Supreme Court dismisses appeal against administrative seizure of bank accounts used for public health purposes during the pandemic.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by individuals and a company against the seizure of bank accounts belonging to a regional government. The appellants argued the seizure violated their rights, but the court found the funds were exclusively allocated for public health measures during the COVID-19 pandemic. Consequently, the court ruled the seizure was lawful and the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 KPolD; Art. 74 para. 2 of Law 4690/2020: The Supreme Court must examine ex officio the presence of parties during an appeal hearing, and it dismisses the appeal if the seized funds were exclusively dedicated to specific public health purposes during the pandemic.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1159 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1159/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου – Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:
1) Α. Λ. του Χ., κατοίκου ... Αττικής,
2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΠΕΜ Α.Ε.» («ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ»), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
3) Ξ. Σ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής,
4) Π. Κ. του Η., κατοίκου ... Αττικής,
οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Χασάπη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Περιφέρειας Πελοποννήσου, που εδρεύει στην Τρίπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Λάρδα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις,
2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24.10.2012 ανακοπή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1694/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1687/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22.03.2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 περί κύρωσης των Π.Ν.Π. σχετικών με την αντιμετώπιση των συνεπειών από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.05.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 01.07.2020 έως 15.07.2020 ή από 01.09.2020 έως 15.09.2020. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ’ αριθ. .../15-7-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γεωργίου Παντή, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την επ’ αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 6-4-2020 έχει επιδοθεί, με επιμέλεια των επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 122 επ., 128 παρ. 4, 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο της 06.04.2020 λόγω διακοπής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, η υπόθεση προσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως και εισήχθη προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση της ως άνω δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να παραστεί κατ’ αυτήν. Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
[ΙΙ] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ' εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 40/2005). Εξάλλου, από τις δύο τελευταίες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται όχι εναντίον όλων των νικησάντων αντιδίκων του αναιρεσείοντος, αλλά μόνο κατ' εκείνων έναντι των οποίων επιδιώκεται με την αναίρεση και, με βάση τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της απόφασης, είναι δυνατή η αναίρεση της απόφασης. Επομένως, είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται κατ’ εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ως προς τους οποίους επομένως, αν ευδοκιμήσουν οι λόγοι της αναίρεσης, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση (ΑΠ 913/2017, ΑΠ 39/2008, ΑΠ 443/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως απευθύνεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρείας, η οποία ήταν ομόδικος των αναιρεσειόντων στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αυτή είναι νικήσας διάδικος, αφού η κατ’ αυτής ανακοπή της πρώτης αναιρεσίβλητης απορρίφθηκε τελεσίδικα. Εξάλλου, οι λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναφέρονται αποκλειστικά στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων (ανακόπτουσα στην ένδικη ανακοπή) κατά της οποίας επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες αναγκαστική εκτέλεση με επίδοση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση και επιβλήθηκε απ’ αυτούς η αναφερόμενη κατάσχεση εις βάρος της πρώτης και εις χείρας της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρείας. Από το όλο περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι σ' αυτήν δεν αναφέρονται πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της ανακοπής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων καθόσον αυτή αφορά στη δεύτερη αυτών (πέμπτη των καθ’ ων η ανακοπή). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.
[ΙΙΙ] Με την κρινόμενη από 22.03.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων (άρθρ. 933 επ., 937, 635 επ., 643, 591 παρ. 1 α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015) εκδοθείσα υπ' αριθ. 1687/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 1694/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 24.10.2012 ανακοπή αυτής κατά της επισπευδόμενης από τους αναιρεσείοντες αναγκαστικής εκτέλεσης, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση και εξαφάνισε την πιο πάνω εκκαλούμενη απόφαση.
Ακολούθως δε το Εφετείο, κρατώντας και δικάζοντας επί της ένδικης ανακοπής, απέρριψε αυτήν ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων (πέμπτη των καθ' ων η ανακοπή) και έκανε δεκτή αυτήν ως προς τους λοιπούς των καθ’ ων (αναιρεσείοντες) και ακύρωσε την αναφερόμενη επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της υπ’ αριθ. 361/2009 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, καθώς επίσης ακύρωσε και το αναφερόμενο κατασχετήριο των αναιρεσειόντων σε βάρος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και εις χείρας της δεύτερης αυτών (αναιρεσιβλήτων) τραπεζικής εταιρείας.
Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον αυτή στρέφεται κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[ΙV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 429/2019). Δεν συνιστούν όμως «πράγματα» οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1162/2020, ΑΠ 719/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1148/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73, 516 και 517 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι κύρια θετική προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται και ειδικώς ως προς κάθε λόγο αυτής τόσο κατά το χρόνο της άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησής της. Το έννομο συμφέρον του εκκαλούντος μπορεί να εκλείψει και μετά την άσκηση της έφεσης, είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του εκκαλούντος, είτε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του. Επίσης, θεωρείται ότι ο εκκαλών έχει κατ’ αρχήν έννομο συμφέρον, όταν αυτός έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει με την οριστική απόφαση την οποία προσβάλλει. Θεωρείται δε ότι έχει ηττηθεί, όταν με την απόφαση απορρίπτονται αιτήσεις και προτάσεις του ή αντιθέτως γίνονται δεκτές αιτήσεις.
Εξάλλου, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τον αριθ. 1, όπως και από τον αριθ. 19, του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, είναι αυτοί που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων, επιβάλλοντας κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών. Έτσι, ως δικονομικοί κανόνες θεωρούνται εκείνοι που καθορίζουν τον τρόπο (τη διαδικασία), τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των από το ουσιαστικό δίκαιο αναγνωριζομένων στα πρόσωπα δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια οι κανόνες που αναφέρονται στο έννομο συμφέρον και τη νομιμοποίηση, ενεργητική και παθητική, των διαδίκων, αποτελούν δικονομικούς κανόνες και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται στην περίπτωση αυτή ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19.
Η παραβίαση των δικονομικών κανόνων ελέγχεται με τον από τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου λόγο αναίρεσης, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο, δηλαδή απαράδεκτο που ανάγεται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 1162/2020, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 66/2018, ΑΠ 1617/2011, ΑΠ 1509/2008, ΑΠ 976/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τις προτάσεις τους στο Εφετείο ισχυρισμό (ένσταση) αυτών περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης εκ μέρους της, δεδομένου ότι η επιβληθείσα σε βάρος της κατάσχεση έχει προ πολλού συντελεστεί και το κατασχεθέν ποσό έχει αποδοθεί σ’ αυτούς προ τριετίας.
Επίσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η επιδίωξη ανατροπής της κατάσχεσης παρίσταται άνευ εννόμου συμφέροντος, ενόψει του ότι το ποσό αυτό αποτελεί οφειλή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων επιδικασμένη δυνάμει ήδη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, η δε τυχόν ανατροπή της θα είχε ως συνέπεια την επιβάρυνση αναίτια και σε βλάβη του δημόσιου συμφέροντος της περιουσίας της με πρόσθετους τόκους υπερημερίας.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (τέταρτος) κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα παραπάνω αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες δεν αποτελούν «πράγματα» κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Είναι δε σαφές ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες (εφεσίβλητους) αποτελούν ισχυρισμούς αρνητικούς της έφεσης της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (εκκαλούσας) και ειδικότερα της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος για την παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης.
Επομένως, οι εν λόγω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων (εφεσιβλήτων) δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση μη λήψης υπόψη από το Eφετείο «πραγμάτων» προταθέντων, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επίσης, με βάση τα ως άνω αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες (εφεσιβλήτους) δεν αναιρείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (εκκαλούσας) για την άσκηση της πιο πάνω έφεσής της, το οποίο (έννομο συμφέρον) εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά την απόδοση στους αναιρεσείοντες του αναφερόμενου ποσού της κατάσχεσης.
Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο του ένδικου μέσου της έφεσης της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο ίδιος λόγος αναίρεσης (τέταρτος) κατά το άνω δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος (τέταρτος) κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, καθόσον οι ως άνω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες διατάξεις των άρθρων 68, 516 και 517 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπονται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της νομιμοποίησης των διαδίκων και του εννόμου συμφέροντος και ειδικότερα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (εκκαλούσας) στην ένδικη έφεση, δεν περιέχουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
[V] Κατά τη διάταξη του 94 παρ. 4 εδ. β' του Συντάγματος, οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει. Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής επιταγής εκδόθηκε ο ν. 3068/2002 «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις κλπ» (ΦΕΚ Α' 274), το άρθρο 4 του οποίου στην παράγραφο 1 ορίζει :
«1. Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών ΝΠΔΔ γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών. Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού.
[...]
3. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του όγδοου βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας».
Από την προαναφερόμενη διάταξη συνάγεται ότι αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να αποτελέσει η ιδιωτική μόνο περιουσία του Δημοσίου και ΝΠΔΔ, αποκλειομένης της κατάσχεσης της δημόσιας περιουσίας των ανωτέρω. Εξάλλου, η δημόσια περιουσία του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ περιλαμβάνει τα πράγματα που έχουν ως προορισμό να εξυπηρετούν με τη χρήση τους αυτούσια δημόσιους σκοπούς, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που έμμεσα μόνο με την αξία ή τις προσόδους τους παρέχουν στο Δημόσιο ή τα ΝΠΔΔ τα οικονομικά μέσα, για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και τη λειτουργία τους.
Επομένως, κριτήριο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί o σκοπός που εξυπηρετεί το πράγμα ή το εν γένει περιουσιακό στοιχείο του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, προκειμένου να ενταχθεί στη δημόσια ή ιδιωτική του περιουσία και να ελεγχθεί, εάν αυτό υπόκειται ή όχι σε αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δανειστών του ως ανήκον στη δημόσια ή ιδιωτική του περιουσία αυτού.
Εξάλλου, δεν αρκεί ότι η φερόμενη ως δημόσια περιουσία του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ είναι ικανή να θεραπεύσει δημόσιους σκοπούς, αλλά θα πρέπει να έχει ήδη και αφιερωθεί στη θεραπεία συγκεκριμένου δημοσίου σκοπού. Μάλιστα θα πρέπει αυτή η αφιέρωση να είναι απολύτως απαραίτητη, με αντικειμενικά μέτρα ελεγχόμενα από το δικαστήριο, για την εκπλήρωση του δημοσίου αυτού σκοπού, σύμφωνα με την κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας.
Υπό την αντίθετη εκδοχή θα καθίστατο αλυσιτελής η παρεχόμενη στους δανειστές του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ δικαστική προστασία, και πρακτικά άνευ περιεχομένου η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφώνεται στις δικαστικές αποφάσεις, ενώ θα παραβιαζόταν και η ισότητα στα δημόσια βάρη. Ειδικότερα δε τα χρηματικά διαθέσιμα ενός ΝΠΔΔ, εφόσον δεν πρόκειται για ορισμένα και ατομικώς προσδιορισμένα «πράγματα» αλλά για έσοδα, τα οποία περιέρχονται στο ΝΠΔΔ αορίστως, χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες υπέρ των εν γένει σκοπών του ΝΠΔΔ, ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία αυτού.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής χρηματικό ποσό που έχει ταχθεί γα την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού ή ειδικού σκοπού ΝΠΔΔ ή ειδικού σκοπού ΟΤΑ, είναι αυτό που προορίζεται άμεσα, ειδικά και αποκλειστικά για τη θεραπεία συγκεκριμένου επιδιωκόμενου σκοπού. Εφόσον ορισμένα χρηματικά ποσά έχουν ταχθεί αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση και κάλυψη ειδικού σκοπού των ΟΤΑ, αυτά δεν υπόκεινται σε κατάσχεση (Oλ AΠ 17/2002, ΑΠ 868/2019, AΠ 335/2017, ΑΠ 2354/2009).
Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα:
«| Με την υπ’ αριθμ. 23.06.2000 αρχική σύμβαση και την από 05.07.2002 συμπληρωματική αυτής σύμβαση που υπεγράφησαν μεταξύ των τεσσάρων πρώτων των εφεσίβλητων και της Νομαρχικής Αυτοδιοίκησης Αρκαδίας, τη δικονομική θέση της οποίας έλαβε η εκκαλούσα «Περιφέρεια Πελοποννήσου» ως καθολική διάδοχος της πρώτης κατ’ άρθρ. 3, 283, 286 Ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης», οι ανωτέρω ανέλαβαν την υποχρέωση εκπόνησης της μελέτης με τίτλο «Μελέτη διαχείριση στερεών αποβλήτων Ν.
Αρκαδίας» σύμφωνα με τους όρους που περιέχονται στις συμβάσεις αυτές και στα λοιπά τεύχη που τις συνοδεύουν, με αμοιβή 35.000.000 δρχ. χωρίς ΦΠΑ και 17.000.000 δρχ. αντίστοιχα, όπως η αμοιβή αυτή καθορίσθηκε με το άρθρο 5 της αρχικής σύμβασης, το άρθρο 5 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων και το άρθρο 4 της συμπληρωματικής σύμβασης.
Δημιουργηθείσας μεταξύ των συμβαλλομένων διαφωνίας ως προς την οφειλόμενη αμοιβή, με την υπ’ αριθ. 361/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών υποχρεώθηκε η εκκαλούσα να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος για λογαριασμό των καθ' ων, συμπραττόντων μελετητικών γραφείων, και ήδη εφεσίβλητων, ως αμοιβή τους για την εκπόνηση της ως άνω μελέτης με τον τίτλο «Μελέτη Διαχειρίσεως Στερεών Αποβλήτων νομού Αρκαδίας», ποσό 92.121,86 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 18.10.2004 μέχρις εξοφλήσεως.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 22.10.2009, η τελευταία άσκησε νομίμως και εμπροθέσμως στις 18.12.2009 τη με αριθμό καταθέσεως 989/8.9.2010 αίτηση αναιρέσεως, η συζήτηση της οποίας, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας (Στ' Τμήματος), ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 25.02.2013. Σημειώνεται ότι επί της αιτήσεως αυτής εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 4680/2014 απορριπτική απόφαση του ΣτΕ (Στ' Τμήματος).
Στις 30.12.2010 επιδόθηκε στην εκκαλούσα αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ’ αριθ. 361/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και η από 28.12.2010 επιταγή προς πληρωμή αυτής, με την οποία κλήθηκε να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος για λογαριασμό των εφεσίβλητων, συμπραττόντων μελετητικών γραφείων, συνολικώς ποσό 158.208 ευρώ.
Στις 14.04.2011, οι εφεσίβλητοι, συμπράττοντα μελετητικά γραφεία, δυνάμει του από 13.04.2011 κατασχετηρίου εγγράφου, το οποίο κοινοποιήθηκε στις 15.04.2011, επέβαλαν σε βάρος της εκκαλούσας και εις χείρας της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη πέμπτης εφεσίβλητης, τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ», ως τρίτης, κατάσχεση ποσού 160.570,99 ευρώ.
Στις 19.04.2011, η άνω τραπεζική εταιρεία προέβη, κατ’ άρθρο 985 ΚΠολΔ, στην υπ’ αριθ. 20868/2011 (θετική) δήλωσή της ενώπιον του Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Αθηνών και, εν συνεχεία, παρακατέθεσε το ποσό των 160.570,99 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εκδοθέντος για το σκοπό αυτόν του υπ’ αριθ. …/27.5.2011 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης.
Στις 24.09.2012 κοινοποιήθηκε στην εκκαλούσα η από 21.09.2012 «άρση κατασχέσεως στα χέρια τρίτου», με την οποία οι εφεσίβλητοι, ήτοι τα μελετητικά γραφεία δήλωσαν προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την εφεσίβλητη ως άνω τραπεζική εταιρεία ότι αίρουν την επιβληθείσα, δυνάμει του ανωτέρω από 13.04.2011 κατασχετηρίου, κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης.
Στις 25.09.2012 επιδόθηκε στην εκκαλούσα αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ’ αριθ. 361/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και η από 24.09.2012 επιταγή προς πληρωμή αυτής και κλήθηκε να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, για λογαριασμό των εφεσίβλητων, συμπραττόντων μελετητικών γραφείων, συνολικώς ποσό 177.073,01 ευρώ.
Στις 2.10.2012 οι ως άνω εφεσίβλητοι (συμπράττοντα μελετητικά γραφεία) παραιτήθηκαν από την ανωτέρω από 25.09.2012 επιταγή και κοινοποίησαν εκ νέου αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ’ αριθ. 361/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και την από 02.10.2012 επιταγή προς εκτέλεση, ενώ κάλεσαν την εκκαλούσα να τους καταβάλει συνολικώς ποσό 172.643,06 ευρώ.
Στις 09.10.2012, οι ως άνω εφεσίβλητοι (τα συμπράττοντα μελετητικά γραφεία), δυνάμει του από 08.10.2012 κατασχετηρίου, το οποίο κοινοποιήθηκε στην εκκαλούσα αυθημερόν, κατέσχεσαν εις χείρας της ως άνω τραπεζικής εταιρείας ως τρίτης (πέμπτης εφεσίβλητης) ποσό 172.890,70 ευρώ. Στις 17.10.2012, η ως άνω τραπεζική εταιρεία προέβη, κατ’ άρθρο 985 ΚΠολΔ, στην υπ’ αριθ. 47184/2012 δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την οποία δήλωσε « [...] ότι εις χείρας της και δη στο κατάστημα της Τριπόλεως με κωδικό αριθμό 510 υφίσταται το κατασχεθέν ποσό 172.890,70 ευρώ και ότι το ποσό αυτό θα αποδοθεί, μετά την προσκόμιση σ’ αυτήν από τους άνω κατασχόντες του εκτελεστού τίτλου και της εκθέσεως επιδόσεως αυτού και ότι από της επιδόσεως σ’ αυτήν του ανωτέρω κατασχετηρίου έως της εν λόγω θετικής δηλώσεώς της δεν έχει επιβληθεί εις χείρας της άλλη κατάσχεση για οφειλές της εκκαλούσας.
Με το δεύτερο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα, επαναφέρει σχετικό λόγο ανακοπής με τον οποίο αυτή επικαλείται το ακατάσχετο του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού που τηρούσε στην ALPHA BANK, κατάστημα Τρίπολης, ο οποίος κατασχέθηκε μέχρι του ποσού των 172.890,70 ευρώ στα χέρια της πέμπτης των εφεσίβλητων άνω τραπεζικής εταιρείας ως τρίτης.
Η εκκαλούσα είχε ήδη ισχυρισθεί με την κρινόμενη ανακοπή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι οι καταθέσεις στον ως άνω υπ’ αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό προέρχονται αποκλειστικώς από Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους, καθώς και από εισπράξεις από παράβολα, από προσφορά υπηρεσιών και από επιβολή προστίμων και ότι κατά συνέπεια είναι ακατάσχετες.
Περαιτέρω, από το με αριθμ. πρωτ. 64806/24111/25-10-2012 έγγραφο της Περιφέρειας Πελοποννήσου, Γενική Δ/νση Εσωτερικής Λειτουργίας, Διεύθυνση Οικονομικού (Τμήμα Προϋπολογισμού και Λογιστικής Διαχείριση) βεβαιώνεται ότι: « [...] τα κεφάλαια του λογαριασμού ... της Περιφερειακής Ενότητας Αρκαδίας, που τηρούνται στην ALPHA BANK, κατάστημα Τρίπολης, προέρχονται αποκλειστικά από επιχορηγήσεις του Υπουργείου Εσωτερικών των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (ΚΑΠ) για:
α. λειτουργικές και λοιπές γενικές δαπάνες, β. δαπάνες δημοσίων επενδύσεων για εκτέλεση - συντήρηση δημοσίων έργων και μελετών, καθώς και από εισπράξεις από παράβολα, από προσφορά υπηρεσιών και από επιβολή προστίμων και αναλυτικά: -εισπράξεις από τα παράβολα του Ν. 3325/2005 (ίδρυση και λειτουργία βιομηχανικών και βιοτεχνικών εγκαταστάσεων) και της αριθ. 4901/311/2002 Κ.Υ.Α. (απόκτηση επαγγελματικής άδειας του Ν. 6422/34 μηχανολόγων - ηλεκτρολόγων κ.λ.π.).
Τα εν λόγω έσοδα διατίθενται για δαπάνες λειτουργίας, κατά κύριο λόγο, της Δ/νσης Ανάπτυξης και Βιομηχανίας,-εισπράξεις των ποσών που καταθέτουν οι φορείς δραστηριοτήτων για να πληρωθούν τα έξοδα δημοσίευσης στον τοπικό τύπο για την Περιφερειακή Ενότητα Αρκαδίας: - των αποφάσεων περί έγκρισης ή μη, των περιβαλλοντικών όρων έργων και δραστηριοτήτων στο Νομό (σχετ.
η αριθμ. ΗΠ 37111/2021/2003 ΚΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - ΕΣ.Δ.Δ.Α. - ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.). -των αποφάσεων περί χορήγησης αδειών εγκατάστασης (ίδρυση, μετεγκατάσταση, ενιαία άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας) των βιομηχανικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων του Ν. 3325/2005 στο Νομό (σχετ. η αριθμ. Φ15/οικ 8101/624/2005 απόφαση Υπ.
Ανάπτυξης). -των αποφάσεων περί χορήγησης αδειών άσκησης δραστηριότητας πετρελαιοειδών προϊόντων (σχετ. η αριθ. Δ/16570/2005 απόφαση του Υπ. Ανάπτυξης). -εισπράξεις των πάσης φύσεως προστίμων, χρηματικών ποινών και προσαυξήσεων επί αυτών, του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2946/2001. Τα εν λόγω πρόστιμα βεβαιώνονται στις Δ.Ο.Υ.
και αποδίδονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες στην δικαιούχο Περιφέρεια κάθε μήνα. Ενδεικτικά εισπράττονται: -πρόστιμα για αυθαίρετες κατασκευές τα οποία βεβαιώθηκαν από τις υπηρεσίες πολεοδομίας των πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, έως 31.12.2010 και θα αποδοθούν στην Περιφέρεια Πελοποννήσου εντός του οικ.
έτους 2012. - περιβαλλοντικά πρόστιμα του άρθρου 30 του Ν. 1650/1986. -πρόστιμα του Ν. 3325/2005 άρθρο 24 Υ.Α. Φ15/7818/14-04-2005 (εγκατάσταση λειτουργία βιοτεχνικών εγκαταστάσεων, επαγγελματικών εργαστηρίων κλπ). - πρόστιμα του Κ.Ν. 2190/20 άρθρο 63δ «Περί Ανωνύμων Εταιρειών» - πρόστιμα του Ν. 3431/2006 «Περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών» -πρόστιμα παραβάσεων Ε.Δ.Χ.
αυτοκινήτων που επιβάλλουν οι Δ/νσεις Μεταφορών και Επικοινωνιών. – Τα έσοδα από τα ανωτέρω πρόστιμα διατίθενται αποκλειστικά για την κάλυψη συγκεκριμένων κατηγοριών δαπανών, ανάλογα με τις διατάξεις των Νόμων που προβλέπουν την επιβολή τους, ήτοι για την κατεδάφιση αυθαιρέτων, την εφαρμογή των σχεδίων πόλης, την ανάπλαση περιοχών, τη χρηματοδότηση προγραμμάτων αποκατάστασης, αναβάθμισης και προστασίας του περιβάλλοντος των περιοχών στις οποίες προκλήθηκε η ρύπανση κ.α.
Επίσης, βεβαιώνουμε ότι τα κεφάλαια που τηρούνται στους λοιπούς λογαριασμούς της Περιφερειακής Ενότητας Αρκαδίας στην ALPHA BANK, προέρχονται από ειδικευμένα έσοδα προς διάθεση για δημόσιους σκοπούς, όπως: επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό για εκλογικές δαπάνες, για αποζημίωση συμβεβλημένων ιατρών εξέτασης υποψηφίων οδηγών, για δαπάνες λειτουργίας προνοιακών ιδρυμάτων κ.λ.π., επιχορηγήσεις από Κ.Α.Π.
για επενδύσεις, για καταβολή του διατροφικού επιδόματος σε νεφροπαθείς, για κάλυψη της δαπάνης μεταφοράς μαθητών, για προστασία ελαιοπαραγωγής, επιχορηγήσεις από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για τις ανάγκες των Υπηρεσιών Γεωργίας Κτηνιατρικής, Αλιείας, Εγγείων Βελτιώσεων, εισπράξεις από τέλη αδείας και μεταβίβασης οχημάτων, οι οποίες διατίθενται σε προγράμματα έργων και μελετών και για την πληρωμή των μισθωμάτων των κτιρίων όπου στεγάζονται οι Υπηρεσίες της Περιφέρειας Πελοποννήσου, κατανομές από τον Ο.Σ.Κ.
Α.Ε., αποδόσεις από το Τ.Ε.Ο. Α.Ε. για έργα οδοποιίας, αποδόσεις από τη Δ.Ε.Η. Μεγαλόπολης του Ειδικού Αναπτυξιακού Πόρου κ.λ.π.». Από τα αμέσως ανωτέρω αποδεικνύεται ότι τα κεφάλαια του εν λόγω λογαριασμού στο σύνολό τους (αλλά και των λοιπών λογαριασμών που τηρεί η εκκαλούσα στην ίδια ως άνω τραπεζική εταιρεία) προέρχονται αποκλειστικά από επιχορηγήσεις του Υπουργείου Εσωτερικών των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (ΚΑΠ) καθώς και από εισπράξεις από παράβολα, από προσφορά υπηρεσιών και από επιβολή προστίμων, προορίζονται δε για λειτουργικές και λοιπές γενικές δαπάνες, καθώς και για δαπάνες δημοσίων επενδύσεων για εκτέλεση-συντήρηση δημοσίων έργων και μελετών.
Συνεπώς, το ανωτέρω ποσό των 172.890,70 ευρώ που κατασχέθηκε στα χέρια της πέμπτης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού σκοπού ΟΤΑ (εν προκειμένω για την Περιφέρεια Πελοποννήσου), εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, προορίζονται άμεσα, ειδικά και αποκλειστικά για τη θεραπεία συγκεκριμένου επιδιωκόμενου σκοπού και επομένως εντάσσονται στη δημόσια περιουσία της εκκαλούσας και δεν υπόκεινται σε αναγκαστική εκτέλεσή τους για την ικανοποίηση των δανειστών της, εφόσον έχουν ήδη αφιερωθεί στη θεραπεία συγκεκριμένου δημοσίου σκοπού, η οποία είναι απολύτως απαραίτητη, με αντικειμενικά μέτρα, για την εκπλήρωση του δημοσίου αυτού σκοπού, όπως εξειδικεύεται στην ανωτέρω βεβαίωση, σύμφωνα με την κατοχυρωμένη στο αρ. 25 παρ. 1 του συντάγματος αρχή της αναλογικότητας.
Ωστόσο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του διέλαβε ότι αορίστως η ήδη εκκαλούσα είχε προβάλει πρωτοδίκως το σχετικό λόγο ανακοπής, αφού δεν ανέφερε ειδικά ποια από τα έσοδα που περιέχονταν στο δικόγραφο της ανακοπής αφορούσαν σε δημόσια και ποια σε ιδιωτική περιουσία της Περιφέρειας Πελοποννήσου, έσφαλε κατά την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων, διότι εφόσον επρόκειτο μόνο για έσοδα που αφορούσαν κατά τα ανωτέρω στο σύνολό τους στη δημόσια περιουσία της ήδη Περιφέρειας Πελοποννήσου [προερχόμενα από Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (ΚΑΠ) καθώς και από εισπράξεις από παράβολα, προσφορά υπηρεσιών και από επιβολή προστίμων] και όχι μεικτά έσοδα (ανήκοντα εν μέρει στη δημόσια και εν μέρει στην ιδιωτική περιουσία της Περιφέρειας Πελοποννήσου) δεν έχρηζε εκ μέρους της εκκαλούσας η εξειδίκευση, καθενός κονδυλίου (πόρου) χωριστά, αρκούσης προς τούτο της αναφοράς ανά κατηγορία των εν λόγω ποσών (πόρων), ήτοι εσόδων ατομικά προσδιοριζόμενων που αντιστοιχούν προς συγκεκριμένες δαπάνες, απολύτως απαραίτητα για την εκπλήρωση δημοσίων σκοπών της εκκαλούσας (όπως οι δαπάνες λειτουργίας της Δ/νσης Ανάπτυξης και Βιομηχανίας, για την πληρωμή των εξόδων δημοσίευσης στον τοπικό Τύπο για την Περιφερειακή ενότητα Αρκαδίας, διάφορα πρόστιμα που αποδίδονται στις ΔΟΥ και στη συνέχεια στην Περιφέρεια και διατίθενται αποκλειστικά για την κάλυψη συγκεκριμένων κατηγοριών δαπανών, ήτοι για τη κατεδάφιση αυθαιρέτων, την εφαρμογή των σχεδίων πόλης, την ανάπλαση των περιοχών, τη χρηματοδότηση προγραμμάτων αποκατάστασης, αναβάθμισης και προστασίας του περιβάλλοντος των περιοχών στις οποίες προκλήθηκε ρύπανση κλπ).
Μετά από όλα αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση ως προς τους τέσσερις πρώτους των εφεσίβλητων... να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της, να κρατηθεί η υπόθεση να δικαστεί στο παρόν Δικαστήριο, να γίνει δεκτή η ανακοπή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους τέσσερις πρώτους των καθ' ων, απορριπτόμενης όμως αυτής ως προς την πέμπτη των καθ’ ων ελλείψει παθητικής νομιμοποίησής της, και να ακυρωθούν:
α) η από 02.10.2012 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας του αντιγράφου εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ' αριθμ. 361/2009 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως και β) το από 08.10.2012 κατασχετήριο των τεσσάρων πρώτων των καθ' ων δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση σε βάρος της ανακόπτουσας και εις χείρας της πέμπτης των καθ’ ων τραπεζικής εταιρείας ποσού 172.890,70 ευρώ|».
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ν. 3068/2002, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης, δεδομένου ότι κατά τις επί μέρους παραδοχές του τα κεφάλαια (χρήματα) του συγκεκριμένου λογαριασμού της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (Ν.Π.Δ.Δ. που αποτελεί δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης), ο οποίος τηρείται στη δεύτερη αυτών τραπεζική εταιρεία, έχουν ταχθεί και αφιερωθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού και ειδικότερα προορίζονται άμεσα, ειδικά και αποκλειστικά για τη θεραπεία των προαναφερόμενων ειδικών και συγκεκριμένα επιδιωκόμενων δημόσιων σκοπών και δραστηριοτήτων και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται σε κατάσχεση.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ανεπάρκεια, ασάφεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες αυτής.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι τα κεφάλαια (χρήματα) του συγκεκριμένου λογαριασμού της πρώτης των αναιρεσιβλήτων έχουν ταχθεί και αφιερωθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι τρεις πρώτοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υπ' αριθ. 134423/Οικ/8-12-1992/20-1-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σε συνδυασμό με τα άρθρα 38 παρ.2 του ν. 2218/1994 και 283 παρ. 2 εδ. β' του ν. 3852/2010, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.03.2019 αίτηση των Α. Λ., «ΕΠΕΜ Α.Ε.», Ξ. Σ. και Π. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1687/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τoυς αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης
αποχωρησάσης
από την Υπηρεσία,
ο αρχαιότερος της
συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος
του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ