είχε αποδεχθεί, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, την ύπαρξη των κτισμάτων αυτών.
Ενώ, κατά το άλλο μέρος του, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, αφού τα επικαλούμενα με τις αιτιάσεις τις σχετικές με το λόγο αυτό περιστατικά, ότι δηλαδή τα αρχικώς αυθαίρετα κτίσματα είχαν νομιμοποιηθεί μεταγενέστερα, από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων-μητέρα τους ή ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ζήτησε από τους αναιρεσείοντες να στεγάσει και αυτός στα, ως άνω, κτίσματα του ακαλύπτου του ισογείου, το σύστημα κεντρικής θέρμανσης (καυστήρα-λέβητα) του δικού του διαμερίσματος, αλλά προέβη προς τούτο στην κατασκευή άλλης εγκατάστασης, στην ταράτσα της οικοδομής ή ότι τα κτίσματα του ισογείου δεν τον ενοχλούν, αλλά ζητά την κατεδάφισή τους, ενεργώντας εκβιαστικά και προς αντιπερισπασμό στη δική τους συνεκδικαζόμενη αγωγή, με την οποία οι νυν αναιρεσείοντες ζητούν την αποξήλωση της εγκατάστασης που αυτός έχει τοποθετήσει στην ταράτσα, δεν είναι καταχρηστικά και δεν δύνανται να θεμελιώσουν τη βάση της ένστασης περί κατάχρησης δικαιώματος.
Ο από το άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Η περιεχόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του δικάσαντος δικαστηρίου, ότι τα αποδεικτικά μέσα νομίμως προσκομίσθηκαν δεν ελέγχεται αναιρετικά και εάν στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο, θεωρείται, ότι το αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε επίκληση, έχει και προσκομισθεί (ΑΠ 742/1978, ΝΟΒ 1979, 550 εξ αντιδ.
ΑΠ 790/1994, ΕλλΔικ. 1995, 836). Στην περίπτωση, που ερευνάται, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρ. 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, εκ του ότι α) κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που δεν προσκομίσθηκαν, και συγκεκριμένα, ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία ο νυν αναιρεσίβλητος - εφεσίβλητος - αντεκαλών επεκαλείτο, με τις προτάσεις του, ως προσκομισθέντα, παρότι αυτά δεν προσκομίσθηκαν κατά τη συζήτηση, αλλά μετά το πέρας αυτής, εντός της τριήμερης προθεσμίας, για προσθήκη - αντίκρουση, καθώς και ότι έλαβε υπόψη έγγραφα προσκομισθέντα από τον νυν αναιρεσίβλητο, τα οποία, όμως, αυτός δεν είχε νομίμως επικαλεσθεί και β) κατά το τρίτο σκέλος αυτού, ότι δεν έλαβε υπόψη τα υπό των νυν αναιρεσειόντων - εκκαλούντων προσκομισθέντα, με επίκληση, έγγραφα και επί πλέον δεν έλαβε υπόψη ομολογία του νυν αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, περιεχόμενη στην κρινόμενη αγωγή του, περί του πραγματικού περιστατικού, ότι αυτός, κατά την υπογραφή της τροποποιητικής πράξης της οροφοκτησίας (7545/1999), εγνώριζε την ύπαρξη των επιδίκων κτισμάτων των ανεγερθέντων επί του ακάλυπτου ισογείου χώρου.
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το δικάσαν Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη "και τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", θεωρείται ότι τα έγγραφα, των οποίων έγινε επίκληση, είχαν νομίμως προσκομισθεί.
Επίσης, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από τον έλεγχο, παραδεκτώς κατ' αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των ενώπιον του Εφετείου κατατεθεισών προτάσεων του τότε εφεσιβλήτου - νυν αναιρεσιβλήτου, προκύπτει, ότι αυτός επικαλέσθηκε, με ειδική μνεία, το φερόμενο δήθεν ως μη επικαλεσθέν έγγραφο (υπ' αριθμ. .../29-10-2005 της Πολεοδομίας του Δήμου ...- υπό στοιχ. 5, στο τέταρτο φύλλο των προτάσεων), καθώς και τα λοιπά έγγραφα τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει και με τις ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του (υπό στοιχ. 4).
Ο ίδιος αυτός (δεύτερος), κατά το άλλο (τρίτο) μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος, επίσης, ως αβάσιμος, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Δικαστήριο εστήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και στα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω, στα οποία αναφέρεται ο λόγος αυτός, έγγραφα έστω και εάν αυτά δεν μνημονεύονται ειδικώς.
Ως προς το σκέλος του ίδιου λόγου, που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη της περιεχόμενης στην αγωγή του νυν αναιρεσίβλητου ομολογίας, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι η υπό των αναιρεσειόντων προβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του νυν αναιρεσιβλήτου απορρίφθηκε, επειδή η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων - εναγομένων ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων εγνώριζε, κατά την υπογραφή της τροποποιητικής πράξης της οροφοκτησίας (1999) την ύπαρξη των επιδίκων κτισμάτων του ισογείου, παρότι το γεγονός αυτός αποδεικνύετο από την ως άνω ομολογία του τελευταίου.
Πλην, όμως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η ως άνω ένσταση απορρίφθηκε, ως αβάσιμος, "καθόσον στην συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση από τον έν λόγω συνιδιοκτήτη του δικαιώματός του, που απορρέει από την ιδιότητά του αυτή, για άρση της παράνομης κατάστασης που δημιουργήθηκε από τις ανωτέρω ενέργειες των ετέρων συνιδιοκτητών διαδίκων, δεν υπερβαίνει προφανώς τα ακραία αξιολογικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και δεν είναι, συνεπώς καταχρηστική".
Με τον τρίτο, από το άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρ. 281 ΑΚ και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ένεκα ανεπάρκειας αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα της υπό των αναιρεσειόντων προβληθείσας ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, εκ του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, όπως ήδη προαναφέρθηκε, απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση αυτή, δεν αναφέρει ποίος είναι ο χρόνος κατασκευής των κτισμάτων του ισογείου, ούτε προσδιορίζει εάν ο χρόνος κατασκευής τους είναι πριν ή μετά την, κατά το έτος 1999, αγορά του διαμερίσματος από τον αναιρεσίβλητο και πριν ή μετά την, κατά το έτος 1990, υπογραφή του συμβολαίου της σύστασης οροφοκτησίας από τους δικαιοπάροχους των νυν αντιδίκων μερών.
Το δικάσαν Εφετείο, δέχθηκε, ως προς το ως άνω, ζήτημα, τα εξής: "Οι εναγόμενοι Χ1 και Χ2 (νυν αναιρεσείοντες) κατασκεύασαν στον ακάλυπτο χώρο του ισογείου, στο πίσω μέρος της οικοδομής, τρία κτίσματα, διατάσεων, 2,00 μ Χ 2.50 μ, 3,00 μ. και 4,50 μ. Χ 3,80 μ., αντιστοίχως, συνολικής επιφάνειας 31,10 τμ., τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί ως αυθαίρετα από τη Δ/νση Πολεοδομίας του Δήμου ... (βλ.
την υπ. αριθ. Φ 87/20-7-2004 σχετική έκθεση αυτοψίας), στο τρίτο από τα οποία έχουν τοποθετήσει δεξαμενή πετρελαίου και λέβητα καλοριφέρ με καμινάδα, η οποία φθάνει μέχρι το ύψος των κιγκλιδωμάτων της βεράντας του διαμερίσματος του ενάγοντος-εναγομένου Ψ και προκαλεί σοβαρές ενοχλήσεις σ' αυτόν και τα μέλη της οικογένειας του, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθμ.
πρωτ. .../21-12-2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Υγείας του Τομέα Δυτικής Αθήνας της Νομαρχίας Αθηνών. Η κατασκευή της καμινάδας αυτής έχει, επίσης, χαρακτηρισθεί ως αυθαίρετη από την ανωτέρω Υπηρεσία (βλ. την υπ' αριθμ. Φ .../4-10-2004 σχετική έκθεση αυτοψίας). Ο ισχυρισμός των ανωτέρω εναγομένων ότι τα εν λόγω τρία κτίσματα είναι παλιά και έχουν κατασκευασθεί πριν από το έτος 1955 είναι ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. .../29-10-2004 έγγραφο της ίδιας ως άνω Υπηρεσίας (Δ/νση Πολεοδομίας του Δήμου ...), τα κτίσματα αυτά δεν εμφανίζονται στις υπ' αριθμ. .../1971 και .../1993 οικοδομικές άδειες που αφορούν τη σταδιακή ανέγερση της εν λόγω οικοδομής.
Με το έγγραφο αυτό εναρμονίζεται, ως προς την ύπαρξη των αυθαιρέτων αυτών κτισμάτων, και η κατάθεση ως μάρτυρα του ενάγοντος - εναγομένου Ψ, ..., αρχιτέκτονας - μηχανικού, η οποία συμπεραίνει ότι αφού τα κτίσματα αυτά δεν εμφανίζονται στις ανωτέρω οικοδομικές άδειες, δεν προϋπήρχαν αυτών. Επίσης αποδείχθηκε ότι οι ίδιοι ως άνω διάδικοι (Χ1 και Χ2) στην είσοδο του κοινόχρηστου διαδρόμου που οδηγεί στον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, του οποίου, κατά τα προεκτεθέντα, έχουν την αποκλειστική χρήση, και εντός του οποίου είναι εγκατεστημένοι οι μετρητές της ΔΕΗ όλων των διαμερισμάτων της οικοδομής, έχουν τοποθετήσει πόρτα με κλειδαριά, τα κλειδιά της οποίας έχουν μόνο αυτοί.
Με τον τρόπο αυτό, όμως, δυσχεραίνουν την προσπέλαση του συνιδιοκτήτη ενάγοντος - εναγομένου Ψ στο χώρο αυτό, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης που μπορεί να προκύψει από επιπλοκές στη λειτουργία του εκεί ευρισκόμενου μετρητή του ηλεκτρικού ρεύματος του διαμερίσματος του (βλ. σχετικώς το υπ' αριθμ. Φ .../19-9-2005 έγγραφο της ΔΕΗ - Περιοχή ...
και τις από 4-10-2005 και 20-10-2005 τεχνικές εκθέσεις της ως άνω αρχιτέκτονος μηχανικού ...). Οι ανωτέρω ενέργειες των διαδίκων αυτών επί των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής (κατασκευή κτισμάτων στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και κλείσιμο του κοινόχρηστου διαδρόμου) είναι ανεπίτρεπτες, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα καθόσον το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως που έχουν οι τελευταίοι επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών της οικοδομής, δεν παρέχει σ' αυτούς και την εξουσία άρσεως του προβλεπόμενου προορισμού τους, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, αφού με την κατασκευή των κτισμάτων κατέλαβαν τμήμα του κοινόχρηστου ακάλυπτου χώρου και το κατέστησαν περίκλειστο, παραβλάπτοντες, επιπλέον, με την κατασκευή της καμινάδας, αφενός τον συνιδιοκτήτη Ψ στην ακώλυτη χρήση του διαμερίσματος του και αφετέρου την αισθητική εμφάνιση της οικοδομής, ενώ, περαιτέρω, μετέβαλαν σε κλειστό χώρο και τον, ως άνω, κοινόχρηστο διάδρομο.
Οι διάδικοι αυτοί (Χ1 και Χ2) προέβαλαν πρωτοδίκως τον ισχυρισμό - ένσταση, τον οποίο επαναφέρουν με τις εφέσεις τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή του Ψ, επικαλούμενοι την πριν από το έτος 1955 κατασκευή των κτισμάτων στον ακάλυπτο χώρο και το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αγόρασε το διαμέρισμα του (το έτος 1999), γνώριζε την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση στην οικοδομή και αποδέχθηκε αυτήν, χωρίς να διαμαρτυρηθεί στη συνέχεια, πράττοντας αυτό για πρώτη φορά με την ένδικη αγωγή του, ως αντιπερισπασμό στη δική τους συνεκδικαζόμενη αγωγή.
Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, είναι, ενόψει των προεκτεθέντων, αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση από τον εν λόγω συνιδιοκτήτη του δικαιώματος του που απορρέει από την ιδιότητά του αυτή, για άρση της παράνομης κατάστασης που δημιουργήθηκε από τις ανωτέρω ενέργειες των ετέρων συνιδιοκτητών διαδίκων, δεν υπερβαίνει προφανώς τα ακραία αξιολογικά όρια του άρθρου 281 Α.Κ.
και δεν είναι, συνεπώς καταχρηστική". Υπό τις ως άνω παραδοχές και υπό την ως άνω κρίση του, το δικάσαν Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες, ως προς το ως άνω ζήτημα (της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος), ενώ, εξάλλου, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ως έλλειψη (του προσδιορισμού του χρόνου κατασκευής των κτισμάτων) δεν είναι στοιχείο, που ασκεί ουσιώδη επιρροή, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, ως προς το ζήτημα αυτό.
Επομένως, το δικάσαν Εφετείο δεν υπέπεσε στην, από το άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενη πλημμέλεια και απορριπτέος είναι ο περί του αντιθέτου, τρίτος λόγος αναίρεσης.
Για τη θεμελίωση λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται, όταν η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων.
Επί του προκειμένου, με τον τέταρτο, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης, από το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, εκ του ότι δεν έλαβε αυτά υπόψη κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στις διατάξεις των άρθρ. 2, 3, 5 και 13 του Ν. 3741/1929 και έτσι έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτό το αίτημα της από 10-5-2004 αγωγής του ενάγοντος - νυν αναιρεσιβλήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - νυν αναιρεσείοντες να αφήσουν ελεύθερη την πόρτα εισόδου του κοινοχρήστου διαδρόμου, όπου βρίσκονται οι μετρητές της ΔΕΗ, ενώ, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αυτή πρέπει να κλειδώνει και να ασφαλίζεται με κλειδί, για λόγους προστασίας και ασφάλειας του κτιρίου, αλλά και καλής αισθητικής εμφάνισης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις, δεν αφορούν την ερμηνεία των ως άνω κανόνων ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων, σχετικά με το ως άνω ζήτημα. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (αρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2007 αίτηση των Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6031/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ