115/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated115/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, έγγραφες προτάσεις της η αναιρεσείουσα, μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκε και τα εξής "εργαζόμουν ως οδηγός σχολικών λεωφορείων και καθημερινά απασχολούμην από 6 με 6.30' πρωινή, διότι μετέβαινα σε μακρινές συνοικίες να παραλάβω τους μαθητές, δεδομένου ότι το σχολείο της αντιδίκου είναι μακριά από το κέντρο της Αθήνας (......).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 115 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 115/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αιτούσας την επαναφορά στην προτέρα κατάσταση : Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε", που εδρεύει στις ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Στυλιανός Βλαστός.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Εμμανουήλ Λύτρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.07.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2114/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5124/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 09.10.2007 αίτησή της και τους από 08.09.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 29.10.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου αναιρετηρίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 224 ΚΠολΔ ορίζει, στο εδάφιο α, ότι είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής και στο εδάφιο β, ότι με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 22.7.2005 ένδικη αγωγή της, ισχυρίσθηκε: α) ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες άρχιζαν με την έναρξη εκάστης σχολικής περιόδου και έληγαν με το πέρας αυτής, απασχολήθηκε στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία διατηρεί εκπαιδευτήρια, ως οδηγός σχολικού λεωφορείου, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, και συγκεκριμένα μέχρι τις 15-6-2005, οπότε παρήλθε η χρονική διάρκεια της τελευταίας από τις ως άνω συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και έκτοτε συνταξιοδοτήθηκε, χωρίς όμως η αναιρεσείουσα να της καταβάλει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, β) ότι, ενώ είχε συμφωνηθεί να απασχολείται με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και επί 38 ώρες την εβδομάδα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εργασιακή της σχέση, εργαζόταν καθημερινώς πέραν του νόμιμου και συμφωνημένου ωραρίου και συγκεκριμένα από 6.30 πρωινής έως 6.30 απογευματινής ώρας, δηλαδή επί δωδεκάωρο ημερησίως, ενώ εργαζόταν ως φύλακας και δύο αργίες κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και δύο αργίες κατά τις εορτές του Πάσχα, χωρίς να της καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση και γ) ότι η αναιρεσείουσα δεν της κατέβαλε κατά τα έτη 2001 - 2005 το εκ ποσοστού 17% επί του βασικού μισθού επίδομα, που καταβάλλεται στους οδηγούς σχολικών λεωφορείων, ούτε συνυπολόγισε το ποσό αυτό, όπως και την υπερωριακή της αποζημίωση, στις αποδοχές αδείας, στα επιδόματα αδείας και στα δώρα εορτών.
Ζήτησε, λοιπόν, η αναιρεσίβλητη, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημά της από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, 1) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 4.923,99 ευρώ ως αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης, 2) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 5.801,17 ευρώ για το προαναφερόμενο επίδομα που δεν της κατέβαλε κατά τα έτη 2001-2005, 3) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη της οφείλει το ποσό των 83.972,24 ευρώ, εκ του οποίου να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την υπερωριακή της απασχόληση για το διάστημα από 7-9-2000 έως 15-6-2005, 4) να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 13.378,6 ευρώ, εκ του οποίου να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 1.500 ευρώ, για διαφορές δώρων εορτών των ετών 2000-2005, 5) να αναγνωρισθεί, ότι η αναιρεσείουσα της οφείλει το ποσό των 22.71,32 ευρώ για διαφορά αδειών και επιδομάτων αδειών των ετών 2000-2005, εκ του οποίου να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 6.000 ευρώ, και 6) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το ποσό των 3.991,56 ευρώ για την εργασία της κατά τις αργίες των Χριστουγέννων και του Πάσχα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, έγγραφες προτάσεις της η αναιρεσείουσα, μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκε και τα εξής "εργαζόμουν ως οδηγός σχολικών λεωφορείων και καθημερινά απασχολούμην από 6 με 6.30' πρωινή, διότι μετέβαινα σε μακρινές συνοικίες να παραλάβω τους μαθητές, δεδομένου ότι το σχολείο της αντιδίκου είναι μακριά από το κέντρο της Αθήνας (......).
Και δεν έκανα μόνο ένα δρομολόγιο αλλά δύο και τρία. Κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, ήτοι από 9.30' μέχρι πέρατος του σχολείου, η αντίδικος μας απασχολούσε αναγκαστικά σε διάφορες εργασίες και συγκεκριμένα μετέβαινα με το λεωφορείο σε διάφορες απασχολήσεις, όπως σε Τράπεζες για διεκπεραίωση υποθέσεων της εταιρείας ή σε Εφορίες, Ταχυδρομείο κλπ.
Μετέβαινα σε καταστήματα για διάφορα ψώνια του Σχολείου, ενώ επίσης πολλές φορές απασχολούμην με τη συντήρηση του λεωφορείου, όπως με επιδιορθώσεις καθισμάτων και ζωνών ασφαλείας καθώς και με το καθάρισμα του εσωτερικού του λεωφορείου από τσίχλες και διάφορα γραψίματα με μαρκαδόρο. Καθόμουν, όπως όλοι οι οδηγοί, σε επιφυλακή, σαν ασθενοφόρο, για τυχόν έκτακτα περιστατικά.
Δύο φορές την εβδομάδα μεταφέραμε τα νήπια, από το νηπιαγωγείο, που διατηρούσε η εναγομένη στη ......, για μπάνιο στην πισίνα του κυρίως Σχολείου, δηλαδή στο ...... . Πρέπει να επισημάνω ότι όσοι δεν δέχονταν να εργασθούν ενδιάμεσα μας απειλούσαν με απόλυση είτε άμεσα, είτε δεν τους επαναπροσλάμβανε η επιχείρηση κατά τη νέα σχολική περίοδο".
Τα στοιχεία αυτά συνιστούν συμπλήρωση των αγωγικών ισχυρισμών, χωρίς να μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του κυρίου αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι, παρά το νόμο αφενός μεν έλαβε υπόψη τα ως άνω περιλαμβανόμενα στις προτάσεις στοιχεία, αφετέρου δε παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτους τους συναπτόμενους με τα στοιχεία αυτά ισχυρισμούς, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 1 του Ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις" και 2 επ. του ν.δ. 3765/1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα να αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται.
Η γνήσια ετοιμότητα εξομοιούται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτή, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας και των ΣΣΕ, όπως τα κατώτατα όρια αποδοχών που θεσπίζουν οι ΣΣΕ ή ΔΑ, οι διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας, υπερεργασία, υπερωρίες, οι διατάξεις για την εργασία Κυριακών, αργιών, κ.λ.π.
Γι' αυτό το λόγο στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί οφείλεται ο ειθισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το ζήτημα της φύσεως και των ωρών απασχολήσεως της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα:
Με την από 1.9.1995 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα, η οποία εκμεταλλεύεται ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, προκειμένου να απασχοληθεί ως οδηγός σχολικού λεωφορείου, για το χρονικό διάστημα από 1.9.1995 έως 15.6.1997. Στη συνέχεια, καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων και άλλες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες άρχιζαν με την έναρξη εκάστης σχολικής περιόδου και έληγαν με το πέρας αυτής, δυνάμει των οποίων η αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα, με την ως άνω ιδιότητα, από 8.9.1997 έως 15.6.1998, από 4.9.1998 έως 17.6.1999, από 1.9.1999 έως 15.6.2000, από 7.9.2000 έως 15.6.2001, από 1.9.2001 έως 15.6.2002, από 2.9.2002 έως 15.6.2003, από 1.9.2003 έως 14.6.2004 και από 2.9.2004 έως 15.6.2005.
Σε όλες τις ως άνω συμβάσεις ρητά συμφωνήθηκε ότι αυτές θα διέπονταν από τους όρους της ισχύουσας την αντίστοιχη χρονική περίοδο Κλαδικής ΣΣΕ των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών. Στις ως άνω έγγραφες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονταν μεταξύ των διαδίκων, καθοριζόταν τόσο το ημερήσιο όσο και το εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας της αναιρεσίβλητης, καθώς και η συμφωνηθείσα αμοιβή της.
Έτσι, για το ένδικο χρονικό διάστημα είχε συμφωνηθεί ότι η αναιρεσίβλητη θα εργαζόταν, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως εξής: α) από 7-9-2000 έως 15-6-2001, επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, από Δευτέρα έως Τετάρτη από 7.00 μέχρι 8.30 και από 14.00 μέχρι 17.30', και τις ημέρες Πέμπτη και Παρασκευή από 7.00' μέχρι 17.30', με μηνιαίες αποδοχές 272.000 δρχ, β) από 1-9-2001 μέχρι 15-6-2002, επί 38 ώρες εβδομαδιαίως, από Δευτέρα έως Πέμπτη από 6.30 μέχρι 8.30 και από 13.30 μέχρι 18.00 και την Παρασκευή από 6.30 μέχρι 13.00 και από 13.15 μέχρι 18.00, με μηνιαίες αποδοχές 286.200 δρχ, γ) από 2-9-2002 μέχρι 15-6-2003, επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, από Δευτέρα έως Πέμπτη από 7.00 έως 8.30 και από 13.30 έως 17.30 και την Παρασκευή από 07.30 έως 17.30, με μηνιαίες αποδοχές 870,24 ευρώ, δ) από 1-9-2003 μέχρι 14-6-2004, επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη και, Παρασκευή από 06.45 έως 08.30 και από 14.00 έως 17.45 και την Τετάρτη από 6.45 έως 17.45, με μηνιαίες αποδοχές 945,15 ευρώ, και ε) από 1-9-2004 έως 15-6-2005, επί 40 ώρες εβδομαδιαίως, τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Παρασκευή από 07.00 έως 08.30 και από 13.30 έως 17.30 και την Πέμπτη από 7.00 έως 17.30, με μηνιαίες αποδοχές 1.017,01 ευρώ.
Επομένως, στις συμβάσεις υπήρξε συμφωνία να απασχολείται η αναιρεσίβλητη μία ημέρα με πλήρη απασχόληση και τις υπόλοιπες ημέρες με μειωμένο ωράριο, εκτός από το σχολικό έτος 2000-2001 που συμφωνήθηκε πλήρης απασχόληση αυτής για δύο ημέρες της εβδομάδας. Σύμφωνα με το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. ...... της Επιθεώρησης Εργασίας, οι συμβάσεις του έτους 2000 και 2001 είχαν γνωστοποιηθεί στην ως άνω υπηρεσία ως συμβάσεις μερικής απασχόλησης.
Για τις υπόλοιπες συμβάσεις δεν αποδείχθηκε ότι είχε γίνει η εν λόγω γνωστοποίηση. 'Ομως, ανεξάρτητα από την ως άνω γνωστοποίηση αλλά και τις επί μέρους συμφωνίες των διαδίκων για το ωράριο της αναιρεσίβλητης, αποδείχθηκε ότι αυτή καθ' όλα τα έτη απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα έντεκα ώρες, κατά μέσο όρο, ημερησίως, ήτοι από 6.30' έως 17.30' Συγκεκριμένα, η αναιρεσίβλητη, οδηγώντας το σχολικό αυτοκίνητο της αναιρεσείουσας, πραγματοποιούσε καθημερινά προκαθορισμένα δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της αναιρεσείουσας που βρίσκονται στις ......, κατά τις ώρες 6.30' έως 17.30', ενώ μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών προς τις κατοικίες τους κατά τις ώρες 14.00' έως 17.30', ενόψει του ότι άλλοι μαθητές σχολούσαν στις 14.00' και άλλοι στις 16.00'.
Σημειώνεται, ότι στο ως άνω ημερήσιο ωράριο της αναιρεσίβλητης δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος μετάβασης αυτής από την κατοικία της στο σημείο απ' όπου παραλάμβανε τον πρώτο μαθητή, ούτε και ο χρόνος επιστροφής της από το σημείο όπου άφηνε μετά τη λήξη των μαθημάτων τον τελευταίο μαθητή στην κατοικία της.
Κατά τις ενδιάμεσες ώρες (ήτοι από 8.30' που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών μέχρι τις 13.30' που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών), η αναιρεσίβλητη τις δύο ημέρες της εβδομάδας είχε εφημερία και παρέμενε υποχρεωτικά στο σχολείο, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εργασίες της αναιρεσείουσας.
Τις υπόλοιπες τρεις ημέρες, η ενάγουσα απασχολείτο κατά τις ενδιάμεσες αυτές ώρες, όπως και οι άλλοι οδηγοί της αναιρεσείουσας, με εργασίες παρεμφερείς και παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, ήτοι με την καθαριότητα και τη συντήρηση του λεωφορείου, τον εφοδιασμό του με καύσιμα, παραμένοντας στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας και διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές της δυνάμεις για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή τους από την αναιρεσείουσας, ενώ πολλές φορές κατά τις ίδιες ώρες μετέφερε μαθητές σε ημερήσιες εκδρομές (όπως στο ......, στη ......) καθώς και σε επισκέψεις σε θέατρα, διάφορα ιδρύματα κλπ.
Έτσι, κατά τις ώρες αυτές η αναιρεσίβλητη βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, η οποία εξομοιούται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτή οι διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας. Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη, ενόψει του ως άνω ωραρίου της και του εκάστοτε καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού της, δικαιούται για την πέραν του ωραρίου της παροχή εργασίας (απλή επιπλέον εργασία, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία και παράνομη υπερωριακή εργασία), κατά το από 7.9.2000 έως 15.6.2005 επίδικο χρονικό διάστημα, συνολική αμοιβή από 37.704,60 ευρώ, την οποία και της επιδίκασε.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ απορρέων μοναδικός περί του αντιθέτου λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι η ένδικη αγωγή, όπως συμπληρώθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναφορικώς με το ίδιο ζήτημα της γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία της αναιρεσίβλητης κατά τις ενδιάμεσες ώρες (από 8.30' έως 13.30' ώρας) της ημερήσιας απασχολήσεώς της, είναι επαρκώς ορισμένη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2007 αίτηση και το από 8-9-2008 πρόσθετο αναιρετήριο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ ΑΕΜΕ" περί αναιρέσεως της 5124/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ