Legislator Case Law & Legislation
1159/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against car accident damages verdict, ordering costs and remanding case.

Case Number 1159/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance judgment regarding damages for a car accident and mental anguish. While the appeal was procedurally admissible, the court found merit in the claim for mental suffering but rejected it for other defendants who failed to appear. Consequently, the court annulled the lower court's decision regarding the first appellant, remanded the case for retrial, and ordered the absent defendants to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 577, 576, 495, 178, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine an appeal ex officio regarding absent parties and annul a judgment if specific legal grounds are met, while ordering the opposing parties to bear the costs of the proceedings.

Keywords

AI generated
appeal admissibility car accident damages mental anguish claim ex officio examination legal costs allocation default judgment remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 178, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1159 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1159/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Z. C. του V., για τον εαυτό του ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα και την αποκλειστική επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων του α. I. C. του Z. και β. A. C. του Z. και 2) R. C. του Z., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Νασιούδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "..." (..." και δ.τ. "ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ ΟΕ"), που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1815/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3064/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 30-7-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5434/679/30-7-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3064/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (και ειδικότερα διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (AΠ 91/2020, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. 7429Β'/03-11-2021 και 7029/03-11-2021 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διορισμένων στο Πρωτοδικείο Σερρών, Β. Τ. και Δ. Λ., αντίστοιχα, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης από 30-7-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5434/679/30-7-2020 αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 3064/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με τη στη συνέχεια αυτής υπ' αρ. ...

πράξη της Προέδρου του Α.Π. περί ορισμού του Δ' Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, την από ... πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (04-2-2022) προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, μαζί με κλήσεις για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής κατά την ανωτέρω ορισθείσα δικάσιμο (04-2-2022), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, στον πρώτο και στη δεύτερη των αναιρεσίβλητων Κ.

Κ. του Γ. και ετερόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "....", αντίστοιχα. Οι αναιρεσίβλητοι όμως αυτοί, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3064/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 30-10-2017 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες και ειδικότερα ο πρώτος ενάγων ατομικά και για λογαριασμό των λοιπών τριών εναγόντων, ανηλίκων τέκνων του, ισχυρίστηκαν ότι κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο εκείνο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, συγκρούστηκε από αποκλειστική του υπαιτιότητα υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, με το οδηγούμενο από τον πρώτο ενάγοντα, με αριθμό κυκλοφορίας ....

αυτοκίνητο, και προκάλεσε την ολοσχερή καταστροφή αυτού, τον τραυματισμό του ιδίου (πρώτου ενάγοντος) και το θανάσιμο τραυματισμό της επιβαίνουσας στο αυτοκίνητο του τελευταίου E. A., συντρόφου του σε ελεύθερη ένωση, με την οποία κατά τη διάρκεια της ζωής της είχαν αποκτήσει τρία τέκνα, ήτοι τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγόντων.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να τους επιδικαστούν τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) χρηματικά ποσά: α) στον πρώτο ενάγοντα, για αποζημίωση λόγω της θετικής του ζημίας και για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό του και λόγω ψυχικής οδύνης, για το θάνατο της άνω συντρόφου του και μητέρας των τέκνων του και β) στους λοιπούς ενάγοντες, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για το θάνατο της μητέρας τους.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1815/2019 οριστική του απόφαση, έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς όλα τα ανωτέρω κύρια αιτήματά της και ακολούθως, αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του επελθόντος θανάτου της προαναφερόμενης συντρόφου και μητέρας, αντίστοιχα των εναγόντων, είναι ο πρώτος εναγόμενος, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε σε καθένα των εναγόντων, για τις προαναφερόμενες αιτίες, τα αναφερόμενα σ' αυτή ειδικότερα χρηματικά ποσά.

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης οριστικής απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τα διάδικα μέρη, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3064/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο συνεκδίκασε τις ανωτέρω εφέσεις και: 1) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, 2) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη όσον αφορά το αίτημα του πρώτου ενάγοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο της ανωτέρω συντρόφου του και μητέρας των τέκνων του, δέχτηκε αυτή ως νόμιμη και ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη κατά τα λοιπά αιτήματά της και επιδίκασε τα σ' αυτή αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά, για τις προαναφερόμενες αιτίες σε καθένα των εναγόντων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.

Στην έννοια δε του κατ` άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., κανόνα ουσιαστικού δικαίου, περιλαμβάνονται και οι διατάξεις των επικυρωμένων από την Ελλάδα Διεθνών Συμβάσεων και των γενικά παραδεδεγμένων κανόνων του διεθνούς δικαίου (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 128/2020, ΑΠ 2033/2017). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος του αναιρετηρίου, θα πρέπει να αναφέρεται:

α) με σαφήνεια ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, β) να εκτίθεται επίσης με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για την στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη του αιτήματος ως μη νομίμου συνιστά ή όχι παράβαση του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου και γ) το επαγωγικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 555/2004).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016). Στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια και γ) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1106/2020). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 96/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, "αιτιολογία" της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθμός 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, για το ορισμένο των αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.

ΑΠ 28/1998, ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 965/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ. ΑΠ 27/1998, Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1106/2020), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1106/2020). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Περαιτέρω, το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζει ότι: "Παν πρόσωπο δικαιούται εις το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του".

Η σύμβαση της Ε.Σ.Δ.Α. εγγυάται την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάθε άτομο, που υπάγεται στην δικαιοδοσία των καρτών - μελών. Από την ερμηνεία της έννοιας της "οικογενειακής ζωής" και της οικογένειας, όπως αυτή διατυπώνεται στη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., αντλούνται τα καθοριστικά κριτήρια για τον προσδιορισμό των ανωτέρω κρίσιμων, για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, εννοιών, όπως τα κριτήρια αυτά διαμορφώθηκαν από σειρά αποφάσεων, που εκδόθηκαν σε προσφυγές πολιτών της ΕΕ για παραβάσεις του εν λόγω άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο θεσπίζει το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή.

Σύμφωνα με το Ε.Δ.Δ.Α. το καθοριστικό κριτήριο για το αν υφίσταται οικογένεια και "οικογενειακή ζωή" αποτελεί η πραγματική ύπαρξη στενών προσωπικών δεσμών. Ειδικότερα, το Ε.Δ.Δ.Α. έχει δεχθεί επανειλημμένα ότι το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. δεν διακρίνει μεταξύ "νόμιμης" και "φυσικής" οικογένειας και ότι η έννοια της προστατευόμενης, κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, οικογενειακής ζωής, δεν περιορίζεται στις οικογένειες που βασίζονται στο γάμο, αλλά επεκτείνεται και σε άλλες, de facto σχέσεις συμβίωσης και φροντίδας, οι οποίες δημιουργούν επίσης, κατά την κρίση του, οικογενειακούς δεσμούς.

Την ύπαρξη οικογένειας ή οικογενειακών σχέσεων εξετάζει το Δικαστήριο κατά περίπτωση, ως πραγματικό ζήτημα, λαμβάνοντας υπόψη σειρά παραγόντων, όπως η συμβίωση και η αμοιβαία υποστήριξη, συναισθηματική ή/και υλική, των μερών, η διάρκεια και η σταθερότητα της σχέσης και η με οποιονδήποτε τρόπο έκφραση της δέσμευσης των μερών, όπως με την απόκτηση, από κοινού ή με άλλον τρόπο, παιδιών και την ανάληψη της κοινής ευθύνης της ανατροφής τους, καθώς επίσης οι σχέσεις μακράς και συνεπούς φροντίδας.

Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο (Ε.Δ.Δ.Α.) ερευνά τους de facto οικογενειακούς δεσμούς, όπως το αν τα άτομα συμβιώνουν, αν τους δένει βαθιά σταθερή αγάπη και αφοσίωση, στην περίπτωση που ελλείπει νόμιμη αναγνώριση των δεσμών αυτών, ή σε άλλη περίπτωση το μεγάλο χρόνο συμβίωσης και σχέσης, ή σε περιπτώσεις ζευγαριών που δεν έχουν παντρευτεί νόμιμα, αν έχουν αποκτήσει παιδιά μαζί, γεγονός που αποδεικνύει την αμοιβαία αφοσίωσή τους, και την πρόθεσή τους να δημιουργήσουν εν τοις πράγμασι οικογένεια.

Η ύπαρξη, λοιπόν, ή μη, της οικογένειας εξαρτάται από την ύπαρξη, ή μη, μεταξύ ατόμων που συμβιώνουν, πραγματικών στενών προσωπικών δεσμών, με αισθήματα αγάπης, σταθερής και έμπρακτης έκφρασης αφοσίωσης, στοργής, ενδιαφέροντος, φροντίδας, δηλαδή όλων εκείνων των εκδηλώσεων συναισθημάτων και πράξεων, που αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία της οικογένειας, αλλά και το σκοπό αυτής.

Συνεπώς, σύμφωνα με το Ε.Δ.Δ.Α, η έννοια της οικογένειας περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις που δύο άτομα συμβιώνουν, χωρίς να έχουν τελέσει νόμιμο γάμο, ή συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, αν η συμβίωσή τους αυτή είναι το αποτέλεσμα αγάπης, και αφοσίωσης και σοβαρής και σταθερής πρόθεσης για συντροφικότητα και συμπόρευση.

Έτσι το Ε.Δ.Δ.Α, μέσα στα πλαίσια αυτά και υπό τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, υπάγει στο προστατευτικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. και την εξώγαμη συμβίωση. Σε κάθε περίπτωση, το Ε.Δ.Δ.Α έχει αποφανθεί ότι γάμοι, ή περιπτώσεις συμβίωσης, ακόμα και αν δεν αναγνωρίζονται από την έννομη τάξη του Κράτους-Μέλους συνιστούν οικογένεια, εάν πληρούν τα προαναφερόμενα κριτήρια της ύπαρξης πραγματικών οικογενειακών δεσμών, όπως αυτοί προσδιορίστηκαν παραπάνω (βλ.

αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α: Μarckx κατά Βελγίου της 13-6-1979, Χ. κατά Ελβετίας της 14-12-1979, Jolie & Lebrun κατά Βελγίου της 14-5-1986, Johnston κ.ά. κατά Ιρλανδίας της 18-12-1986, Olsson κατά Σουηδίας της 24-3-1988, Kroon κατά Ολλανδίας της 27-10-1994, Boughameni κατά Γαλλίας της 24-4-1996, X., Y. & Z. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 22-4-1997, Saucedo Gomez κατά Ισπανίας της 26-01-1999, Sahin κατά Γερμανίας της 11-10-2001, Boyle κατά Η.Β.

της 8-1-2008, Schalk και Kopf κατά Αυστρίας 22-11-2010, Schneidcr κατά Γερμανίας της 15-09-2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 932 Α.Κ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, επί θανατώσεως το βαθμό συγγένειας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Στη διάταξη αυτή, δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται κατ' ανάγκη τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, οι οποίοι δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη, αδιαφόρως αν συζούσαν μεταξύ τους ή διέμεναν χωριστά (Ολ.

ΑΠ 21/2000, ΑΠ 870/2020, ΑΠ 370/2018, ΑΠ 442/2017, ΑΠ 382/2013). Υπό την έννοια αυτή στην οικογένεια του θύματος, γίνεται δεκτό ότι περιλαμβάνονται οι γονείς, τα τέκνα, οι αδελφοί (αμφιθαλείς και ετεροθαλείς), οι θετοί γονείς και τέκνα, ο/η σύζυγος, οι ανιόντες (παππούς - γιαγιά), οι κατιόντες και οι απώτεροι κατιόντες (εγγόνια, δισέγγονα), οι αγχιστείς συγγενείς πρώτου βαθμού, όπως είναι ο πεθερός, η πεθερά, ο γαμβρός από κόρη, η νύφη από υιό, καθώς και τα τέκνα του ενός συζύγου, που γεννήθηκαν από άλλο γάμο, τα οποία σε περίπτωση θανάτωσης του συζύγου του δευτερόγαμου γονέα τους (δηλαδή του πατριού ή της μητριάς), δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης (Ολ.

ΑΠ 21/2000, ΑΠ 51/2018, ΑΠ 442/2017, ΑΠ 407/2015, ΑΠ 260/2011, ΑΠ 1362/2007, ΑΠ 795/2004, ΑΠ 924/2004). Στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνεται και ο μνηστήρας ή η μνηστή αυτού, ήτοι εκείνος/η που συνδέεται με το θύμα με σύμβαση για μελλοντικό γάμο, δηλαδή μνηστεία, η οποία καταρτίζεται με αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων για την τέλεση γάμου (ΑΠ 43/2012, ΑΠ 995/2009, ΑΠ 1141/2007).

Η επιδίκαση δε χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, το οποίο εκτιμάται από το Δικαστήριο της ουσίας, της ύπαρξης μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν αυτός ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων, από την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης (Ολ.

ΑΠ 21/2000). Αναφορικά με την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 932 εδ. 3 Α.Κ. στην περίπτωση προσώπου που συζεί σε ελεύθερη ένωση με το θανόντα, κατά την κρατούσα (και δη πριν το ν. 4356/2015) άποψη στη νομολογία, ούτε το γράμμα ούτε ο σκοπός της Α.Κ. 932 επέτρεπαν ανάλογη εφαρμογή αυτής ως προς τα ανωτέρω πρόσωπα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την πιο πάνω άποψη γίνονταν δεκτά τα ακόλουθα: "Στην οικογένεια του θύματος, δεν περιλαμβάνονται και τα πρόσωπα εκείνα τα οποία συζούσαν με αυτό σε κατάσταση ελεύθερης συμβίωσης, χωρίς καμία πρόθεση για μελλοντική σύναψη γάμου. Άρα δυνατότητα χορήγησης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που προκλήθηκε στον επιζώντα από το θάνατο του συντρόφου του δεν προβλέπεται από το νόμο.

Ούτε όμως με ανάλογη εφαρμογή εδώ της ως άνω διάταξης του άρθρου 932 εδ. 3 Α.Κ., μπορεί να επιδικαστεί τέτοια χρηματική ικανοποίηση για την εξισορρόπηση των δημιουργούμενων από την απώλεια του θύματος δυσμενών καταστάσεων και συνεπειών. Αντίθετη άποψη θα ήταν contra legem, αλλά και ανατρεπτική του και συνταγματικά κατοχυρωμένου θεσμού του γάμου.

Επιπλέον γιατί δεν υπάρχει κάποιο κενό δικαίου, σε σχέση με τη ρύθμιση της παράστασης αυτής και προσώπων που τελούν σε ελεύθερη ένωση. Για πρώτη φορά, μετά την αναμόρφωση των διατάξεων του οικογενειακού δικαίου με το Ν. 1329/1983, η "ελεύθερη ένωση", δηλαδή η εξώγαμη συμβίωση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, αναφέρεται ως όρος στο άρθρο 1444 παρ. 2 εδ.

α' Α.Κ. και μάλιστα σαν λόγος παύσης του δικαιώματος διατροφής του διαζευγμένου συζύγου, δηλαδή σαν ένα είδος οιονεί ποινής κατά δικαιούχου διατροφής διαζευγμένου συζύγου, ο οποίος συζεί με κάποιον άλλον σε ελεύθερη ένωση. Παρά ταύτα στη συνέχεια ο Αστικός Κώδικας δεν ρυθμίζει ευθέως τα αποτελέσματά της.

Έτσι, η "ελεύθερη ένωση" εντάσσεται στις "de facto οικογενειακές σχέσεις", δηλαδή στις παράτυπες ή αντικανονικές από νομική άποψη καταστάσεις που βρίσκονται στο περιθώριο της νομικής ζωής. Περαιτέρω, όπως συνάγεται και από το πλέγμα των διατάξεων των άρθρων 1444 εδ. β, 1456, 1457, 1471, 1479, 1350 επ και 1386 επ. Α.Κ., σε συνδυασμό προς το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, πρόκειται για συνειδητή επιλογή του νομοθέτη, ο οποίος, αν και γνώριζε τον όρο "ελεύθερη ένωση" πριν από το 1983, δεν θέλησε να ρυθμίσει τα θέματα και νομικά ζητήματα που απορρέουν από αυτή την ίδια την ελεύθερη ένωση.

Ο Έλληνας νομοθέτης ενσυνείδητα απέφυγε μέχρι σήμερα να ρυθμίσει τα θέματα αυτά, εισάγοντας και στην Ελλάδα το θεσμό "των ληξιαρχικώς καταχωρισμένων σχέσεων", που ισχύει σε ορισμένα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα περιορίστηκε απλά σε ρύθμιση θεμάτων που συνδέονται έμμεσα με αυτή, εν όψει της ρύθμισης της τεχνικής γονιμοποίησης και των συνεπειών της στο χώρο της συγγένειας, με βασικό γνώμονα την προστασία του παιδιού που γεννιέται σε μία τέτοια ελεύθερη ένωση.

Ο θεσμός του γάμου ρυθμίζεται και προστατεύεται από τις πιο πάνω διατάξεις και γενικά την Ελληνική έννομη τάξη και δεν γνωρίζεται αντίστοιχη και μάλιστα ανάλογη προστασία της εξώγαμης συμβίωσης. Η τελευταία, έστω και αν ήταν η ληξιαρχικώς καταχωρισμένη σχέση δεν είναι δυνατό να εξομοιωθεί με το θεσμό του γάμου.

Οι δύο θεσμοί, δηλαδή αυτός της "ληξιαρχικώς καταχωρισμένης σχέσης" συμβίωσης μεταξύ ετεροφυλοφίλων και ομοφυλοφίλων και εκείνος του γάμου, διαφέρουν όχι μόνο κατ` όνομα, αλλά και στην ουσία τους, καθώς δημιουργήθηκαν για να καλύψουν διαφορετικής φύσεως κοινωνικές ανάγκες. Η ελεύθερη συμβίωση χωρίς τέκνα δεν αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, αφού αυτό δεν αναγνωρίζει έννομα αποτελέσματα στη συγκεκριμένη μορφή εμφάνισής της, έτσι δεν μπορεί κατά συνέπεια να υπαχθεί στην έννοια της οικογένειας, ούτε προστατεύεται, γιατί στην πραγματικότητα όσοι την επιλέγουν δεν επιθυμούν την υπαγωγή τους σε νομικές ρυθμίσεις και άρα δεσμεύσεις, επομένως θα ήταν αντιφατικό να τύχουν μόνο προστασίας.

Με όλα αυτά, δεν υφίσταται η απαραίτητη για την αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 εδ. 3 Α.Κ. ομοιότητα της τυχόν αρρύθμιστης περίπτωσης προς τη ρυθμιζόμενη" (ΑΠ 775/2011, ΑΠ 1141/2007, ΑΠ 1735/2006, ΑΠ 434/2005). H ανωτέρω κρατούσα άποψη, αφορά, σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα σ' αυτή, την ελεύθερη συμβίωση χωρίς τέκνα, τούτο δε σηματοδοτεί ότι η ελεύθερη συμβίωση από την οποία έχουν αποκτηθεί τέκνα, πρέπει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά ως προς την υπαγωγή της στην έννοια της οικογένειας και στο προστατευτικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 932 εδ. 3 του Α.Κ και του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α.

Επί του θέματος αυτού πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 5 του Συντάγματος ορίζει ότι "1. Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. Πολύτεκνες οικογένειες ... έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος. ... 5.

Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους". Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 21 του Συντάγματος, με τις οποίες ο γάμος και η οικογένεια έχουν αναχθεί σε συνταγματικώς προστατευόμενους θεσμούς, έχουν προεχόντως κατευθυντήριο χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι απευθύνουν στον νομοθέτη έντονη υπόδειξη προς λήψη θετικών μέτρων για την προστασία του γάμου και της οικογένειας, καθώς και της μητρότητας, της παιδικής ηλικίας και των πολυτέκνων.

Η προστασία αυτή δεν έχει συγκεκριμένο πάντοτε περιεχόμενο, αλλά οι ειδικότερες μορφές και η έκτασή της καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη και, κατ' εξουσιοδότησή του, από την κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, μέσα στα όρια που διαγράφουν οι λοιπές συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Δεν είναι, πάντως, συνταγματικά ανεκτή η λήψη οποιουδήποτε νομοθετικού μέτρου εναντίον των εν λόγω θεσμών, υπό την έννοια είτε της κατάργησης του θεσμού του γάμου, είτε της εισαγωγής ρυθμίσεων, που καθιστούν δυσμενέστερη τη θέση των εγγάμων ή/και των γονέων λόγω των συγκεκριμένων αυτών ιδιοτήτων.

Ο νομοθέτης δεν κωλύεται, όμως, από την ως άνω συνταγματική διάταξη, να τροποποιεί τις ρυθμίσεις περί των τρόπων σύστασης της οικογένειας, ή να αναγνωρίζει, στα πλαίσια των επίσης συνταγματικώς κατοχυρωμένων αρχών της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας, της ισότητας και της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, άλλες, εναλλακτικές προς το γάμο, μορφές συμβίωσης και τη με αυτές ίδρυση οικογενειακών δεσμών, καθόσον η συνταγματική προστασία της οικογένειας δεν αφορά αποκλειστικά στη δια του γάμου ιδρυόμενη, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση ο θεσμός της οικογένειας, όπως γίνεται δεκτό, "από τη φύση του υφίσταται κατ' ανάγκην τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου" (ΑΠ 442/2017, ΑΠ 775/2011, ΑΠ 528/2011, ΑΠ 1541/2009, ΑΠ 1735/2006), υποκείμενος σε εξέλιξη και αναπροσδιορισμούς.

Πράγματι, το οικογενειακό δίκαιο έχει υποστεί τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες τροποποιήσεις και αναμορφώσεις, που αντανακλούν τις μεταβολές των κοινωνικών αντιλήψεων, όπως η θέσπιση, με το ν. 1250/1982, του πολιτικού γάμου, η μεταρρύθμιση του ν. 1329/1983 (θέσπιση ισότητας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συζύγων, κατάργηση της προίκας, αντικατάσταση της πατρικής εξουσίας από τη γονική μέριμνα, ενίσχυση της θέσης των παιδιών που γεννώνται εκτός γάμου, θέσπιση του συναινετικού διαζυγίου κ.λπ.), η πρόβλεψη και ρύθμιση, με το ν. 3089/2002, της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, καθώς και η θέσπιση και ρύθμιση, αρχικώς με τον ν. 3719/2008, του συμφώνου συμβίωσης ετεροφύλων και στη συνέχεια με το ν. 4356/2015, του συμφώνου συμβίωσης ανεξαρτήτως φύλου των μερών.

Ειδικότερα, με το ν. 3719/2008 "Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί, την κοινωνία και άλλες διατάξεις" (Α' 241) εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη ο θεσμός του συμφώνου συμβίωσης ως εναλλακτική, σε σχέση με το γάμο, μορφή μόνιμης συμβίωσης ετεροφύλων προσώπων, θέτοντας ένα νομικό πλαίσιο και ρυθμίζοντας συστηματικά αυτή τη μορφή συμβίωσης, οριοθετώντας με τρόπο σαφή τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις των συμβιούντων προσώπων.

Κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική αιτιολογική έκθεση για τη θέσπιση του νόμου αυτού, ελήφθη υπόψη αφενός ότι "η συμβίωση προσώπων διαφορετικού φύλου χωρίς γάμο εμφανίζεται στις σημερινές κοινωνίες με μεγαλύτερη συχνότητα απ' ότι συνέβαινε στο παρελθόν ... Παλαιότερα, τόσο η κοινωνική συνείδηση, όσο και ο νόμος αποδοκίμαζαν την εξώγαμη συμβίωση.

Αντίθετα, στις σημερινές κοινωνίες της ανεκτικότητας και του σεβασμού στις ελεύθερες επιλογές, η εξώγαμη συμβίωση αναγνωρίζεται ως διαφορετική, πιο χαλαρή, μορφή κοινής ζωής..." και αφετέρου ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Δ.Α.), εφαρμόζοντας το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο προστατεύει την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, υπάγει στο προστατευτικό πεδίο της διάταξης και την εξώγαμη συμβίωση, ενώ η βαθμιαία μεταστροφή και εξέλιξη των κοινωνικών ηθών και των αντίστοιχων αντιλήψεων, οδήγησε τις περισσότερες ευρωπαϊκές νομοθεσίες στη θέσπιση σχετικών νόμων (βλ.

αιτιολογική έκθεση του ν. 3719/2008). Οι ρυθμίσεις του ως άνω νόμου έχουν ως αφετηρία την αρχή ότι στην ελεύθερη συμβίωση επικρατεί η ελευθερία της βούλησης των προσώπων και όχι ο θεσμικός χαρακτήρας, όπως συμβαίνει στο γάμο. Ταυτόχρονα, όμως, ο νόμος αυτός κατοχυρώνει την προστασία των τέκνων που γεννώνται από το ζεύγος των συντρόφων (πατρότητα, επώνυμο, γονική μέριμνα) και το κληρονομικό δικαίωμα του επιζώντος συντρόφου.

Από την ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση της ελεύθερης συμβίωσης προκύπτει με σαφήνεια ότι αποτελεί ένα καθεστώς διαφορετικό από το γάμο, δηλαδή πρόκειται για μια εναλλακτική, όπως προαναφέρθηκε, μορφή μόνιμης συμβίωσης, από την οποία δεν θίγεται, ούτε κλονίζεται στο ελάχιστο η αξία του γάμου ως θεσμού, ο οποίος εξακολουθεί να ενδιαφέρει το ίδιο σοβαρά την πολιτεία και το κοινωνικό σύνολο.

Επακολούθησε ο ν. 4356/2015 "Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές και άλλες διατάξεις" (Α' 181), ο οποίος θεσπίστηκε μετά την καταδίκη της Χώρας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., στην υπόθεση Β... κ.ά. κατά Ελλάδας της 7- 11-2013), με τον οποίο ο νομοθέτης επεδίωξε, κατά τα διαλαμβανόμενα στη σχετική αιτιολογική έκθεση, τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας για το σύμφωνο συμβίωσης προς δύο βασικές κατευθύνσεις:

αφενός την επέκταση της ισχύος του συμφώνου και στα ομόφυλα ζευγάρια, αφετέρου την ενίσχυση των συνεπειών του, με την αναγνώριση οικογενειακών δεσμών μεταξύ των μερών, διατηρουμένων, όμως, των τριών βασικών χαρακτηριστικών, που επεσήμαινε η αιτιολογική έκθεση του ν. 3719/2008 ως προς το αρχικό σύμφωνο συμβίωσης: (α) του αμιγώς συμβατικού τύπου κατάρτισης του συμφώνου, (β) της δυνατότητας των μερών να ρυθμίσουν με μεγαλύτερη ελευθερία, σε σχέση με τον γάμο, τις περιουσιακές τους σχέσεις και (γ) του ελευθέρως και μονομερώς διαλυτού του συμφώνου, χωρίς παρέμβαση δικαστικής ή άλλης αρχής.

Με τις σημαντικές ρυθμίσεις του τελευταίου αυτού νόμου, οι οποίες κατατείνουν στην εναρμόνιση του εθνικού δικαίου με την προεκτιθέμενη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α., αναγνωρίζονται στα μέρη του συμφώνου συμβίωσης όλα τα δικαιώματα των συζύγων, που απορρέουν από διατάξεις εντασσόμενες σε διαφόρους κλάδους του δικαίου (ασφαλιστικό, συνταξιοδοτικό, φορολογικό, εργατικό, δημοσιοϋπαλληλικό κ.ά.), προκειμένου να καταστεί δυνατή η ρύθμιση ζητημάτων, τα οποία, κατά τα διαλαμβανόμενα στην οικεία αιτιολογική έκθεση, "αντιμετώπιζαν στην Ελλάδα όχι μόνο τα ομόφυλα, αλλά και τα ετερόφυλα ζευγάρια που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης κατά τις διατάξεις του ν. 3719/2008", τα οποία "...στερούνταν βασικών δικαιωμάτων σχετικών με την οικογενειακή ζωή..." (ΣτΕ 2003/2018).

Κατόπιν της με τον τελευταίο αυτό ν. 4356/2015 ενίσχυσης της σημασίας και των συνεπειών του συμφώνου συμβίωσης, δεν υφίσταται πλέον καμία αμφιβολία ότι τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί στη σύναψή του, εντάσσονται στην κατά το άρθρο 932 εδ. γ' Α.Κ. έννοια της "οικογένειας". Σύμφωνα με τα ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες κοινωνικές αντιλήψεις, κατά τις οποίες στα πλαίσια της ανεκτικότητας και του σεβασμού στις ελεύθερες επιλογές, η εξώγαμη συμβίωση, αναγνωρίζεται πλέον ως διαφορετική, πιο χαλαρή μορφή κοινής ζωής, αλλά και τις προεκτιθέμενες σημαντικές τροποποιήσεις και αναμορφώσεις που έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια το οικογενειακό δίκαιο, το οποίο έχει ενστερνιστεί και ρυθμίσει νομοθετικά τις ανωτέρω κοινωνικές διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου, όσον αφορά το θεσμό της οικογένειας, είναι καταφανές ότι ο εθνικός νομοθέτης, ακολουθώντας το σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών δικαιϊκών συστημάτων, απομακρύνεται πλέον από τη στενή παραδοσιακή παραδοχή της διαμόρφωσης "οικογένειας", μόνο δια μέσου του, κατά τις διατάξεις του αστικού κώδικα, θρησκευτικού ή πολιτικού, γάμου και της έγγαμης συμβίωσης.

Άλλωστε, ο νομοθέτης, εμμέσως αναγνωρίζει τη δημιουργία οικογενειακών δεσμών μεταξύ των προσώπων που συμβιώνουν στο πλαίσιο ελεύθερης ένωσης, εντάσσοντας αρχικά στο πλαίσιο προστασίας του ν. 3500/2006 περί ενδοοικογενειακής βίας τη "μόνιμη σύντροφο" και στη συνέχεια με το άρθρο 3 § 1 του ν. 4531/2018, δυνάμει του οποίου προστέθηκε εδ.

γ' στην § 2 του άρθρου 1 του ν. 3500/2006, παρέχοντας πλέον ρητώς προστασία στους μόνιμους συντρόφους, στους τέως μόνιμους συντρόφους και στα μέρη συμφώνου συμβίωσης μετά από τη λύση του. Κατόπιν όλων των ανωτέρω και αναφορικά με τα πρόσωπα εκείνα, που δεν έχουν τελέσει γάμο, ούτε έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, αλλά συμβιώνουν σε ελεύθερη ένωση, από την οποία έχουν αποκτήσει τέκνα, (ζήτημα που αφορά στην κρινόμενη υπόθεση), πρέπει να γίνει δεκτό, [λαμβάνοντας υπόψη τον προαναφερόμενο ορισμό της έννοιας της "οικογένειας", όπως αυτός σαφώς, κατά τα άνω, καθορίζεται στις αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α., που ερμηνεύουν τη διάταξη του άρθρου 8 της υπερνομοθετικής ισχύος σύμβασης της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τον οποίο η έννοια της προστατευόμενης οικογενειακής ζωής δεν περιορίζεται στις οικογένειες, που βασίζονται μόνο στο γάμο ή σε σύμφωνο συμβίωσης, αλλά επεκτείνεται και στις de facto σχέσεις συμβίωσης, οι οποίες δημιουργούν επίσης οικογενειακούς δεσμούς και συνεπώς η έννοια της οικογένειας περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις που δύο άτομα συμβιώνουν χωρίς να έχουν τελέσει νόμιμο γάμο, ή συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, εφόσον συντρέχει το καθοριστικό κριτήριο της πραγματικής ύπαρξης στενών προσωπικών δεσμών μεταξύ τους και η συμβίωσή τους αυτή είναι το αποτέλεσμα αγάπης και αφοσίωσης και σοβαρής και σταθερής πρόθεσης για συντροφικότητα και συμπόρευση, οπότε μέσα στα πλαίσια αυτά υπάγεται στο προστατευτικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α.

και η εξώγαμη συμβίωση, σε συνδυασμό και με όλα τα προεκτιθέμενα, και ιδίως τη φανερή τάση του εθνικού νομοθέτη να μην αποδέχεται πλέον ως αποκλειστική μορφή της έννοιας της "οικογένειας" την ιδρυόμενη μόνο δια μέσου του, κατά τις διατάξεις του αστικού κώδικα, θρησκευτικού ή πολιτικού, γάμου ], ότι και τα πρόσωπα αυτά υπάγονται στην έννοια της "οικογένειας" και στο προστατευτικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 932 εδ. 3 του Α.Κ και του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α..

Επομένως, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, εκείνος ή εκείνη που συμβιώνει σε ελεύθερη ένωση, από την οποία έχουν αποκτηθεί τέκνα, μετά του, εξαιτίας του ατυχήματος αυτού, θανόντος, νομιμοποιείται ενεργητικά και δικαιούται νομικά, σύμφωνα με τις αμέσως ανωτέρω νομικές διατάξεις, να ασκήσει αγωγή καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 εδ. 3 του Α.Κ.

Επισημαίνεται ότι και στην περίπτωση αυτή η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στα ως άνω δικαιούμενα πρόσωπα (ήτοι των συμβιούντων σε ελεύθερη ένωση, με απόκτηση τέκνων) τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, το οποίο εκτιμάται από το Δικαστήριο της ουσίας, ότι πληρούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πραγματικά κριτήρια της ύπαρξης των εν τοις πράγμασι οικογενειακών δεσμών, όπως ιδίως αυτά της διάρκειας και της σταθερότητας της συμβίωσης, της αγάπης, της αφοσίωσης, της φροντίδας, της αμοιβαίας υποστήριξης, της ανάληψης από κοινού της ευθύνης της ανατροφής των τέκνων, της σοβαρής και σταθερής πρόθεσης για συντροφικότητα και συμπόρευση, δηλαδή όλων εκείνων των εκδηλώσεων συναισθημάτων και πράξεων, που αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία της οικογένειας, αλλά και το σκοπό αυτής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό των προσώπων αυτών από την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αληθώς όμως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα σ' αυτόν, μόνο από τον αριθμό 1, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων του άρθρου 932 εδ. 3 του Α.Κ και του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α., τις οποίες, όπως ισχυρίζονται, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, με αποτέλεσμα να απορρίψει ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα του πρώτου ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα της συντρόφου του σε ελεύθερη ένωση E. A.

και μητέρας των τριών κοινών τέκνων τους. Ο λόγος αυτός είναι ορισμένος και παραδεκτός, καθόσον αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων ο πρώτος ενάγων - αναιρεσείων στήριξε το ανωτέρω αγωγικό του αίτημα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη του αιτήματος αυτού ως μη νομίμου συνιστά ή όχι παράβαση των συγκεκριμένων κανόνων δικαίου και το επαγωγικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης.

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η συμβίωση δύο προσώπων σε ελεύθερη ένωση, από την οποία έχουν αποκτήσει τέκνα, θεμελιώνει νομικά τη δημιουργία "οικογενειακών δεσμών" και την ύπαρξη "οικογένειας" κατά την έννοια των ανωτέρω νομικών διατάξεων των άρθρων 932 εδ. 3 του Α.Κ και 8 της Ε.Σ.Δ.Α.

και ως εκ τούτου ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων, καθίσταται νομικά φορέας της αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης υπό την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας της θανούσας συμβίας του και συνεπώς έχει νόμιμο δικαίωμα, σύμφωνα με τις αμέσως ανωτέρω νομικές διατάξεις, να ασκήσει αγωγή καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 εδ. 3 του Α.Κ., για το θάνατο αυτής.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο το ανωτέρω αγωγικό αίτημα του πρώτου αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι δεν περιλαμβάνεται στην "οικογένεια" του θύματος το πρόσωπο εκείνο που συζούσε με αυτό σε κατάσταση ελεύθερης συμβίωσης χωρίς πρόθεση για μελλοντική σύναψη γάμου, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 εδ. 3 του Α.Κ και 8 της Ε.Σ.Δ.Α.

και ως εκ τούτου ο πρώτος αυτός αναιρετικός λόγος είναι, όπως προαναφέρθηκε, βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 του Α.Κ. το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018).

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παράγραφος 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παράγραφος 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.

ΑΠ 9/2015). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., επιδίκασε στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (δεύτερος αναιρετικός λόγος) και στον πρώτο αναιρεσείοντα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (τρίτος αναιρετικός λόγος), χρηματικά ποσά, τα οποία, όπως ισχυρίζονται, είναι καταφανώς μικρότερα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Οι δεύτερος και τρίτος αυτοί αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, δεν διαλαμβάνονται, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και στα οποία θεμελίωσε την κρίση του ως προς τις αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσειόντων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης, αντίστοιχα, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη από τους αναιρεσείοντες παράβαση των άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, σε δυσμενές γι' αυτούς συμπέρασμα, όσον αφορά το εύλογο του ποσού της επιδικασθείσας σ' αυτούς χρηματικής ικανοποίησης.

Σε κάθε περίπτωση όμως, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3064/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 06-08-2015 και περί ώρα 11.00 π.μ., ο πρώτος ενάγων Z.

C., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εκινείτο επί της ..., και συγκεκριμένα στη χιλιομετρική θέση ... στο ύψος των ... Νομού ..., με κατεύθυνση από ..., έχοντας ως συνεπιβάτιδες στο πίσω κάθισμα τις E. A., σύντροφο του σε ελεύθερη ένωση και μητέρα των λοιπών εναγόντων, και την I.V.. Η ως άνω οδός, στο προαναφερθέν σημείο αυτής, είναι αυτοκινητόδρομος - μονόδρομος, με κατεύθυνση προς τους ..., αποτελούμενη αρχικά από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, η δεξιά εκ των οποίων είναι λωρίδα εξόδου από την Εγνατία Οδό προς τον οικισμό ..., εν συνεχεία από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες εκ δεξιών καταλήγουν σε τμήμα της οδού με ειδική οριζόντια σήμανση αποτελούμενη από παράλληλες λοξές λωρίδες, που πλαισιώνονται από μία συνεχή γραμμή (zebra), και στη συνέχεια από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, η δεξιά εκ των οποίων αποτελεί λωρίδα εισόδου για τους εισερχόμενους στην Εγνατία Οδό.

Το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος, στο σημείο που αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, είναι 7,3 μέτρα, ενώ αριστερά της οδού υπάρχει έρεισμα πλάτους 0,80 μέτρων, το πλάτος του σημείου της ειδικής οριζόντιας σήμανσης (zebra) είναι 2,1 μέτρα, ενώ δεξιά αυτής υπάρχει ρείθρο υδάτων πλάτους 1,1 μέτρου. Η οδός, πριν το σημείο του κόμβου ..., είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, καταλήγουσα σε ελαφρά δεξιά στροφή στο σημείο μεταξύ της λωρίδας εξόδου και της λωρίδας εισόδου από και προς την Εγνατία οδό, το δε οδόστρωμα αποτελείται από άσφαλτο σε καλή κατάσταση και ο συντελεστής τριβής του οδοστρώματος είναι 0,70.

Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 130 χλμ/ώρα για τα επιβατηγά οχήματα και 80 χλμ/ώρα για τα φορτηγά οχήματα με ρυμουλκούμενο (άρθρο 20 ν. 2696/1999). Κατά τη στιγμή εκείνη, η κίνηση οχημάτων ήταν κανονική, δεν κυκλοφορούσαν πεζοί στο οδόστρωμα, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, επικρατούσε το φως της ημέρας, ο καιρός ήταν καλός και η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, ενώ δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα ή άλλα εμπόδια επί του οδοστρώματος.

Ο πρώτος ενάγων, κινούμενος επί της ως άνω οδού με ταχύτητα η οποία δεν ξεπερνούσε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 130 χλμ/ώρα, έχοντας αρχικά πρόθεση να εξέλθει από την Εγνατία Οδό προς τον οικισμό ..., μόλις προσέγγισε στο σημείο, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την έξοδο, προκειμένου να φέρει το όχημα του στη λωρίδα εξόδου, αλλά την αντιλήφθηκε καθυστερημένα, όταν πλέον ήταν αδύνατος ο δεξιόστροφος ελιγμός προς την έξοδο από την Εγνατία Οδό.

Αμέσως μόλις συνειδητοποίησε την εσφαλμένη κίνησή του, μείωσε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του και, μη γνωρίζοντας την περιοχή (ως αλλοδαπός), έφερε το όχημά του στο δεξιό άκρο της οδού, στο τμήμα με την ειδική οριζόντια σήμανση (zebra), το οποίο βρίσκεται μεταξύ της λωρίδας εξόδου και της λωρίδας εισόδου του ..., κινούμενος εντός αυτού με μικρή ταχύτητα, η οποία δεν ξεπερνούσε τα 20 χλμ/ώρα, προκειμένου να επιλέξει την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει.

Κατά τον ίδιο χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτηγό, ρυμουλκό με επικαθήμενο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο αρχικά στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της ίδιας ως άνω οδού, με ταχύτητα 80 χλμ/ώρα, όπως προκύπτει από τον ταχογράφο που ήταν τοποθετημένος στο όχημα.

Μόλις το ως άνω όχημα προσπέρασε την έξοδο της ... προς τον οικισμό ..., όπου ξεκινάει το τμήμα της οδού με την ειδική οριζόντια σήμανση (zebra) και οι λωρίδες κυκλοφορίας μειώνονται σε δύο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας με την ίδια ταχύτητα και χωρίς να έχει τεταμένη τη προσοχή του, έφερε μέρος του (συνολικού πλάτους 2,44 μέτρων) οχήματός του εντός του τμήματος της οδού με την ειδική οριζόντια σήμανση (zebra), κατά τουλάχιστον 1 μέτρο, κινούμενος εν μέρει εντός της, δεξιάς πλέον, λωρίδας κυκλοφορίας και εν μέρει εντός του τμήματος της οδού με την ειδική οριζόντια σήμανση (zebra), χωρίς να έχει αντιληφθεί ότι τη στιγμή εκείνη, εντός του τμήματος με την ειδική οριζόντια σήμανση, εκινείτο με πολύ μικρή ταχύτητα το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων, με επακόλουθο να μην τροχοπεδήσει και να επιπέσει με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματός του, στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του οχήματος του πρώτου ενάγοντος, το οποίο σύρθηκε σε απόσταση 31,20 μέτρων, αφήνοντας στην πορεία του χαραγή με λάδια και θραύσματα επί του οδοστρώματος, και κατέληξε εν τέλει στο δεξιό άκρο της λωρίδας εισόδου των οχημάτων προς την Εγνατία Οδό [...].

Υπό τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος, από αμέλεια του, από έλλειψη δηλαδή της προσοχής που όφειλε, ως μέσος συνετός οδηγός, και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να καταβάλει, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12, 16 § 3, 17 § 8 και 21 του ΚΟΚ, οδηγούσε το παραπάνω όχημά του χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο αυτού, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ειδικότερα δε, ενώ εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, κινήθηκε εκτός των ορίων της λωρίδας αυτής και εισήλθε εν μέρει στο τμήμα της οδού με την ειδική οριζόντια σήμανση (zebra), χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το όχημα του πρώτου ενάγοντος, το οποίο εκινείτο τη στιγμή εκείνη με εξαιρετικά μικρή ταχύτητα, και του οποίου η κίνηση ήταν αντιληπτή από μεγάλη απόσταση πριν το σημείο σύγκρουσης, και να προσκρούσει με σφοδρότητα επ' αυτού.

Το γεγονός ότι ο πρώτος ενάγων εισήλθε στο τμήμα της οδού με ειδική οριζόντια σήμανση αποτελούμενη από παράλληλες λοξές λωρίδες που πλαισιώνονται από μία συνεχή γραμμή (zebra), κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 §§ 5α και 8ζ του Κ.Ο.Κ., δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο συμβάν, αφού η ενέργεια του αυτή δεν ήταν ικανή, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, να δημιουργήσει κίνδυνο για τον ίδιο ή για τους λοιπούς χρήστες της οδού, και δεν συνετέλεσε με οποιοδήποτε τρόπο στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο προκλήθηκε αποκλειστικά από την προπεριγραφείσα παράνομη, ανέλεγκτη και απρόσεκτη είσοδο του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος στο τμήμα αυτό της οδού, και την πρόσκρουση του επί του κινούμενου με χαμηλή ταχύτητα οχήματος του πρώτου ενάγοντος.

Μάλιστα, η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το όχημα του πρώτου εναγομένου ήταν μεν εντός του επιτρεπομένου ορίου για την κίνηση στην κανονική λωρίδα κυκλοφορίας του αυτοκινητοδρόμου (80 χλμ/ώρα), εν τούτοις, ήταν ιδιαιτέρως μεγάλη για την κίνηση του οχήματος εντός του ως άνω τμήματος της οδού (zebra), στο οποίο σε κάθε περίπτωση απαγορεύεται η κίνηση των οχημάτων.

Αντίθετα, ο πρώτος ενάγων εισήλθε στο ως άνω σημείο της οδού, παρανόμως μεν, κινούμενος, όμως, προσεκτικά, με πολύ μικρή ταχύτητα, και αναμένοντας να αδειάσει η δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ..., προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του. Σημειώνεται ότι μόνη η παραβίαση διατάξεως του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν αποδεικνύει αυτομάτως υπαιτιότητα στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, αλλά συνεκτιμάται για την κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ανωτέρω συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος [...].

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την προβληθείσα εκ μέρους των εναγομένων ένσταση συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος στην επέλευση του ατυχήματος, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτόμενων ως αβασίμων όσων αντίθετων υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της εφέσεως αυτών.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το ένδικο ατύχημα το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας .... αυτοκίνητο, που ανήκε κατά κυριότητα στον πρώτο ενάγοντα, υπέστη εκτεταμένες σοβαρότατες υλικές ζημίες, μετατραπέν σε άμορφη μάζα σιδηρικών, με αποτέλεσμα να μην είναι τεχνικά δυνατή η αποκατάστασή του [...]. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων, αμέσως μετά το τροχαίο ατύχημα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β.

στο Γενικό Νοσοκομείο ..., όπου διαπιστώθηκε ότι, συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος, υπέστη ελαφρά κάκωση κεφαλής και θώρακος και θλαστικό τριχωτού κεφαλής, παρέμεινε δε νοσηλευόμενος μέχρι την επομένη (7-08-2015), οπότε και εξήλθε λάθρα. Εξ αιτίας του ως άνω τραυματισμού του, αλλά και της ολοσχερούς καταστροφής του οχήματος του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης.

Αφού δε ληφθούν υπόψη, οι προαναφερθείσες συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος, η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου στην πρόκληση αυτού, η ψυχική ταλαιπωρία του πρώτου ενάγοντος από τη σωματική βλάβη που υπέστη, η στενοχώρια που δοκίμασε από την ολοσχερή καταστροφή του οχήματος του, καθώς και η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, εκτός της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούται ο ενάγων, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 2.000 ευρώ, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτόμενων ως αβασίμων των σχετικών λόγων των εφέσεων των διαδίκων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λόγω της σφοδρής σύγκρουσης οι επιβαίνουσες στο όχημα του πρώτου ενάγοντος και καθήμενες στο πίσω κάθισμα αυτού E. A. και I. V. εκσφενδονίστηκαν από το αυτοκίνητο στο οδόστρωμα και απεβίωσαν ακαριαία. Ειδικότερα, η πρώτη τούτων υπέστη επικράνιο αιμορραγία μετωποβρεγματικά, υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου, πολλαπλά κατάγματα πλευρών μονά και διπλά με διασχίσεις των μεσοπλεύριων μυών και συνθλιπττκές κακώσεις των υπερκείμενων μυϊκών μαζών, τραυματική λύση της σπονδυλικής στήλης με πλήρη διατομή μεταξύ Θ3 - Θ4 σπονδύλων, τραυματική τρώση αορτικού τόξου, τραυματικές τρώσεις πνευμόνων, εκτεταμένο αιμοθώρακα, κατάγματα λεκάνης, τραυματικές τρώσεις ήπατος, τραυματικές τρώσεις σπληνός, τραυματικές τρώσεις αριστερού νεφρού, αιμορραγικές θλάσεις εντερικού σωλήνα και αιμοπεριτόναιο [...].

Επίσης, αποδείχθηκε ότι η αποβιώσασα E. A., η οποία γεννήθηκε το έτος 1980 στη ..., ήταν υγιής και αρτιμελής, και ήταν από το έτος 2004 μέχρι την ημέρα του θανάτου της σε ελεύθερη ένωση με τον πρώτο ενάγοντα, με τον οποίο είχαν αποκτήσει τρία τέκνα, τον R. C., γεννηθέντα το 2000, τον I. C., γεννηθέντα το 2005 και τον A. C., γεννηθέντα το 2006 (βλ.

προσκομιζόμενες σε νόμιμη μετάφραση ληξιαρχικές πράξεις γέννησης Κοινότητας ... ...), με τα οποία συνδεόταν με αμοιβαίους και στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης και στενό ψυχικό δεσμό. [...]. Ο βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατος της προαναφερόμενης κατά το ένδικο ατύχημα, προξένησε στα ως άνω τέκνα της βαθύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και θλίψη, και δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης και απογοήτευσης, που είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον, ενώ η απουσία της άφησε στην ανατροφή τους μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό.

Για την απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση, δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, ενόψει όλων των προαναφερθέντων περιστάσεων, και αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα και η κατ' αυτό βίαιη και αιφνίδια απώλεια της θανούσας, η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, η ηλικία αυτής κατά το χρόνο του θανάτου της (35 ετών) και η προαναφερθείσα ηλικία των ως άνω τέκνων της, σε συνδυασμό με το βαθμό του συναισθηματικού και ψυχικού συνδέσμου καθενός με τη θανούσα, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε το καθένα, η μέχρι το ατύχημα καλή κατάσταση της υγείας της και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, όχι όμως της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να καθορισθεί στο εύλογο ποσό των 30.000 ευρώ για καθένα από τα τέκνα αυτής.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που δικαιούται καθένα από τα τέκνα της θανούσας ανέρχεται σε 45.000 ευρώ, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, κατά μερική παραδοχή ως κατ' ουσίαν βασίμου του σχετικού λόγου της εφέσεως των εναγομένων και απορριπτόμενων ως αβασίμων όσων αντίθετων υποστηρίζονται με το σχετικό λόγο της εφέσεως των εναγόντων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης πρέπει να καθορισθεί σε ποσό υπέρτερο του πρωτοδίκως καθορισθέντος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσίβλητων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχτηκε αυτή ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον πρώτο αναιρεσείοντα και ψυχικής οδύνης στους λοιπούς αναιρεσείοντες.

Με αυτά, τα οποία ανωτέρω έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα, και λόγω ψυχικής οδύνης, όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσείοντες, στα προαναφερόμενα ποσά αντίστοιχα, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης καιψυχικής οδύνης, με βάση τα πιο πάνω εκτιθέμενα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, ώστε η κρίση του Εφετείου για την επιδίκασή των ως άνω ποσών στους αναιρεσείοντες να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.

Επομένως, οι ανωτέρω δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, πέραν του απαραδέκτου, λόγω της αοριστίας τους, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες των εδαφ.

α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., οπότε πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ 656/2018, ΑΠ 1804/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης δεν μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ολόκληρη η υπόθεση, αλλά μόνον στην έκταση που καθορίζεται από το αιτητικό της έφεσης και από τους λόγους, που περιέχονται στο δικόγραφό της, καθώς και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Η ρύθμιση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, που αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της συζήτησης και διάθεσης, που καθιερώνονται από το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ., σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ' αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα γίνει επίσης με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια.

Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται, κατά τα ανωτέρω, από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 344/2020, ΑΠ248/2019, ΑΠ 470/2018ΑΠ 1529/2001).

Εξάλλου, "κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης. Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" της κύριας απαίτησης αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο".

Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου", που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων έφεσης και αντέφεσης, σύμφωνα με τα άρθρα 520 παρ. 2 και 523 Κ.Πολ.Δ., δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ., και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (ΑΠ 15/2020, ΑΠ 344/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 207/2017).

Στην ερευνώμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 Α.Κ. με εσφαλμένη ερμηνεία τους, καθώς και α) με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 346 Α.Κ.

και β) με εσφαλμένη μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 345 Α.Κ., καθόσον δέχθηκε ότι έπρεπε να τους καταβληθούν τα επιδικασθέντα χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και όχι με το νόμιμο τόκο επιδικίας. Ο τέταρτος αυτός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, επί του οποίου στηρίζεται ο παρών αναιρετικός λόγος, προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο έφεσης ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1815/2019 απόφασή του επιδίκασε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 346 εδαφ. δ' και ε' του Α.Κ., στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες τα σ' αυτή ειδικότερα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, εξαιρώντας τον τόκο επιδικίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, διότι έκρινε ότι η αντιδικία από την πλευρά των τελευταίων ήταν εύλογη.

Οι αναιρεσείοντες με το δικόγραφο της έφεσής τους δεν προσέβαλαν την άνω πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιό της αυτό, κατά το οποίο κρίθηκε νόμιμο και ουσία βάσιμο το αίτημα των αναιρεσίβλητων για επιδίκαση κατ' εξαίρεση τόκων υπερημερίας. Επομένως το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως επιδίκασε στους αναιρεσείοντες τα σ' αυτή ειδικότερα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, δηλαδή, όπως και πρωτοδίκως, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 Α.Κ., καθόσον, αφού, ως προς το κεφάλαιο αυτό των τόκων, οι εκκαλούντες - αναιρεσείοντες δεν είχαν συμπεριλάβει στο εφετήριο σχετικό λόγο έφεσης, το κεφάλαιο τούτο δεν μεταβιβάστηκε ενώπιον του Εφετείου, το οποίο ως εκ τούτου δεν μπορούσε να το επανεξετάσει, δεσμευόμενο από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης των αναιρεσειόντων.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει: α) να απορριφθεί στο σύνολό της ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων, β) να απορριφθεί εν μέρει ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων και ειδικότερα κατά το μέρος της, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της, που αφορά την επιδίκαση στον πρώτο αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και αυτό των τόκων και γ) να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων και ειδικότερα κατά το μέρος της, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της, που αφορά την επιδίκαση στον πρώτο αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα της συμβίας του σε ελεύθερη ένωση και μητέρας των τριών τέκνων τους E. A.

και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά το τελευταίο αυτό κεφάλαιό της. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από Δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αριθμ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου να ερευνηθεί κατά το ως άνω αναιρούμενο κεφάλαιο αυτής, που αφορά, όπως προεκτέθηκε, την επιδίκαση στον πρώτο αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα της προαναφερομένης, σε ελεύθερη ένωση, συμβίας του και μητέρας των τριών τέκνων τους.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, λόγω της μερικής νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή του συνόλου των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, καθόσον είναι μεν εν μέρει ηττωμένοι διάδικοι ως προς αυτόν, πλην όμως, το μέρος, κατά το οποίο απορρίφθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον εν λόγω πρώτο αναιρεσείοντα, είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αυτός αφορμή να αυξηθούν τα έξοδα και ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 178 παρ. 2, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων, ως ηττωμένοι διάδικοι, να καταδικαστούν στην πληρωμή ανάλογης δικαστικής δαπάνης της τρίτης των αναιρεσίβλητων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

και κατέθεσε προτάσεις και η οποία υποβλήθηκε μεν σε ολόκληρη τη δικαστική δαπάνη, η οποία όμως αντιστοιχούσε κατά το ένα μέρος της στον πρώτο των αναιρεσειόντων ως προς τον οποίο εν μέρει ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ όσον αφορά τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων, που ερημοδίκησαν, δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, καθόσον δεν υποβλήθηκαν σ' αυτά, ούτε βέβαια υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 30-7-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5434/679/30-7-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3064/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων.

-

Καταδικάζει τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων στην πληρωμή ανάλογης δικαστικής δαπάνης της παρισταμένης τρίτης αναιρεσίβλητης, το ύψος της οποίας καθορίζει στο ποσό των χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ.

-

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3064/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, κατά το αναφερόμενο ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.

-

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. . -

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και -Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο πρώτο αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ