Legislator Case Law & Legislation
1159/2020 AI generated

1159/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1159/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 923/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 599/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1159/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1159 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1159/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. χήρας Σ. Κ., 2) Κ. Κ. του Σ., 3) Ι. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Στεφανάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη ... ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 923/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 599/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/9/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 599/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική (διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 28-4-2014 και με αριθμό κατάθεσης 735/2014 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 932/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και απορρίφθηκε στην ουσία της η από 19-12-2011 και με αριθμό κατάθεσης 13006/2011 αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά της εναγομένης ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε", καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η εταιρεία με την επωνυμία "..." και ειδική διάδοχος της τελευταίας τυγχάνει ήδη η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία είχε ασκήσει αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση στον πρώτο βαθμό. Με την παραπάνω αγωγή ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι έχουν ελευθερωθεί από την επίδικη σύμβαση εγγύησης, για το λόγο ότι η εναγομένη αδράνησε για μεγάλο χρονικό διάστημα να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη της απαίτησής της κατά του πρωτοφειλέτη, από δόλο, επικουρικά δε από βαριά αμέλεια και ακόμα διότι καθυστέρησε αδικαιολόγητα να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής της από τις ασφάλειες που της είχαν χορηγηθεί (ενέχυρο επί αυτοκινήτου).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

II. Κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθέρωσης του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης δεν αποκλείεται από ενδεχόμενη παραίτησή του εκ των προτέρων από του κατ' άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος διζήσεως.

Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρύθμισης, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζομένου με αυτή ευεργετήματος (ελευθέρωσης), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή κατέστη αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 332 εδ.α' ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (Ολ.

ΑΠ 6/2000, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 296/2017). Εξάλλου, ο ορισμός της αμέλειας και δη με την αφηρημένη ελαφρά μορφή της, ως στοιχείου πταίσματος θεμελιωτικού λόγου ευθύνης, τόσο ενδοσυμβατικής όσο και αδικοπρακτικής (άρθρο 914 ΑΚ), δίδεται με τη διάταξη του άρθρου 330 εδ. β ΑΚ, σύμφωνα με την οποία αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του (ΑΠ 1534/2008, ΑΠ 1678/2007, ΑΠ 447/2000).

Στον ΑΚ δεν περιλήφθηκε ορισμός της βαριά ς αμέλειας. Έτσι, με κριτήριο την βαρύτητα της αμελούς συμπεριφοράς, ως βαριά αμέλεια θεωρείται αυτή, όταν η απόκλιση από την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθιστα μεγάλη και ιδιαίτερα σοβαρή (ΑΠ 18/2009, ΑΠ 2193/2007). Η έννοια της αμέλειας είναι νομική και επομένως η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το βαθμό της αμέλειας, ελέγχεται αναιρετικά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1073/2015, ΑΠ 2719/2013). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 863 ΑΚ προβλέπεται η απαλλαγή του εγγυητή στην περίπτωση παραίτησης του δανειστή από ασφάλειες, που υπήρχαν για την απαίτησή του, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής. Για τη θεμελίωση της διάταξης αυτής, που είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς είναι επιτρεπτή η παραίτηση του εγγυητή, απαιτείται θετική πράξη του δανειστή και δεν αρκεί η απλή αδράνειά του (ΑΠ 343/2008, ΑΠ 1081/1991).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ ταυτόσημη σχεδόν με αυτήν του άρθρου 559 αρ.1 ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 5 που άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με τον αρ.1 αρ. τρίτιο Ν.4355/2015, ταυτόσημος με αυτόν του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 851/2015).

III. Στην προκειμένη περίπτωση, τo Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Μεταξύ της δανείστριας τραπεζικής; εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε." (καθολική) διάδοχος της οποίας είναι η εναγόμενη), της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ε.ΓΊ.Ε.", ως εξουσιοδοτημένης αντιπροσώπου της πωλήτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ.", και του αγοραστή Ι. Τ. του Κ. καταρτίστηκε η υπ' αριθμ. ....9.2000 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας για την αγορά αυτοκινήτου μάρκας NISSAN, τύπου ALMERA, 1.498 κ. εκ, αντί τιμήματος 12.765,96 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να εξοφληθεί με ισόποσο δάνειο μέσω της υπ' αριθμ. ... πιστωτικής κάρτας σε εξήντα ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ποσού 260,57 ευρώ έκαστη.

Σύμφωνα δε με τους ειδικότερους όρους της συμφωνίας, η πωλήτρια εταιρεία εκχώρησε στην δανείστρια τραπεζική εταιρεία τα δικαιώματα της από την παρακράτηση της κυριότητας του πωληθέντος οχήματος, συστήνοντας παράλληλα ενέχυρο επ' αυτού υπέρ της τελευταίας, και της μεταβίβασε, λόγω ενεχύρου, το δικαίωμα αναγωγής και τις αξιώσεις της που απορρέουν από την πώληση, τη σχέση χρησιδανείου και την παρακράτηση της κυριότητας.

Περαιτέρω, την εκπλήρωση της επίδικης σύμβασης, δεδομένου ότι ο ανωτέρω δανειολήπτης δεν διέθετε ακίνητη περιουσία, εγγυήθηκαν ο Α. Τ. του Λ., Χ. Τ. του Ι. και ο Σ. Κ. του Ι., δικαιοπάροχος των εναγόντων, ενεχόμενοι όλοι εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτες και παραιτούμενοι από το ευεργέτημα διζήσεως και από τις ενστάσεις των άρθρων 853, 858, 862, 864, 866-868 ΑΚ.

Το κεφάλαιο του ανωτέρω δανείου, ποσού 12.765,96 ευρώ, εκταμιεύθηκε αυθημερόν από την τράπεζα προς την πωλήτρια εταιρεία για την εξόφληση του ισόποσου τιμήματος αγοράς του αυτοκινήτου και, στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης, τηρήθηκε ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός πιστωτικής κάρτας. Ο πρωτοφειλέτης, από τους πρώτους ακόμα μήνες, δεν κατέβαλε προσηκόντως τις δόσεις, με αποτέλεσμα η εναγόμενη, με τις από 26.4.2001 και 13.9.2001 επιστολές της, να ενημερώσει τόσο τον πρωτοφειλέτη όσο και όλους τους εγγυητές, προκειμένου να προβούν σε έγκαιρη εξόφληση της οφειλής τους.

Στις 4.3.2002 απεβίωσε ο εκ των εγγυητών Σ. Κ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών, καταλείποντας την από 10.12.2001 ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία εγκατέστησε και τους τελευταίους, μεταξύ άλλων, κληρονόμους του σε ποσοστό 8,74%, 33,04% και 24.79%, αντίστοιχα, κατά το χρόνο δε αυτό η ως άνω οφειλή ανερχόταν στο ποσό των 1,921,16 ευρώ.

Ο πρωτοφειλέτης, από το Φεβρουάριο του έτους 2002 έως την 1η.3.2004, δεν προέβη σε καμία καταβολή, με αποτέλεσμα η οφειλή του την τελευταία αυτή ημερομηνία να ανέλθει στο ποσό των 10.448,18 ευρώ. Η εναγόμενη, με την από 15.1.2004 εξώδικη διαμαρτυρία της, που επιδόθηκε στον πρωτοφειλέτη και στους εγγυητές, πλην των εναγόντων (ο, δικαιοπάροχος τους είχε ήδη αποβιώσει προ διετίας), τους προσκαλούσε να εξοφλήσουν την απαίτησή της εντός τριών ημερών από την επίδοσή της, σε περίπτωση δε παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αυτής, θα κατήγγειλε τη σύμβαση χρησιδανείου, οπότε και καλούσε τον πρωτοφειλέτη να της αποδώσει το όχημα.

Στις 5.4.2004, ο τελευταίος κατέβαλε το ποσό των 4.000 ευρώ και η εναγόμενη εύλογα δεν προχώρησε σε πράξεις εκτέλεσης, καθόσον η εμπορική αξία του ενεχυρασμένου υπέρ της αυτοκινήτου ανερχόταν τότε στο ποσό των 8.200 ευρώ, η δε ληξιπρόθεσμη οφειλή στο ποσό των 6.638,17 ευρώ, ωστόσο ενδεχόμενη καταγγελία της σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας θα καθιστούσε άμεσα ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και τις λοιπές δόσεις, ώστε το σύνολο της απαίτησης της εναγόμενης θα ανερχόταν στο ποσό των 11.562,21 ευρώ, με αποτέλεσμα να μην επαρκεί τo προϊόν της εκποίησης του ως άνω οχήματος για την ικανοποίηση της απαίτησης της, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ωστόσο, έκτοτε ο πρωτοφειλέτης δεν προέβη σε καμία καταβολή, οι δε ενάγοντες πρώτη φορά έλαβαν γνώση για την οφειλή του δικαιοπαρόχου τους ως εγγυητή της επίδικης σύμβασης με την από 27.10.2005 επιστολή της εναγόμενης προς αυτόν, με την οποία τον καλούσε να την εξοφλήσει, ανερχόμενη τότε στο ποσό των 14.728,30 ευρώ.

Εντούτοις, δεν προέβησαν σε κάποια καταβολή και η εναγόμενη επέδωσε στις 26.10.2006 στους ενάγοντες (και στους λοιπούς συμβαλλόμενους) την από 19.9.2006 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, καλώντας τους να εξοφλήσουν τη ληξιπρόθεσμη οφειλή εντός πέντε ημερών από την επίδοσή της, ενώ με την από 22.11.2006 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στους ενάγοντες στις 22.2.2007, κατήγγειλε τη σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας κι έκλεισε τον τηρούμενο λογαριασμό, με κατάλοιπο ποσού 17.951,25 ευρώ.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η εναγόμενη δεν επέδειξε αδράνεια στο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, αποτέλεσμα της οποίας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, ήταν να καταστεί μεταγενέστερα ο τελευταίος αναξιόχρεος, λόγω της παρόδου άπρακτου μεγάλου χρονικού διαστήματος, καθώς ο πρωτοφειλέτης ήδη κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβαση ς δεν διέθετε ακίνητη περιουσία, για το λόγο δε αυτό συμβλήθηκαν και τρεις εγγυητές και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται παραβίαση της αρχής του υπεύθυνου δανεισμού, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, ενώ καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε μεταβολή της πιστοληπτικής του ικανότητας και της περιουσιακές του κατάστασης, οφειλόμενη μάλιστα σε αδράνεια της εναγόμενης.

Η δε μείωση της αξίας του οχήματος, λόγω παλαιότητας, στο ποσό των 7.000 ευρώ στις 22.11.2006, όταν έκλεισε τελικά ο λογαριασμός που τηρούνταν στα πλαίσια της δανειακής σύμβασης, με κατάλοιπο ποσού 17.951,25 ευρώ, δεν τον κατέστησε αναξιόχρεο, καθόσον εξαρχής το προϊόν από την εκποίηση του εν λόγω οχήματος, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων εξόδων εκτέλεσης, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της εναγόμενης (διαφορετικά δεν θα απαιτούνταν τρεις εγγυητές) και, κατά συνέπεια,- δεν ασκούν εν προκειμένω επιρροή τυχόν ενέργειες της εναγόμενης προς ανεύρεση του οχήματος.

Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι επί σειρά ετών η εναγόμενη δεν τους ενημέρωσε για την ύπαρξη και την εξέλιξη του χρέους με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται με υπέρογκους τόκους, αλυσιτελώς προβάλλεται, μη δυνάμενος ναι στοιχειοθετήσει δόλο ή έστω βαρεία αμέλειά της, αφού οι ίδιοι οι ενάγοντες, αφού πληροφορήθηκαν τα ανωτέρω, μέχρι σήμερα δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε καταβολή, έστω προς εξόφληση του κεφαλαίου της χορηγηθείσας πίστωσης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι συντρέχει περίπτωση ελευθέρωσης των εναγόντων από τη σύμβαση εγγύησης, έσφαλε κατά την ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης". Οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό λόγο της αίτησης τους μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του λόγου τους αιτιώνται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, παρά το γεγονός ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα.

Ακόμα ισχυρίζονται ότι το παραπάνω Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό τους ισχυρισμό ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2003 η οφειλή είχε εκτιναχθεί από το ποσό των 1.593,33 ευρώ σε αυτό των 5.808,27 ευρώ, η δε αξία του ενεχυρασμένου αυτοκινήτου ανερχόταν τότε (2003) στο ποσό των 8.450 ευρώ και άρα υπήρχε στάδιο ικανοποίησης της τράπεζας, πράγμα που εάν ελάμβανε υπόψη θα εφάρμοζε τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, με συνέπεια την απελευθέρωσή τους από την ευθύνη, ως καθολικών διαδόχων του αρχικού εγγυητή.

Οι πιο πάνω πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα ότι η εναγομένη με τις από 26-4-2001 και 13-09-2001 επιστολές της ενημέρωσε τόσο τον πρωτοφειλέτη όσο και όλους τους εγγυητές, προκειμένου να προβούν σε έγκαιρη εξόφληση της οφειλής τους, ότι στις 5-4-2004 ο πρωτοφειλέτης κατέβαλε το ποσό των 4.000 ευρώ και η εναγομένη εύλογα δεν προχώρησε σε πράξεις εκτέλεσης, καθόσον η εμπορική αξία του ενεχυρασμένου υπέρ της αυτοκινήτου ανερχόταν τότε στο ποσό των 8.200 ευρώ, η δε ληξιπρόθεσμη οφειλή στο ποσό των 6.638,17 ευρώ, ότι έκτοτε δεν εχώρησε καμία καταβολή και η εναγομένη, αφού είχε προηγηθεί η από 27-10-2005 όχληση της προς τον πρωτοφειλέτη, με την από 22-11-2006 εξώδικη δήλωση της κατήγγειλε τη σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας και έκλεισε τον τηρούμενο λογαριασμό, με κατάλοιπο ποσού 17.951,25 ευρώ και ότι έτσι η εναγομένη δεν επέδειξε αδράνεια στο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, ώστε αυτός, στερούμενος ακίνητης περιουσίας, να καταστεί μεταγενέστερα αναξιόχρεος, δεν δικαιολογούσαν (οι παραδοχές αυτές), την εφαρμογή των άρθρων 862 ΑΚ, διάταξη που ορθά δεν εφαρμόστηκε.

Ούτε διέλαβε η απόφαση παραδοχή για αμέλεια της δανείστριας, ώστε να υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης αξιολογικής κρίσης ως προς την έννοια αυτής και δη της βαριάς αμέλειας, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες. Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση με την παραδοχή της ότι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε μεταβολή της πιστοληπτικής ικανότητας και της περιουσιακής κατάστασης του πρωτοφειλέτη, η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς σχετικά με την περιουσιακή του κατάσταση και την αξία του ενεχυρασμένου αυτοκινήτου και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, ο λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, για εσφαλμένη μη εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 863 ΑΚ, καθώς και η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του ίδιου άρθρου, συνισταμένη στην μη λήψη υπόψη του αγωγικού ισχυρισμού ότι η μακρόχρονη αδράνεια της εναγομένης να ασκήσει τα συμβατικά δικαιώματά της επί του ενεχυρασθέντος αυτοκινήτου ισοδυναμεί με παραίτηση από την εμπράγματη ασφάλεια του ενεχύρου, με συνέπεια την απελευθέρωση των εγγυητών.

Ο λόγος αναίρεσης και ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει παραδοχή για παραίτηση από το ενέχυρο, ώστε να καθίσταται εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 863 ΑΚ. Η δε αιτίαση των αναιρεσειόντων για παραίτηση από το ενέχυρο επί του αυτοκινήτου, που επήλθε με την παράλειψη της δανείστριας να ασκήσει τα συμβατικά δικαιώματά της, αλυσιτελώς προβάλλεται διότι, ως εκτέθηκε στην πιο πάνω νομική σκέψη, για την παραίτηση από εμπράγματη ασφάλεια, που επιφέρει ως συνέπεια την ελευθέρωση του εγγυητή κατ' άρθρο 863 ΑΚ, απαιτείται θετική πράξη του δανειστή και δεν αρκεί η απλή αδράνειά του.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και οι αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-9-2018 αίτηση των Κ. Κ. και λοιπών, για αναίρεση της με αριθμό 599/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)