115/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated115/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επιπλέον συμφωνήθηκε, ότι για κάθε δικαστική υπόθεση που θα χειριζόταν η αναιρεσείουσα, θα αμειβόταν χωριστά ανάλογα με το αντικείμενο της. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής η αναιρεσείουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην παραπάνω εντολέα της συνεχώς μέχρι τις 28.2.2002, οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση και κατέβαλε στην αναιρεσείουσα τη νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη σε 29.342,04 ευρώ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 115 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 115/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Σ. Γ., δικηγόρου, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "NORDSTERN COLONIA HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αποστολόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαϊου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 329/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 7 Απριλίου 2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης διάβασε την από 21 Οκτωβρίου 2005 έκθεση του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αμελαδιώτη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 παρ. 4 και 94 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η σύμβαση μεταξύ φυσικού ή νομικού προσώπου, αφενός και δικηγόρου, αφετέρου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρέχει στον πρώτο (εντολέα) τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή.
Ο εντολέας έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή απροειδοποίητα και αναιτιολόγητα καταβάλλοντας στο δικηγόρο την από την παρ. 1 του άρθρου 94 του ως άνω Κώδικα προβλεπόμενη αποζημίωση. Η καταγγελία αυτή, παρά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της συμβάσεως, απαγορεύεται αν αντίκειται στο άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Καταχρηστική είναι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν οι τυχόν επικαλούμενοι από τον εργοδότη λόγοι, που φέρονται ότι αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας, είναι αναληθείς ή, πολύ περισσότερο, όταν δεν υπάρχει κάποια αιτία, αφού, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλ' απαιτείται η καταγγελία να έγινε για συγκεκριμένους λόγους -που οφείλει να επικαλεστεί με πληρότητα και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 457/2005, 1096/2005).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 1η Μαρτίου 1996 η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΝΟRDSΤΕRΝ CΟLΟΝΙΑ ΗΕLLΑS Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" (την οποία διαδέχθηκε ως οιονεί καθολικός διάδοχος η αναιρεσίβλητη), νόμιμα εκπροσωπούμενη, συνήψε με την αναιρεσείουσα δικηγόρο Αθηνών έγγραφη σύμβαση αορίστου χρόνου, με την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην πρώτη τις νομικές της υπηρεσίες με πάγια ετήσια αντιμισθία 8.000.000 δραχμών.
Επιπλέον συμφωνήθηκε, ότι για κάθε δικαστική υπόθεση που θα χειριζόταν η αναιρεσείουσα, θα αμειβόταν χωριστά ανάλογα με το αντικείμενο της. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής η αναιρεσείουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην παραπάνω εντολέα της συνεχώς μέχρι τις 28.2.2002, οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση και κατέβαλε στην αναιρεσείουσα τη νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη σε 29.342,04 ευρώ.
Στο έγγραφο της καταγγελίας που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα αναγράφεται, ότι η καταγγελία έγινε " ενόψει της εν γένει αναδιοργάνωσης των τμημάτων και εταιρειών του ομίλου και των εξ αυτών προκυπτόντων οικονομοτεχνικών λόγων". Πράγματι η αναιρεσίβλητη είχε αρχίσει από το έτος 1997 να εμφανίζει ζημιογόνα αποτελέσματα.
Συγκεκριμένα, αυτή, κατά το έτος 1997 παρουσίασε ζημίες ύψους 245.771.542 δραχμών, οι οποίες το έτος 1998 ανήλθαν σε 1.086.154.875 δραχμές και το γεγονός αυτό απειλούσε την επιβίωση της. Για το λόγο αυτό η διοίκηση της παραπάνω Εταιρείας από το έτος 1999 άρχισε να εφαρμόζει πρόγραμμα αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της.
Το πρόγραμμα αυτό περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, και τον περιορισμό των πάσης φύσεως λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης. Για το σκοπό αυτό μείωσε σταδιακά τις θέσεις εργασίας και περιόρισε τον αριθμό των εργαζομένων από 91 άτομα, που απασχολούσε η εταιρεία το έτος 1999, σε 84 άτομα το έτος 2002. Για τον ίδιο σκοπό δημιούργησε ειδικό τμήμα προώθησης με εξώδικο διακανονισμό των απαιτήσεων των ζημιουμένων προς αποφυγήν προσθέτων δικαστικών εξόδων (για αμοιβές δικηγόρων, πραγματογνωμόνων, για τόκους υπερημερίας κλπ).
Στα πλαίσια του παραπάνω προγράμματος και ενόψει του ότι, παρά τα ληφθέντα μέτρα, τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας και κατά το έτος 2001 ήταν αρνητικά (ζημίες ύψους 424.738.203 δραχμών), λόγω και της διεθνούς χρηματιστηριακής κρίσεως, προέβη αυτή στην κατάργηση της εσωτερικής νομικής υπηρεσίας της και για την αιτία αυτή απέλυσε την αναιρεσείουσα δικηγόρο, η οποία ήταν η μόνη με πάγια αντιμισθία δικηγόρος της, στην οποία κατά το έτος 2001 κατέβαλε συνολικώς για ετήσια πάγια αμοιβή της 17.500.000 δραχμές, προκειμένου να περιορίσει περαιτέρω τα έξοδα λειτουργίας της επιχείρησής της.
Η Εταιρεία δεν προσέλαβε άλλο δικηγόρο με πάγια αντιμισθία και για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών της για νομικές υπηρεσίες συνεργαζόταν, όπως και πριν από την απόλυση της αναιρεσείουσας, με τη δικηγόρο Βιργινία Αθανασούλη, καθώς και με άλλους εξωτερικούς δικηγόρους, στους οποίους ανέθετε τις παρουσιαζόμενες εκάστοτε δικαστικές υποθέσεις και κατέβαλε σ'αυτούς αμοιβή κατά συγκεκριμένη υπόθεση.
Δέχτηκε, δηλαδή, ανέλεγκτα το Εφετείο: α) ότι υπήρχαν οικονομικοτεχνικοί λόγοι, οι οποίοι επέβαλαν την κατάργηση της εσωτερικής νομικής υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας και την απόλυση της μοναδικής με πάγια αντιμισθία νομικής συμβούλου της, και β) ότι η απόλυση της τελευταίας δεν έγινε αυθαίρετα, αφού δεν υπήρχε περίπτωση επιλογής μεταξύ πλειόνων νομικών συμβούλων.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε, ότι η ένδικη καταγγελία δεν αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ και ότι συνεπώς δεν είναι άκυρη. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για την κρίση του περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας: α) Ότι οι δείκτες της οικονομικής πορείας και ανάπτυξης της εταιρείας "ΝΟΡDSΤΕΡΝ CΟLΟΝΙΑ ΗΕLLΑS Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", από το 1999 και έκτοτε, ήταν θετικοί και συνεχώς βελτιούμενοι, β) ότι από τους επτά υπαλλήλους της, κατά τους οποίους μειώθηκε το προσωπικό της, τρεις αποχώρησαν οικειοθελώς, μία αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως και δύο απολύθηκαν για υπηρεσιακούς λόγους και γ) ότι η προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα 1999 - 2002 προσέλαβε δεκαοκτώ τουλάχιστον νέους υπαλλήλους.
Οι ανωτέρω, όμως, ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας αντέκρουαν απλώς τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, ότι η καταγγελία δεν έγινε αυθαίρετα και καταχρηστικά αλλά επιβλήθηκε από τις ανάγκες αναδιοργάνωσης της επιχείρησης της, προς μείωση των ζημιών της, και δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ανωτέρω έννοια.
Επομένως o προαναφερόμενος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ - το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 681 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία εκδικάσεως των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας - ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Από τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη στα πλαίσια και της διάταξης του άρθρου 116 ΚΠολΔ, που επιβάλλει στους διαδίκους την τήρηση των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως κατά την επιχείρηση των διαδικαστικών πράξεων, προκύπτει ότι η ένορκη βεβαίωση τρίτου ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δίδεται κατά την ώρα που αναγράφεται στην κλήση με ανοχή εύλογης αναμονής 15' λεπτών από την ορισθείσα ώρα έναρξης, εκτός αν εμφιλοχωρεί άλλη υπηρεσιακή απασχόληση του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, το πέρας της οποίας πρέπει να αναμένει ο κλητευθείς.
Το γεγονός δε αυτό, δηλαδή η καθυστέρηση λήψεως της ένορκης βεβαίωσης λόγω μεσολαβήσεως άλλης υπηρεσιακής απασχόλησης των ανωτέρω αρχών, πρέπει να μνημονεύεται στην ένορκη βεβαίωση. Αν ο διάδικος που επιμελείται για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης και ο μάρτυρας που προτείνει για εξέταση, από λόγους που αφορούν τους ιδίους, προσήλθαν στον ειρηνοδίκη ή στο συμβολαιογράφο με καθυστέρηση πέραν του ανωτέρω χρόνου (15' λεπτά μετά την ορισθείσα ώρα), η ένορκη βεβαίωση που λαμβάνεται ερήμην του κλητευθέντος αντιδίκου του επιμελουμένου για αυτήν διαδίκου, δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠολΔ) και το δικαστήριο που λαμβάνει υπόψη την ένορκη αυτή βεβαίωση υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 20/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις με αριθμούς: α) 501/30.9.2002, β) 502/20.9.2002, γ) 504/30.9.2002, δ) 660/17.3.2003, ε) 661/17.3.2003 και στ) 662/17.3.2003 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων:
α) Χ. Μ., ) Ξ. Σ., ) Δ. Κ., ) Κ. Έ. Β., ) Δ. Γ. και ) Μ. Π., αντίστοιχα, οι οποίες δόθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αρετής Β. Μωραϊτου με την επιμέλεια της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης οι τρείς πρώτες και με την επιμέλεια της ίδιας της αναιρεσίβλητης οι τρείς τελευταίες, ερήμην της αναιρεσείουσας. Από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα: 1) των γνωστοποιήσεων εξέτασης μαρτύρων και κλήσεων για παράσταση κατ' αυτήν α) από 25.9.2002 της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης και β) από 13.3.2003 της ίδιας της αναιρεσίβλητης και 2) των ανωτέρω έξι ενόρκων βεβαιώσεων, προκύπτουν τα εξής:
Η αρχικώς εναγομένη δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης "NORDSTERN COLONIA HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" επέδωσε στις 26.9.2002 στην αναιρεσείουσα την προαναφερθείσα από 25.9.2002 γνωστοποίηση - κλήση, με την οποία γνωστοποίησε στην τελευταία, ότι στις 30 Σεπτεμβρίου 2002 και τις ώρες 15η και 17η θα εξετάσει μάρτυρες ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αρετής Β.Μωραϊτου επί των θεμάτων της από 22.5.2002 αγωγής της αναιρεσείουσας, και ότι η εξέταση των μαρτύρων θα γίνει στο γραφείο της, που βρίσκεται στην Αθήνα επί της συμβολής των οδών Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Μακρή αριθμός 1, όπου κατόπιν κλήσεως θα προσέλθει προς τούτο η ως άνω Συμβολαιογράφος, κάλεσε δε την αναιρεσείουσα όπως παραστεί κατά την εξέταση των μαρτύρων στους παραπάνω τόπο και χρόνο.
Κατά την ημέρα αυτή δόθηκαν οι τρείς πρώτες από τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις ως εξής: α) Οι 501 και 502 των Χ. Μ. και Ξ. Σ. στις 15 και 25' και 15 και 50', αντίστοιχα, και όχι τη 15η ώρα που είχε ορισθεί με την παραπάνω κλήση και β) η 504 του Δ. Κ. τη 17 και 15' ώρα και όχι τη 17η, όπως είχε ορισθεί με την κλήση. Βεβαιώνεται όμως στις ένορκες αυτές βεβαιώσεις ότι καθυστέρησε η λήψη αυτών γιατί προηγήθηκαν α) στην 501 η ένορκη βεβαίωση της Ε.
Λ., β) στην 502 η ένορκη βεβαίωση του Χ. Μ. και γ) στην 504 η ένορκη βεβαίωση του Χ. Κ. και αμέσως μετά την περαίωση κάθε μιας των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων επακολούθησε η λήψη κάθε μιας από τις 501, 502 και 504 ένορκες βεβαιώσεις. Δηλαδή βεβαιώνεται από τη συντάξασα αρμόδια Συμβολαιογράφο, ότι η καθυστέρηση λήψεως των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων οφείλεται στο γεγονός ότι από την ορισθείσα ώρα και μέχρι τη λήψη των καταθέσεων των ανωτέρω μαρτύρων προηγείτο άλλη υπηρεσιακή απασχόληση της Συμβολαιογράφου (εξέταση άλλων μαρτύρων).
Επίσης η αναιρεσίβλητη στις 14.3.2003 επέδωσε στην αναιρεσείουσα την παραπάνω από 13.3.2003 γνωστοποίηση - κλήση, με την οποία της γνωστοποίησε, ότι την 17η Μαρτίου 2003 και από ώρα 19η και μετέπειτα διαρκώς, θα εξετάσει μάρτυρες ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αρετής Β.Μωραϊτου προς υποστήριξη της έφεσης της και αντίκρουσης της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ'αριθμ. 329/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 22.5.2002 αγωγής της αναιρεσείουσας.
Και ότι η εξέταση των μαρτύρων θα γίνει στο γραφείο του πληρεξουσίου της δικηγόρου Κωνσταντίνου Χαρώνη, που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού Δημοκρίτου αριθμός 5, όπου θα προσέλθει προς τούτο η παραπάνω Συμβολαιογράφος. Σημειώνεται, ότι η περικοπή "μετέπειτα διαρκώς", που περιέχεται στην ανωτέρω από 13-3-2003 γνωστοποίηση, έχει, προδήλως, την έννοια, ότι η εξέταση θα πραγματοποιηθεί μέχρι την περάτωση της εξετάσεως των μαρτύρων.
Κατά την ορισθείσα ημέρα δόθηκαν οι τρεις τελευταίες από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις ως εξής: α) Η 660 του K. E. B. τη 19η ώρα, δηλαδή την ορισθείσα με την παραπάνω κλήση ως ώρα έναρξης της εξέτασης, β) Η 661 του Δ. Γ. τη 19η και 30' και όχι τη 19η, όπως είχε ορισθεί με την κλήση και γ) Η 662 της Μ. Π. την 20η και 20' ώρα και όχι τη 19η, όπως είχε ορισθεί.
Βεβαιώνεται όμως στις παραπάνω υπό στοιχεία β' και γ' ένορκες βεβαιώσεις, ότι καθυστέρησε η λήψη τους γιατί προηγήθηκαν στην 661 η σύνταξη της 660 ένορκης βεβαίωσης του K. E. B. και στην 662 η σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης του Δ. Γ.. Δηλαδή βεβαιώνεται από τη συντάξασα αρμόδια συμβολαιογράφο ότι η πρώτη ένορκη βεβαίωση (660) συντάχθηκε κατά την ορισθείσα ώρα και ότι η καθυστέρηση λήψεως των δύο επομένων (661 και 662) οφείλεται στο γεγονός, ότι από την ορισθείσα ώρα και μέχρι τη λήψη των καταθέσεων προηγήθηκε άλλη υπηρεσιακή απασχόληση της συμβολαιογράφου (εξέταση μαρτύρων).
Επομένως, νομίμως δόθηκαν οι παραπάνω έξι ένορκες βεβαιώσεις, ερήμην της αναιρεσείουσας και το Εφετείο, που τις έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που φέρεται να στηρίζεται στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η συγκεκριμένη πλημμέλεια.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 7-4-2004 αίτηση της Σ. Γ. περί αναιρέσεως της 1/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ