Legislator Case Law & Legislation
115/2008 AI generated

115/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 115/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

115/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μόνο δε εάν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση του κρίσιμου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας επίσης ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει τούτο στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε.

Keywords

AI generated
workplace regulations redundancy business policy cessation of operations corporate criminal liability withdrawal of debt enforcement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 115 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 115/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνιάδη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) .....και 2) ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Φωτεινόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.12.1998 και με αριθμό κατάθεσης 693/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28658/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2688/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20.6.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 22.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 261 εδ. β' του ΚΠολΔ "Εφ' όσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.

Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων.

Μόνο δε εάν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση του κρίσιμου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας επίσης ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει τούτο στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των κατ' άρθρ. 568 παρ. 1 του ΚΠολΔ προσκομιζομένων εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 18.12.1998 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος τη σύσταση από τον πρώτο αναιρεσίβλητο αδελφό του στις 12-4-1994 εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης (στο εξής Ε.Π.Ε.), στην οποία εισήλθε στις 16-7-1994 και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος γυιος του πρώτου και την πλήρη υποκατάσταση από την εταιρεία αυτή από το Σεπτέμβριο του 1997, με ανταγωνιστικές ενέργειες αθέμιτες και αντισυμβατικές, της δραστηριότητας της ομόρρυθμης εταιρείας, που είχε συστήσει από τις 29-3-1971 με τον πρώτο αναιρεσίβλητο, με συναφές αντικείμενο, ζήτησε, (ο αναιρεσείων)', κατά ρητή πρόβλεψη του εταιρικού της ομόρρυθμης εταιρείας, να αναγνωρισθεί η ανάλογη προς τη συμμετοχή του στην ομόρρυθμη εταιρεία, συμμετοχή του και στα μερίδια της Ε.Π.Ε.

που περιήλθαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο και η μεταβίβαση τους κατά κυριότητα σ' αυτόν. Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και στο δευτεροβάθμιο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι, εκτός άλλων, ισχυρίσθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις τους, ότι: "ο αναιρεσείων σιωπηρά ενέκρινε και ανέχθηκε εν γνώσει του τη δραστηριοποίηση της Ε.Π.Ε.

στο συναφές αντικείμενο της ομόρρυθμης εταιρείας, με το να αποδεχθεί από τους τέλους του έτους 1996, την οριστική διακοπή της λειτουργίας της ομόρρυθμης εταιρείας τους, τη θέση της σε μόνιμη ουσιαστική αδράνεια και τη μη δραστηριοποίησή της, σε νέα έδρα, μετά την κοινοποίηση τον Αύγουστο του 1996 της αγωγής απόδοσης του μισθίου, όπου εστεγάζετο η έδρα της επιχείρησης της ομόρρυθμης εταιρείας, και της εν συνεχεία εκτέλεσης της υπ' αριθ. 10639/1997 εξωστικής απόφασης την 30-9-1997".

Ως δηλωτικές δε ενέργειες των πιο πάνω προθέσεων του αναιρεσείοντος, τις οποίες στη συνέχεια αναγκάσθηκαν ν' αποδεχθούν και οι αναιρεσίβλητοι συνεταίροι, ως ειλημμένη απόφαση της ομόρρυθμης εταιρείας, οι αναιρεσίβλητοι επικαλέσθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο:

α) τις από 4-12-1996 καταγγελίες υπό προειδοποίηση του προσωπικού της ομόρρυθμης εταιρείας, β) την από 27-3-1997 αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για την παροχή άδειας εκποίησης των εμπορευμάτων της ομόρρυθμης εταιρείας, λόγω της οριστικής διακοπής της λειτουργίας της, που έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 8409/28-3-1997 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, γ) την απογραφή των εμπορευμάτων της ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία έγινε από το γυιό του αναιρεσείοντος και μία υπάλληλο της ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία δεν επρόκειτο να δραστηριοποιηθεί πλέον, και τα εμπορεύματά της επρόκειτο να μεταφερθούν σε αποθήκη εν όψει της λύσης και εκκαθάρισης της, και δ) το γεγονός ότι στις 8-4-1998 ο αναιρεσείων προέβη σε εξώδικη καταγγελία της ομόρρυθμης εταιρείας λόγω επικείμενης συνταξιοδότησής του.

Ο αναιρεσείων, αντικρούοντας τον πιο πάνω ισχυρισμό των αναιρεσίβλητων, με τις έγγραφες προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και με το δικόγραφο της από 5-2-2004 έφεσής του (3ος λόγος) ισχυρίσθηκε, προβάλλοντας σαφή αρνητικό ισχυρισμό ότι: "δεν ενέκρινε σιωπηρά τη δραστηριοποίησή της Ε.Π.Ε.

στο κύριο αντικείμενο της ομόρρυθμης εταιρείας, ούτε την ανέχθηκε, ούτε η ενέργειά του τον Οκτώβριο του 1998 στο να καταγγείλει την ομόρρυθμη εταιρεία, αλλά και οι πιο πάνω προγενέστερες κατά ένα έτος ενέργειες του πρώτου αναιρεσίβλητου, ως διοικούντος την ομόρρυθμη εταιρεία, (άδεια εκποίησης, απόλυση προσωπικού), υποδήλωναν δήθεν πρόθεση και του ιδίου που επιβλήθηκε και στην ομόρρυθμη εταιρεία, στο να διακόψει οριστικά τη λειτουργία της, κάτι που ο ίδιος δεν επιθυμούσε, αφού η μεν άδεια εκποίησης των εμπορευμάτων και η απόλυση του προσωπικού, στις οποίες δεν είχε καμία συμμετοχή ο ίδιος, δεν υποδήλωναν για λογαριασμό του εκ των πραγμάτων, παύση της δραστηριότητας των εργασιών της ομόρρυθμης εταιρείας, με το δεδομένο ότι θα μπορούσε να συνεχίσει την εμπορεία της η ομόρρυθμη εταιρεία στο κατάστημα που μίσθωσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος για την στέγαση της ανταγωνίστριας Ε.Π.Ε., η δε καταγγελία που έγινε από τον ίδιο τον Οκτώβριο του 1998, οφειλόταν αποκλειστικά στις ανταγωνιστικές και αθέμιτες ενέργειες των αναιρεσίβλητων μέσω της Ε.Π.Ε., οι οποίοι επί ένα έτος μετά την έξωση της ομόρρυθμης εταιρείας και μέχρι την καταγγελία της από αυτόν, αδιαφορούσαν για την τύχη της τελευταίας εταιρείας, και οικειοποιούν αθέμιτα το πελατολόγιο της, αυτός δε ήταν για ένα χρόνο χωρίς δουλειά, χωρίς εισοδήματα, και μειοψηφία στην αδρανούσα ομόρρυθμη εταιρεία".

Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2688/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "...........και από τις ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρ. 261 ΚΠολΔ), για τις οποίες παρακάτω γίνεται λόγος (σελ. α' 2ου φύλλου), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:...Ο αναιρεσείων (σελ.

α' 4ου φύλλου) ισχυρίζεται περαιτέρω ότι με την εμπορία του ηλεκτρολογικού υλικού η Ε.Π.Ε. ασχολήθηκε μόνο μετά τον Οκτώβριο του 1997, εκμεταλλευόμενη την έξωση της ομορρύθμου από το μίσθιο χώρο της, το αντικείμενο και πελατολόγιό της οποίας οικειοποιήθηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος ως εκπρόσωπος της Ε.Π.Ε., θέτοντας με τον τρόπο από αυτό σε αδράνεια την ομόρρυθμη εταιρεία.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι αναιρείται από τα ακόλουθα στοιχεία: .................2) (σελ. β', 4ο φύλλου). Η ομόρρυθμη εταιρεία λύθηκε κατόπιν της από 8-4-1998 έγγραφης καταγγελίας του αναιρεσείοντος γιατί όπως ο μάρτυρας των αναιρεσίβλητων κατέθεσε αυτός ήθελε να συνταξιοδοτηθεί.

Στο μεταξύ είχε ήδη προηγηθεί η έξωση της ομόρρυθμης εταιρείας από το μίσθιο χώρο της, σε εκτέλεση της 10639/17.4.1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η τελευταία, εν όψει της επικείμενης έξωσής της, είχε ήδη προβεί σε ενέργειες δηλωτικές της πρόθεσής της όπως διακόψει τη λειτουργία της. Ειδικότερα, όπως και ο αναιρεσείων ομολογεί είχε λάβει, δυνάμει της 8409/1997 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), άδεια για την εκποίηση των εμπορευμάτων της, είχε προβεί σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων της, αλλά και σε απογραφή των εμπορευμάτων της, προκειμένου να τεθεί υπό εκκαθάριση".

Το Εφετείο, παρά την πιο πάνω ειδική και ρητή αμφισβήτηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος του αντίστοιχου ισχυρισμού των αναιρεσίβλητων, αλλά και της συνακόλουθης μη σιωπηρής συναίνεσής του για οριστική αδράνεια της ομόρρυθμης εταιρείας και του περιεχομένου των πιο πάνω ενεργειών της διοίκησης της ομόρρυθμης εταιρείας (εκποίηση εμπορευμάτων, απογραφή και καταγγελία των συμβάσεων προσωπικού), και περί του κατά πόσον αυτές ειδικότερα υποδήλωναν πρόθεση και του ίδιου για να διακόψει οριστικά η ομόρρυθμη εταιρεία τη λειτουργία της, αλλά και κατά πόσο οι ενέργειες αυτές ήταν αποτέλεσμα προηγούμενης ανάλογης δικής του συμπεριφοράς, για να τεθεί υπό εκκαθάριση η ομόρρυθμη εταιρεία, συνήγαγε αντίστοιχη αντίθετη ομολογία του αναιρεσείοντος, περί του ότι οι ενέργειες αυτές, εν γνώσει και με τη συναίνεσή του, υποδήλωναν πρόθεση όλων των μελών της, επομένως και του αναιρεσείοντος, στο να διακόψει οριστικά τη λειτουργία της η ομόρρυθμη εταιρεία από το 1996 και μετά και να τεθεί υπό εκκαθάριση.

Με τις παραδοχές της όμως αυτές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με τις οποίες οδηγήθηκε στην απόρριψη του τρίτου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την πιο πάνω αγωγή του αναιρεσείοντος, υπέπεσε κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

β' του ΚΠολΔ, δηλονότι της παρά το νόμο λήψης υπόψη ομολογίας που δεν προσκομίστηκε, και πρέπει ν' αναιρεθεί.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 2688/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ