Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to defendant's absence and lack of valid appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a lower court judgment regarding defamation. The defendant failed to appear at the hearing, and the appellant submitted insufficient grounds for the appeal, failing to demonstrate errors in the application of law or facts. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the costs to be paid to the public treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines cases ex officio when a party is absent, and dismisses appeals that lack sufficient grounds or fail to substantiate claims regarding the application of law and facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1159 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1159/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. (Π.) Η. του Κ. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Μαργαρίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Γ. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 210/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-7-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 2169Γ'/12-12-2022 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου Α. Κ. , την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (26-2-2024), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 11/7/2019 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση από 11-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία διαφορών των άρθρων 666 παρ.1, 667, 670, 671 παρ.1 -3, 672 -676 κατ' άρθρο 681 Δ' Κ.Πολ.Δ., υπ' αριθ.210/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων απέρριψε την έφεση του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος και δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος- εναγομένου κατά της υπ' αριθ. 152/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της τιμής και της υπόληψής του.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, ενώ, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται.
Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ. ν.δ 52/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα - κυρ.
ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Εξάλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ.1 του ν.1178 της 14/16-7-1981 (ΦΕΚ 187), περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στο συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως παύουν να ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, αλλά η ευθύνη τους θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ (Α.Π.1422/2021, Α.Π.456/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και την μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού).
Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντας, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.Α.Π.812/1980, Α.Π.445/2023, Α.Π.712/2016, Α.Π. 1599/2000).
Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:
α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο.
Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή, μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.
Ο παράνομος χαρακτήρας της κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 914 και 920 ΑΚ αδικοπραξίας κατά της προσωπικότητας, που τελείται με την προσβολή της τιμής και υπόληψης άλλου με εξύβριση ή δυσφήμηση, αίρεται κατά το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Με την ανωτέρω διάταξη εισάγονται εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς, συναπτόμενης προς επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, επιτρεπομένης της κριτικής, αφού έτσι προάγεται η επιστήμη, η δε ανταλλαγή γνωμών άγει στην έρευνα και στη διαπίστωση της πιο ωφέλιμης προοδευτικής αρχής, χάριν της προστασίας του ανθρώπου.
Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η εκδήλωση αυτή αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση ή όταν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση διαφύλαξης δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367§1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμισής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (Α.Π.1813/2022, Α.Π.450/2019, Α.Π.712/2016, Α.Π.265/2015.) Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει τη τιμή άλλου (Α.Π.445/2023, Α.Π.712/2016, Α.Π.967/2014).
Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ (Α.Π.445/2023, Α.Π.1017/2020, Α.Π.712/2016, Α.Π. 265/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά τη διάταξη αυτή, αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Α.Π.1215/2021, Α.Π.233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.Α.Π.10/2005).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (Α.Π.1215/2021, Α.Π.1011/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/ 2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) διετέλεσε Δήμαρχος ... , μεταξύ άλλων, και κατά το χρονικό διάστημα ... , εκλεγείς κατά τις δημοτικές εκλογές ... ως επικεφαλής του συνδυασμού με την ονομασία "... ".
Ο δε εναγόμενος (αναιρεσείων) είναι δημοσιογράφος της εκδιδομένης στο ... 15ημέρου εφημερίδας "... ". Στην εν λόγω εφημερίδα έλαβαν χώρα οι κατωτέρω δημοσιεύσεις: 1) Στην πρώτη σελίδα του εκδοθέντος στις 11 Οκτωβρίου 2006 έκτακτου φύλλου της ανωτέρω εφημερίδας, τεσσάρων σελίδων, δημοσιεύθηκε άρθρο του εναγομένου με τον υπέρτιτλο: "Δεν είχε εξοφλήσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τον ... ", τίτλο με υπερμεγέθη κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ερυθρού χρώματος: ""ΕΚΠΤΩΤΟΣ" Ο …" και υπότιτλο "Ο δήμαρχος της Η-ΘΙ-ΚΗΣ έκρυβε από τους συμπολίτες του την αλήθεια, βρίζοντας και διασύροντας τους αντιπάλους του για το αμάρτημα που είχε κάνει και ο ίδιος.
Αναμένουμε την Περιφέρεια Πελοποννήσου να αντιδράσει άμεσα και να προχωρήσει στην έκπτωση του. Ζητείται και η επέμβαση του εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, γιατί σε πέντε ημέρες είναι οι εκλογές". Στο άρθρο αυτό ανεγράφοντο μεταξύ άλλων τα εξής: "Έχασα στην κυριολεξία τη μιλιά μου, όταν διαπίστωσα ότι ο δήμαρχος έχει υποπέσει στις ίδιες παραβάσεις, για τις οποίες κατηγορούσε τους πολιτικούς του αντιπάλους Γ.
Γ. και Μ. Δ. και τους οδήγησε στην έκπτωση, εκ των οποίων ο δεύτερος ως γνωστόν δικαιώθηκε από το Συμβούλιο Επικρατείας. Σύμφωνα λοιπόν με το υπ' αριθ. ... /5-10-2006 έγγραφο που υπογράφει ο Δ/ντής των Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου ... κ. Θ., διαπιστώνεται οφειλή του Δημάρχου προς τον Δήμο που περιγράφεται ως εξής:
Β) 1 & 9/01 ΠΡΑΞΗ ΑΝΑΛΟΓΙΣΜΟΥ, ΑΡΙΘΜΟΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ 42/8-10-2004, ΠΟΣΟ ΟΦΕΙΛΗΣ 5.812,29 €, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ 2ος/2005 ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ 31/3/2005", παρέπεμπε δε την συνέχεια του άρθρου στην σελίδα 4, όπου επαναλαμβάνετο ο ίδιος τίτλος "ΕΚΠΤΩΤΟΣ Ο …", με τα ίδια προαναφερόμενα στοιχεία και ως υπέρτιτλος: "Στα χέρια της Περιφερειάρχου Πελοποννήσου το έγγραφο φωτιά του δήμου ... ", στο περιεχόμενο του οποίου ανεφέροντο μεταξύ των άλλων ότι: "Από αυτό το έγγραφο δεν προκύπτουν ούτε ένα ούτε δύο, αλλά τέσσερα ερωτήματα, για τα οποία το πρότυπο Η-ΘΙ-ΚΗΣ του δήμου ... , ο "έκπτωτος" οσονούπω Π.
Π. , καλείται να δώσει τις δέουσες εξηγήσεις και απαντήσεις στους συμπολίτες του, εκτός πλέον αν για άλλη μια φορά γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων του ακόμη κι αυτά τα έγγραφα φωτιά σε βάρος του, από το δήμο που διοικεί. Και μην προκάμετε να μας πείτε ότι είστε καθαρός, δεν το ξέρατε και δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα! Για τις ίδιες ακριβώς αιτίες υποβάλατε σε ανελέητο εξευτελισμό δύο πολιτικούς σας αντιπάλους.
Όπως προβλέπεται στο Δημοτικό και Κοινοτικό Κώδικα που ήταν σε ισχύ την επίμαχη περίοδο, καθώς επίσης και ο νέος νόμος της 18ης/05/2006 της Ολομέλειας της Βουλής των Ελλήνων, το νόμο δηλαδή βάσει οποίου λειτουργούν δήμοι και κοινότητες στη χώρα μας, στο άρθρο 48 Προεδρικό Διάταγμα 410/1995, Ασυμβίβαστο Εξαιτίας Οφειλών αναφέρεται: 1) Δεν μπορούν να είναι δήμαρχοι ή δημοτικοί σύμβουλοι όποιοι είναι οφειλέτες του δήμου, από οποιαδήποτε αιτία, για ποσό ανώτερο από διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές. 2) Αν ένας οφειλέτης του δήμου ή της κοινότητας εκλεγεί δήμαρχος, πρόεδρος κοινότητας, δημοτικός ή κοινοτικός σύμβουλος, οφείλει να εξοφλήσει την οφειλή του έως την ημέρα της εγκαταστάσεως των δημοτικών και κοινοτικών αρχών.
Αν τα προαναφερόμενα πρόσωπα γίνουν οφειλέτες του δήμου ή της κοινότητας μετά την εκλογή τους, οφείλουν να εξοφλήσουν την οφειλή τους μέσα σε προθεσμία δύο μηνών αφότου εκκαθαρίστηκε η οφειλή αυτή. Αν η εξόφληση δεν γίνει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής, εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμά τους.
Όπως αντιλαμβάνεται ο κάθε καλόπιστος αναγνώστης και συνδημότης του δημάρχου της Η-ΘΙ-ΚΗΣ, την οφειλή του την έχει αναγνωρίσει, δεδομένου ότι την έχει εξοφλήσει. Υπενθυμίζουμε ότι η βεβαίωση της οφειλής έγινε στις 08-10-2004 και η εξόφληση της το Φεβρουάριο του 2005. α) Σύμφωνα λοιπόν με το νόμο που διαβάσατε παραπάνω, η εξόφληση της οφειλής έγινε με καθυστέρηση δύο μηνών, έναντι της προθεσμίας που ρητά προβλέπει ο νόμος.
Είναι αλήθεια ή όχι, Κύριε Π.; Την αλήθεια ολόκληρη, κοιτάξτε κατάματα τους συμπολίτες σας και πείτε τη σ' αυτούς, όχι σε μας! β) Σύμφωνα με το νόμο που ήτανε σε ισχύ την περίοδο εκείνη, η καταληκτική ημερομηνία είναι εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της βεβαίωσης. Στο έγγραφο που κρατάμε στα χέρια μας, καταληκτική ημερομηνία εμφανίζεται η 31/3/2005.
Εδώ το ερώτημα είναι διπλό, ι) Την ημερομηνία σ' αυτό τον κατάλογο την έβαλε αυθαίρετα ο διευθυντής της υπηρεσίας, και ως εκ τούτου πρέπει να ελεγχθεί διοικητικά και ποινικά για παράβαση του νόμου; ιι) Η ημερομηνία μπήκε κατόπιν υποδείξεως του Π. Π. ; οπότε οι παρανομούντες είναι δύο όπως επιμένει δημοτικός σύμβουλος της αντιπολίτευσης.
Τόσο ο διευθυντής Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών του δήμου ... είναι πιθανόν να παρανόμησε κατόπιν εντολής του φυσικού του προϊσταμένου, του δημάρχου δηλαδή, όσο και ο ίδιος ο δήμαρχος αφενός για ηθική αυτουργία και αφετέρου για παράβαση του νόμου ως θεματοφύλακας των θεσμών. Είναι αλήθεια ή όχι, κύριε Π.;
Την αλήθεια ολόκληρη, κοιτάξτε κατάματα τους συμπολίτες σας και πείτε τη σ' αυτούς, όχι σε μάς!... Ο πιο καλόπιστος λοιπόν πολίτης αντιλαμβάνεται τις παρανομίες που έχουν διαπραχθεί. Από την πλευρά μας θέλουμε να επισημάνουμε ότι ο πολιτικός που διαθέτει λεβεντιά, πολιτικό ανάστημα, κρυστάλλινη ηθική, θεμιτό είναι ηθελημένα ή άθελά του να βγει και να ζητήσει δημόσια συγνώμη από το εκλογικό σώμα.
Από κει και πέρα ο λαός αποφασίζει με την ψήφο του αν κάνει αποδεκτή τη συγνώμη του ή την πραγματική μεταμέλεια του. Ο έντιμος πολιτικός που περιγράφουμε παραπάνω δεν επιτίθεται στους αντιπάλους του με λάσπη ούτε τους διασύρει προκειμένου να αποφύγει ο ίδιος τις συνέπειες των πράξεών του. Η εξέλιξη αυτή είναι πλέον υπόθεση της Περιφέρειας Πελοποννήσου και του γενικού γραμματέα της προσωπικά, γιατί επιβάλλεται να αντιδράσει άμεσα, δεδομένου ότι την Κυριακή είναι οι εκλογές.
Παράλληλα πιστεύουμε ότι την εξέλιξη της υπόθεσης πρέπει να παρακολουθήσει στενά και ο εισαγγελέας Εφετών Ναυπλίου, επειδή, όπως προαναφέραμε, σε πέντε ημέρες είναι οι εκλογές". 2) α) Περαιτέρω στο φύλλο της ίδιας εφημερίδας της 15ης Οκτωβρίου 2006 το οποίο κυκλοφόρησε στις 14 Οκτωβρίου 2006, ήτοι την προηγουμένη των εκλογών ημέρα, περιείχετο και ιδιαίτερο μονόφυλλο με ένδειξη: "ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ", σε ολόκληρη τη δεύτερη σελίδα του οποίου δημοσιεύθηκε άρθρο του εναγομένου δημοσιογράφου με τίτλο: "Ο Π.
αναγνωρίζει την "έκπτωσή του" και την αυτοδίκαιη παραίτησή του από το αξίωμα (όπως ορίζει ο νόμος). Τη μισή αλήθεια είπε για άλλη μία φορά στους συνυποψήφιους του δημοτικούς συμβούλους. "Ομολογεί ότι εξόφλησε σε 4 και όχι σε 2 μήνες όπως προέβλεπε ο νόμος". "Ποιος δουλεύει ποιον σ' αυτό τον τόπο ρωτάνε οι απλοί πολίτες"", και το εξής, μεταξύ των άλλων, περιεχόμενο: "Τρίζουν τα πεζοδρόμια στο ... .
Αυτή ήταν η στερεότυπη διατύπωση που άκουγα από ... που με έπαιρναν την Τετάρτη το απόγευμα τηλέφωνο για να μάθουν περισσότερες πληροφορίες για το δημοσίευμα με τίτλο "ΕΚΠΤΩΤΟΣ" Ο Π. . "Ενώ δεν είχε εξοφλήσει έγκαιρα τις οικονομικές του υποχρεώσεις στο Δήμο ... , ο δήμαρχος της Η-ΘΙ-ΚΗΣ έκρυβε από τους συμπολίτες του την αλήθεια, βρίζοντας και διασύροντας τους αντιπάλους του για το αμάρτημα που είχε κάνει ο ίδιος", ήταν το κεντρικό Θέμα στην έκτακτη έκδοση της Τετάρτης από το "… ... ".
Πρόκειται πραγματικά για ένα πολύ σοβαρό, σοβαρότατο θέμα, μείζονος σημασίας ενόψει των εκλογών της Κυριακής που παράλληλα δημιουργεί τεράστιο ηθικό θέμα τόσο για τον ίδιο τον υποψήφιο δήμαρχο, το πρότυπο και παράδειγμα Η-ΘΙ-ΚΗΣ όσο και για τους ψηφοφόρους, που καλούνται να επιλέξουν με την ψήφο τους τον εκλεκτό για την προσεχή τετραετία.
Λόγω της σοβαρότητας του θέματος "Το ... ... " επιδεικνύοντας την απαιτούμενη ευαισθησία τηρώντας τη δημοσιογραφική δεοντολογία, αλλά και την υποχρέωση του να ενημερώνει ορθά, αντικειμενικά, έγκαιρα και άμεσα τους αναγνώστες του, στην κυριολεξία πήρε πίσω την έκδοση του παρόντος φύλλου για να δημοσιοποιήσει την απάντηση του δημάρχου Π.
Π. , την οποία απέστειλε με φαξ στα γραφεία της εφημερίδας. Μία απάντηση που δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να επιβεβαιώνει μέχρι κεραίας το ρεπορτάζ της Τετάρτης - γιατί γράψαμε ότι εξόφλησε αλλά εκπρόθεσμα - και να θέτει νομικά πλέον ζητήματα για την παραμονή ή όχι του σημερινού δημάρχου στη θέση του, αλλά και για τους χειρισμούς της Διεύθυνσης Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών του δήμου ... .
Με το φαξ του ο Π. Π. μας πληροφορεί ότι την πρώτη δόση εκ των τριών της οφειλής του την πλήρωσε, την τακτοποίησε την 1η Φεβρουαρίου 2006. Δεν λέει όμως ο κ. Π. ότι την πλήρωσε εκπρόθεσμα, μεσολάβησαν κάποιες ημέρες περισσότερες από τρισήμισυ μήνες, σύμφωνα με τον Δημοτικό και Κοινοτικό Κώδικα, άρθρο 48, Π.Δ. 410/95, που ήταν εν ισχύ κατά την τέλεση της παράβασης, καθώς και του νέου νόμου της 18ης/5/2006, αν έχει αναδρομική ισχύ.
Ο νόμος - παλιός ή νέος - προβλέπει ότι πολίτες αν γίνουν οφειλέτες του δήμου ή της κοινότητας μετά την εκλογή τους, οφείλουν να τακτοποιήσουν την οφειλή τους μέσα σε προθεσμία δύο μηνών αφότου εκκαθαρίστηκε η οφειλή αυτή. Αν η εξόφληση δεν γίνει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμά τους.
Με την αποστολή του φαξ ο Π. Π. φαίνεται ότι έχει ξεχάσει - προφανώς λόγω προεκλογικής περιόδου - αφενός την ιδιότητα του δημάρχου, αφετέρου κάνοντας χρήση αυτού του ίδιου ακριβώς νόμου, οδήγησε στην έκπτωση από το αξίωμά του τον Γ. Γ. και το Μ. Δ. , που δικαιώθηκε από το ΣτΕ, τον οποίο συνέχισε να διασύρει από το προεκλογικό "μπαλκόνι" μη σεβόμενος την απόφαση ενός εκ των κορυφαίων οργάνων της Δικαιοσύνης.
Γιατί διάφορα κείμενα, που είδαν το φως της δημοσιότητας, κατά του Μ. Δ. ήταν ανώνυμα και άρα εξέφραζαν τη συγκεκριμένη εφημερίδα. Δεν μπορεί λοιπόν το περιβάλλον του Π. Π. να προφασίζεται άγνοια του νόμου και να μιλάει για εμπρόθεσμη εξόφληση όπως προβλέπει ο νόμος για τον απλό πολίτη. Η πρόφαση αυτή άλλωστε φαίνεται να αποτελεί και τη γραμμή υπεράσπισης Π.
απέναντι στους συνυποψήφιους του συνδυασμού του, αλλά και στους εν δυνάμει ψηφοφόρους του. Την Τετάρτη το βράδυ, μετά το σάλο που δημιούργησε στο ... το δημοσίευμα της εφημερίδας, ο Π. Π. συγκάλεσε στο Πνευματικό Κέντρο ... έκτακτη σύσκεψη των υποψηφίων και φίλων προσκείμενων στο συνδυασμό του, για να τους ενημερώσει σχετικά με την αναπάντεχη εξέλιξη.
Αποφεύγουμε χαρακτηρισμούς που μας μεταφέρθηκαν. Ο υποψήφιος δήμαρχος στήριξε την ακεραιότητά του προφανώς στις "σκευωρίες" που χρησιμοποίησε καλυπτόμενος πίσω από την έκπτωση των άλλων. Αφού ήταν αδιανόητο να πιστέψει κανείς ότι ένας ΔΗΜΑΡΧΟΣ χρωστάει τη στιγμή που καταγγέλλει άλλους. Σύμφωνα με πληροφορίες από κύκλους του συνδυασμού του λέγεται ότι σκέπτεται σοβαρά την παραίτησή του.
Το ερώτημα που τίθεται από τον απλό λαό, φιλολογικά αλλά και ουσιαστικά, εν προκειμένω είναι: Ποιος δουλεύει ποιον σ' αυτό τον τόπο; Είστε έκπτωτος κύριε Π. προσπαθήστε να κρύψετε τα στοιχεία Ο ΝΟΜΟΣ είναι ξεκάθαρος. Άλλο να είσαι Δήμαρχος και δημοτικός Σύμβουλος και άλλο απλός Δημότης. Ο,ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΛΑΒΕΙΣ ΚΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΜΗΝ ΠΟΝΕΣΕΙ.
ΟΛΑ ΕΔΩ ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ΚΥΡΙΕ Π. . Ο Δημοτικός και Κοινοτικός κώδικας είναι ξεκάθαρος. Είστε έκπτωτος κύριε Π. . Άρθρο 48 Π.Δ. 410/1995. Ασυμβίβαστο εξ αιτίας οφειλών. 3. Δεν μπορούν να είναι δήμαρχοι ή δημοτικοί σύμβουλοι όποιοι είναι οφειλέτες του δήμου, από οποιαδήποτε αιτία, για ποσό ανώτερο από διακόσιες χιλιάδες δραχμές.
Δεν μπορούν να είναι πρόεδροι κοινοτήτων ή κοινοτικοί σύμβουλοι πρόσωπα που είναι οφειλέτες της κοινότητας για ποσό ανώτερο από πενήντα (50.000) χιλιάδες δραχμές. 4. Αν ένας οφειλέτης του Δήμου ή της Κοινότητας εκλεγεί Δήμαρχος, Πρόεδρος Κοινότητας, δημοτικός ή κοινοτικός σύμβουλος οφείλει να εξοφλήσει την οφειλή του έως την ημέρα της εγκαταστάσεως των δημοτικών και κοινοτικών αρχών.
Αν τα προαναφερόμενα πρόσωπα γίνουν οφειλέτες του δήμου ή της Κοινότητας μετά την εκλογή τους, οφείλουν να εξοφλήσουν την οφειλή τους μέσα σε προθεσμία δύο μηνών αφότου εκκαθαρίστηκε η οφειλή αυτή. Αν η εξόφληση δεν γίνει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής, εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμά τους", β) Στην 7η σελίδα του ιδίου φύλλου της εφημερίδας, της 15ης Οκτωβρίου 2006 που κυκλοφόρησε στις 14 Οκτωβρίου 2006, δημοσιεύθηκε άρθρο του εναγομένου με τίτλο: "'Οχι στον "έκπτωτο" δήμαρχο της απραξίας και της σπατάλης", στο οποίο, μεταξύ άλλων, ανεφέροντο και τα εξής: "Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσα να φανταστώ όταν αποφάσισα να αρθρογραφώ για να αλλάξει η κατάσταση στο ... , ότι τα πράγματα θα εξελίσσονταν κατ' αυτό τον τρόπο, δηλαδή να μου εγχειρίσουν, δέκα ημέρες πριν από την ετυμηγορία των πολιτών, τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία όπως δημοσίευσε "Το ... ... " προκύπτει ότι ο δήμαρχος είναι αυτός που δεν ακολουθεί πιστά και δεν εφαρμόζει το γράμμα του νόμου...
Αυτή είναι η πραγματικότητα και πιστεύω ότι ψήφος στο συνδυασμό Π. ισοδυναμεί με ψήφο στην καταδίκη της πόλης... Δεν έχει προβεί σε καμία διάψευση για το χορό των εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών που έχουν σπαταληθεί σε δύο συγκεκριμένα έργα, ενώ το τρίτο έχει προγραμματισθεί και τώρα αναμένεται η αντίδραση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γιώργου Σανιδά".
γ) Τέλος, στην 6η σελίδα του ιδίου φύλλου δημοσιεύθηκε άρθρο του εναγομένου με τίτλο: " "Μαύρα σύννεφα" πάνω από τις κάλπες του ... ", και το εξής περιεχόμενο: "Οι δημότες του διευρυμένου δήμου ... καλούνται σε λίγες ώρες να προσέλθουν στις κάλπες, μ' έναν εκ των βασικών υποψηφίων για την εκλογή σε πρώτου δημότη της πόλης, το σημερινό δήμαρχο Παύλο Π. , να έχει "παραπεμφθεί" στην Περιφέρεια Πελοποννήσου με το ερώτημα της έκπτωσης...
Ο Π. Π. πάει στην κάλπη με το ερώτημα της έκπτωσής του από το δημαρχιακό αξίωμα. Αυτή η εξέλιξη είναι μόλις κάποιων ημερών. Μπορεί να μην είναι σε γνώση παρά πολλών ψηφοφόρων". Πυρήνα των ανωτέρω δημοσιευμάτων αποτελεί το ζήτημα του χρόνου εξόφλησης από τον ενάγοντα, τότε Δήμαρχο, προς το Δήμο ... -... οφειλής του για καταβολή αποζημίωσης λόγω προσκύρωσης, βάσει των υπ' αριθ. 1 και 9/2001 πράξεων αναλογισμού αποζημιώσεων της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου ... -... .
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 2 του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (πδ 410/1995) κατά το χρόνο βεβαίωσης της οφειλής οριζόταν ότι δήμαρχος, πρόεδρος κοινότητας, δημοτικός ή κοινοτικός σύμβουλος, που καθίσταται οφειλέτης του δήμου ή της κοινότητας μετά την εκλογή του, οφείλει να εξοφλήσει την οφειλή του μέσα σε προθεσμία δύο μηνών αφότου εκκαθαρίστηκε η οφειλή αυτή και ότι αν η εξόφληση δεν γίνει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής εκπίπτει αυτοδικαίως από το αξίωμά του.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων καλούνταν να πληρώσει την προαναφερόμενη οφειλή με την με αριθμό 4 από 12-10-2004 ατομική ειδοποίηση, ορίζονταν ωστόσο ως χρόνος αποπληρωμής της οφειλής του η 31-3-2005, αυτός δε εντέλει προέβη στην εξόφληση της οφειλής του στις 1-2-2005. Είναι επομένως αληθές το αναφερόμενο στα δημοσιεύματα γεγονός ότι υπήρξε υπέρβαση της τιθέμενης από το νόμο δίμηνης προθεσμίας, που κατά τα προαναφερόμενα έληγε 12-12-2004.
Ακόμη, με τα ανωτέρω δημοσιεύματα στηλιτεύεται ως παράνομη η χορήγηση προθεσμίας πέραν του διμήνου προς εξόφληση της οφειλής αυτής. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στην προκείμενη περίπτωση η ρύθμιση της οφειλής αυτής έλαβε χώρα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 1 ν.1828/1989 και 97 και 98 από 24/9/1958 β.δ., σύμφωνα με τις οποίες ο δήμος υποχρεούται να βεβαιώνει και εισπράττει από τους υπόχρεους σε καταβολή αποζημίωσης, λόγω προσκύρωσης ή ρυμοτόμησης εκτάσεων, σε εφαρμογή σχεδίου πόλεως, το ποσό που κατέβαλε για λογαριασμό τους στους δικαιούχους της αποζημίωσης σε ισόποσες ετήσιες δόσεις, η καταβολή των οποίων δεν μπορεί να ορίζεται πέραν του τέλους του οικονομικού έτους και σε κάθε περίπτωση του πρώτου εξαμήνου του επόμενου της βεβαίωσης του χρέους έτους.
Πλην όμως, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη η καταβολή σε ισόποσες δόσεις, που μπορεί να είναι από πέντε (5) μέχρι δέκα (10), ορίζεται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και ο ενάγων, αν και με το δικόγραφο της έφεσής του αναφέρει ότι η καταβολή της δόσης είχε ρυθμιστεί με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου (χωρίς να μνημονεύει ειδικότερα αριθμό), ουδόλως επικαλείται με τις προτάσεις του και προσκομίζει τέτοια απόφαση ή άλλη σχετική απόφαση κάποιου δημοτικού οργάνου.
Πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι στο ως άνω από 15-10-2006 φύλλο της εφημερίδας γίνεται αναφορά ότι ο ενάγων απέστειλε σε απάντηση του από 11-10-2006 δημοσιεύματος προς την εφημερίδα φαξ, με το οποίο ενημερώνει ότι πλήρωσε την 1η δόση της οφειλής του την 1η Φεβρουαρίου 2006, στο εν λόγω δημοσίευμα όμως δεν γίνεται αναφορά ότι στην ανωτέρω απάντησή του ο ενάγων επικαλέστηκε έστω την εφαρμογή των διατάξεων περί του τρόπου καταβολής της αποζημίωσης σε περίπτωση προσκύρωσης ή ρυμοτόμησης εκτάσεων αλλά ούτε και ο ενάγων ισχυρίζεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ότι με την απάντησή του αυτή επικαλέστηκε τις ως άνω διατάξεις.
Ακόμη, στη με αριθμό 18322/2005 διαπιστωτική πράξη της Γενικής Γραμματέως Περιφέρειας Πελοποννήσου, που προσκομίζει ο ενάγων, και αφορά στην περίπτωση άλλων δημοτικών συμβούλων, γίνεται, μεταξύ άλλων, αναφορά στο με αριθμό ... /1-12-2005 έγγραφο του ΥΠΕΣΔΔΑ, με το οποίο προτείνεται ότι η επιγενόμενη ρύθμιση των οφειλών των δημοτικών συμβούλων δεν μπορεί να προσδώσει σε αυτούς την ιδιότητα του μη οφειλέτη και ως εκ τούτου ο Γενικός Γραμματέας οφείλει να εκδώσει τη διαπιστωτική πράξη της έκπτωσης.
Αντίθετα στη με αριθμό ... /1-12-2010 διαπιστωτική πράξη του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, που προσκομίζει επίσης ο ενάγων, και στην οποία θα γίνει λεπτομερέστερη αναφορά στη συνέχεια, αναφέρεται ότι σύμφωνα με το αριθμό ... /1-12-2005 έγγραφο του ΥΠΕΣΔΔΑ, εφόσον γίνει διακανονισμός ρύθμισης χρεών δεν εκπίπτουν από το αξίωμά τους οι οφειλέτες, εφόσον όμως η οφειλή καταβληθεί στο ορισμένο με το διακανονισμό χρονικό διάστημα και δεν καταστεί ληξιπρόθεσμο.
Τέλος, με την ως άνω με αριθμό ... /1-12-2010 διαπιστωτική πράξη του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου έγινε δεκτό ότι δεν υπάρχει ασυμβίβαστο του ενάγοντος προς το αξίωμα του Δημάρχου και του Δημοτικού Συμβούλου εξαιτίας της οφειλής του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 και 170 ν. 3463/2006 (σ.σ. η ισχύς του νόμου αυτού άρχεται από 1-1-2007) καθώς αυτός ήταν συνεπής στην καταβολή της οφειλής του σε δόσεις, όπως είχε διακανονιστεί.
Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι η διαπιστωτική αυτή πράξη εκδόθηκε υπό την ισχύ του ν. 3436/2006 και αφού περιλήφθηκε στους επόμενους (του πδ 410/1995) νόμους που τροποποίησαν τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων διευκρίνιση ότι η κύρωση της έκπτωσης δεν επέρχεται σε περίπτωση διακανονισμού της οφειλής σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία (άρθρο 30 ν. 3463/2006 και 15 ν. 3852/2010).
Με βάση επομένως τα όσα ανωτέρω εκτέθηκαν το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση ορθώς εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις κρίνοντας ότι η οφειλή των 5.812,29 € εξοφλήθηκε εκπρόθεσμα από τον ενάγοντα προς το Δήμο, η δε περικοπή της απόφασης, που ειδικότερα μνημονεύει ο εκκαλών στο δικόγραφο της έφεσής του ότι η πληροφορία "αυτή καθ' εαυτή δεν ήταν ψευδής, ότι δηλαδή η εξόφληση του ανωτέρω ποσού εκ μέρους του ενάγοντος έλαβε χώρα εκπροθέσμως την 1η Φεβρουαρίου 2005, και όχι μέχρι την 12η Δεκεμβρίου 2004, δηλαδή εντός της δίμηνης προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 48 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ανεξαρτήτως του ότι στη σχετική ατομική ειδοποίηση ανεγράφετο ως καταληκτική ημερομηνία η 31η Μαΐου 2005), ούτε και από μόνη της μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος" είναι απολύτως ορθή και συνεπώς αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης με αυτές τις παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Α' έφεσης, με τον οποίο ο ενάγων παραπονείται για τις ως άνω παραδοχές της εκκαλουμένης απόφασης ως αβάσιμος στην ουσία του.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με το δεύτερο λόγο της υπό στοιχ. Β' εφεσής του επαναφέρει τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, που είχε προβάλει και πρωτοδίκως. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικώς διότι από την κυκλοφορία των ένδικων δημοσιευμάτων μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα δύο ετών με αποτέλεσμα να του δημιουργηθεί η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά του.
Ακόμη ισχυρίζεται ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικώς και διότι ο ενάγων έχει ήδη ασκήσει αγωγή και κατά του ιδιοκτήτη και εκδότη της εφημερίδας με αφορμή τα ένδικα δημοσιεύματα, με την οποία ζητά να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση για την ηθική του βλάβη, του έχει δε ήδη επιδικαστεί σε πρώτο βαθμό το ποσό των 25.000 € για την αιτία αυτή και αιτείται ξανά χρηματική ικανοποίηση στρεφόμενος πλέον εναντίον του αξιώνοντας την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης για δεύτερη φορά.
Ο ισχυρισμός αυτός ωστόσο κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος λόγω αοριστίας καθώς μόνη η αδράνεια του ενάγοντος επί διετία να ασκήσει την αξίωσή του έστω και αν δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον εναγόμενο, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκησή του, ενώ επί πλέον ο εναγόμενος δεν επικαλείται προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά των διαδίκων, εν όψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος να καθίσταται καταχρηστική.
Επίσης είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη και κατά το δεύτερο σκέλος της, καθώς τόσο ο ίδιος όσο και ο ιδιοκτήτης- εκδότης της εφημερίδας ενέχονται εις ολόκληρον απέναντι στον ενάγοντα για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, εφόσον αποδειχθεί ότι υφίσταται τέτοια υποχρέωση, και ο ενάγων δικαιούται να στραφεί εναντίον τους και με περισσότερες αγωγές διαδοχικώς για την ικανοποίηση της απαίτησής του.
Μόνο δε το γεγονός ότι έχει ήδη εκδοθεί απόφαση που υποχρεώνει τον ιδιοκτήτη- εκδότη του εντύπου να αποζημιώσει για την αιτία αυτή τον ενάγοντα δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός του να ασκήσει την κρινόμενη αγωγή. Σημειώνεται δε ότι ουδόλως ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπήρξε καταβολή εκ μέρους του συνοφειλέτη του, γεγονός που θα ενεργούσε αντικειμενικά, το δε δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το ζήτημα αυτό αυτεπαγγέλτως αφού απαιτείται η προβολή ένστασης εξόφλησης...
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την ίδια αιτιολογία απέρριψε την ένσταση που προέβαλε ο εναγόμενος για καταχρηστική άσκηση του
δικαιώματος του ενάγοντα ορθά εφήρμοσε το νόμο και ο οικείος (δεύτερος) λόγος της υπό στοιχείο Β' έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, με τα ένδικα δημοσιεύματα εμφανίζεται ότι έχει ήδη επέλθει αυτοδικαίως η έκπτωση του ενάγοντος από την ιδιότητα του δημάρχου, τον οποίο αναφέρει συνεχώς ως "έκπτωτο", παρουσιάζοντάς τον επιπρόσθετα και σχεδόν ως αποδεχόμενο αυτή τη διαπίστωση και ως σκεπτόμενο σοβαρά ακόμη και την παραίτησή του από την εκ νέου διεκδίκηση της δημαρχίας.
Ενώ το αληθές είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 50 του πδ 410/1995, ορίζεται ότι προς τούτο απαιτείται διαπιστωτική πράξη του περιφερειακού διευθυντή και πλέον του οικείου Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας (άρθρο 14 ν. 2399/1996), τούτο δε ήταν σαφώς γνωστό στον εναγόμενο από την περίπτωση έκπτωσης του δημοτικού συμβούλου Μ.
Δ. , ο οποίος (εναγόμενος) κάνει αναλυτική αναφορά στα ένδικα δημοσιεύματά του για το ζήτημα αυτό και για τη μεταγενέστερη αποκατάσταση του ανωτέρω. Εξάλλου τα παραπάνω δεν έλαβαν χώρα σε χρόνο αδιάφορο αλλά κατά την προεκλογική περίοδο των εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2006.
Συνδυάστηκαν δε με τη θετική έκβαση του δικαστικού αγώνα του Μ. Δ. , δημοτικού συμβούλου, ο οποίος είχε αρχικά κηρυχθεί έκπτωτος με σχετική διαπιστωτική πράξη, για αντίστοιχη περίπτωση με αυτήν του ενάγοντος, προκειμένου να καταδειχθεί ότι ο ενάγων απαξιώνει το θεσμό της δικαιοσύνης, μη αποδεχόμενος τις σχετικές αποφάσεις της και συγκεκριμένα την οικεία με αριθμό 2069/2006 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν από τον εναγόμενο στα δημοσιεύματα αυτά, ήταν πομπώδεις, σκληρές και υπερβολικές και ενείχαν κατ' αντικειμενική κρίση αμφισβήτηση της ηθικής αξίας, της κοινωνικής αξίας και της αξίας του ενάγοντος ως ατόμου και ως πολιτικού για συμμετοχή στα κοινά πράγματα και περιφρόνηση προς το πρόσωπο του.
Η επαναλαμβανόμενη δε φράση στα δημοσιεύματα του εναγόμενου περί του "ΔΗΜΑΡΧΟΥ της Η-ΘΙ-ΚΗΣ" ενέχει ειρωνεία και καταφρόνηση προς το πρόσωπό του, ενώ με τον τρόπο που διατυπώνεται εντυπώνεται αμέσως στο νου του αναγνώστη αρνητικά, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο ενάγων συμπεριφέρεται κατά τρόπο μη κοινωνικά αποδεκτό και ανήθικο.
Ενώ ο εναγόμενος κάνει και αόριστη αναφορά σε "χορό εκατομμυρίων", "απραξία" και "σπατάλη", και ότι αναμένεται η επέμβαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται μια ιδιαίτερα θολή και αμφιβόλου κύρους πολιτική εικόνα για τον ενάγοντα και μάλιστα στην κορύφωση της προεκλογικής περιόδου.
Αποκορύφωμα δε της ανωτέρω κλιμακούμενης συμπεριφοράς ήταν ο τίτλος του άρθρου του εναγομένου που δημοσιεύθηκε στην 7η σελίδα του φύλλου της 15ης Οκτωβρίου 2006 "Όχι στον έκπτωτο δήμαρχο της απραξίας και της σπατάλης", με σαφή στόχευση στη μη επανεκλογή του, σε συνδυασμό με τα λοιπά αναφερόμενα στο δημοσίευμα, με τα οποία ο εναγόμενος απευθυνόμενος στους πολίτες του Δήμου ... , τους παροτρύνει να στηρίξουν άλλους συνδυασμούς και επ' ουδενί τον ενάγοντα.
Επομένως, καθ' ο μέρος στα ένδικα δημοσιεύματα διαλαμβάνονται ισχυρισμοί, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, περί ήδη επελθούσας έκπτωσης του ενάγοντος από το αξίωμά του, η εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ένσταση, που είχε πρωτοδίκως προβάλει ο εναγόμενος είναι απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία της, καθώς, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, αυτός γνώριζε το ψευδές του γεγονότος αυτού καθώς και την προσφορότητά του να πλήξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, παρά ταύτα προέβη στη διατύπωση των σχετικών ισχυρισμών και δη επαναλαμβανόμενα κατά τρόπο ώστε να καταστεί εδραία η πεποίθηση στους δημότες του ...
ότι πράγματι έχει ήδη λάβει χώρα η έκπτωση του ενάγοντος από το αξίωμά του ως Δημάρχου. Ως εκ τούτου η πράξη αυτή του εναγομένου πληροί το πραγματικό της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, οπότε και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δεν έχει πεδίο εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ. Κατά τα λοιπά, καθ' ο μέρος δηλαδή τα δημοσιεύματα αφορούν στο γεγονός της εκπρόθεσμης οφειλής του προς το Δήμο, το οποίο
αποδείχθηκε αληθές κατά τα ως άνω αναλυτικά αναφερόμενα, ο εναγόμενος υπερέβη το αναγκαίο μέτρο για να εκφράσει τις απόψεις του και να ενημερώσει τους αναγνώστες προβαίνοντας σε εκφράσεις και χαρακτηρισμούς, ως συνέπεια της εκπρόθεσμης καταβολής, που ήταν ικανές να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, τούτο άλλωστε το γνώριζε ο εναγόμενος, επί σειρά ετών δημοσιογράφος, ο οποίος δεν χρειαζόταν να διατυπώσει τους ισχυρισμούς του με το ανωτέρω περιεχόμενο αλλά σαφώς μπορούσε να χρησιμοποιήσει άλλες ηπιότερες εκφράσεις προκειμένου να καταδείξει το θέμα αυτό. Ενήργησε όμως με τον ανωτέρω τρόπο για να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, όπως τούτο (σκοπός εξύβρισης) προκύπτει με βεβαιότητα από το συνολικό περιεχόμενο των ένδικων δημοσιευμάτων.
Για τους λόγους αυτούς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ένσταση που πρόβαλε ο εναγόμενος κατά παραδοχή της παραδεκτώς εκ του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ προβληθείσας αντένστασης εκ του ενάγοντος. Ορθώς επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι συναφείς μεταξύ τους τέταρτος και πέμπτος λόγος της έφεσης, με τους οποίους ο εναγόμενος επαναφέρει την ένσταση αυτή, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Τέλος, από την ως άνω παράνομη και υπαίτια προσβολή της τιμής, της υπόληψης και εν γένει της προσωπικότητάς του ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του εναγομένου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 10.000 €.
Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων, που του επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 15.000." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης και την έφεση στο σύνολό της του ενάγοντος και δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης και την έφεση στο σύνολό της του εναγομένου και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και είχε υποχρεώσει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ (άτοκα ελλείψει σχετικού αιτήματος).
Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, 363, 367 παρ.2 του Π.Κ., και επίσης ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 γ' του Π.Κ., η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, αφού τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου από τον αναιρεσείοντα, με παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά αυτού, που συνιστά τα αδικήματα αφενός μεν της συκοφαντικής δυσφήμησης, όσον αφορά τα δημοσιεύματα που εμφάνιζαν τον αναιρεσίβλητο ως έκπτωτο από το αξίωμα του Δημάρχου, αφετέρου δε αυτό της εξύβρισης, και μάλιστα της ειδικής μορφής της επί σκοπώ εξύβρισης τέλεσής του, όσον αφορά τα δημοσιεύματα που αφορούσαν στην εκπρόθεσμη καταβολή από τον αναιρεσίβλητο της οφειλής του προς το Δήμο, ώστε, με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, να στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, να καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από τον αναιρεσίβλητο αντένστασης από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ και η, κατά παραδοχή αυτής, αβασιμότητα της ένστασης του αναιρεσείοντος περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της συμπεριφοράς του λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, ενόψει του ότι, ειδικότερα, ο αναιρεσείων, ως προς τους αληθείς ισχυρισμούς του για το πρόσωπο του ενάγοντος, υπερέβη το αναγκαίο μέτρο για να εκφράσει τις απόψεις του και προέβη σε χαρακτηρισμούς που σκοπό είχαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, με συνέπεια να μην υπάρχει πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 367 παρ.1 γ' του Π.Κ.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι ο αναιρεσείων - εναγόμενος, ως δημοσιογράφος, προέβη σε δύο δημοσιεύσεις σε τοπική εφημερίδα του Δήμου ... -... αναφερόμενος στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, τότε Δημάρχου στον ανωτέρω Δήμο και υποψηφίου Δημάρχου στις προσεχείς εκλογές, και ειδικότερα στο ζήτημα του χρόνου εξόφλησης από τον ενάγοντα οφειλής του (για αποζημίωση λόγω προσκύρωσης) προς τον ως άνω Δήμο.
β) Ότι τα δημοσιεύματα αυτά, καθ' ο μέρος εμφανίζουν τον ενάγοντα ως έκπτωτο από το αξίωμα του Δημάρχου ήταν ψευδή και οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν από τον εναγόμενο ήταν πομπώδεις και υπερβολικές που ενείχαν κατ' αντικειμενική κρίση αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του ενάγοντος ως ατόμου και ως πολιτικού που μετέχει στα κοινά και σκοπό είχαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ο δε εναγόμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος από προηγούμενη περίπτωση έκπτωσης δημοτικού συμβούλου, καθόσον για να επέλθει έκπτωση από το ως άνω αξίωμα απαιτείται διαπιστωτική πράξη του περιφερειακού διευθυντή και ως εκ τούτου η πράξη αυτή του εναγομένου πληροί το πραγματικό της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης.
γ) Ότι τα δημοσιεύματα αυτά, καθ' ο μέρος αφορούσαν στο γεγονός της εκπρόθεσμης καταβολής της οφειλής του ενάγοντος προς το Δήμο, ήταν μεν γεγονός αληθές, όμως, ο εναγόμενος, για να εκφράσει τις απόψεις του υπερέβη το αναγκαίο μέτρο, προβαίνοντας σε εκφράσεις και χαρακτηρισμούς που είχαν σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ενώ γνώριζε ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει άλλες ηπιότερες εκφράσεις προκειμένου να καταδείξει το θέμα αυτό.
δ) Ότι, τα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ως προς την εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 367 παρ. 1γ' ΠΚ, καταφάσκουν την ουσιαστική αβασιμότητα της απορριφθείσας ένστασης του εναγομένου περί άρσης του αδίκου χαρακτήρα της πράξης του, ένεκα δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, και τη βασιμότητα της γενόμενης δεκτής, προς κατάλυση της παραπάνω ένστασης, προταθείσας αντένστασης του ενάγοντος από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ περί ύπαρξης ειδικού σκοπού εξύβρισης.
ε) Ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια προσβολή της τιμής, της υπόληψης και εν γένει της προσωπικότητάς του ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ποσού 10.000 €. Επομένως, οι σχετικοί, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.
Οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι απαράδεκτες, αφού ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χρησιμοποίησε εσφαλμένα ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου και ποιού συγκεκριμένα και τον τρόπο κατά τον οποίο αυτά (διδάγματα κοινής πείρας) παραβιάσθηκαν, καθώς και την έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν (κανόνα δικαίου) από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11/7/2019 αίτηση του Π. Η. του Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ.210/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ