1159/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 11/2003).
Legislator headnote
AI generated1159/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1159 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1159/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Της αναιρεσείουσας: Μ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Κωνσταντίνας Κουφού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛΓΑ), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Πομπιέρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμό .../20-12-2013.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 763/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 669/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-5-2017 και με αριθμό κατάθεσης .../24-5-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 11/2003).
Περαιτέρω, με το ν. 3304/2005 "Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης κλπ", μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη το σύνολο της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2000, με την οποία επιδιώκεται η θέσπιση ενός γενικού πλαισίου ρυθμίσεων για την καταπολέμηση των διακρίσεων, λόγω θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, ώστε να επιτυγχάνεται στον τομέα αυτόν η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη (άρθρο 1 της Οδηγίας και άρθρο 1 του ν. 3304/2005).
Με τις διατάξεις της εν λόγω Οδηγίας, όπως αυτές ενσωματώθηκαν στην εθνική έννομη τάξη με τον ανωτέρω ν. 3304/2005 [ο οποίος ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 4443/2016 (ΦΕΚ Α’ 232/9-12-2016), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], σκοπείται η θέσπιση ενός γενικού πλαισίου, προκειμένου να εξασφαλίζεται σε κάθε πρόσωπο ίση μεταχείριση στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, με την παροχή αποτελεσματικής προστασίας από διακρίσεις που στηρίζονται σε έναν από τους λόγους του άρθρου 1 της Οδηγίας αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηλικία.
Η απαγόρευση των διακρίσεων ως προς την ηλικία, στην οποία αποβλέπει η εν λόγω Οδηγία που, σύμφωνα με τις αιτιολογικές της σκέψεις, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την πραγματοποίηση των στόχων που καθορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση και για την ενθάρρυνση της ποικιλομορφίας στην απασχόληση, τυγχάνει εφαρμογής σε όλα τα πρόσωπα, στο σύνολο του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.
Αποκλίσεις από την απαγόρευση της διακριτικής μεταχείρισης, λόγω ηλικίας, συγχωρούνται: α) στην περίπτωση που, ενόψει της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων και του πλαισίου εντός του οποίου αυτές ασκούνται, οι φυσικές ικανότητες των υποψηφίων αποτελούν χαρακτηριστικό συνδεόμενο με την ηλικία τους, το οποίο αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική προϋπόθεση, δηλαδή χαρακτηριστικό ουσιώδους σημασίας σε σχέση με την ικανότητα άσκησης των εν λόγω δραστηριοτήτων και εφόσον η προϋπόθεση αυτή είναι ανάλογη και ο επιδιωκόμενος σκοπός θεμιτός και β) στην περίπτωση που στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου εξυπηρετούνται θεμιτοί σκοποί κοινωνικής πολιτικής, ιδίως δε σκοποί που συνδέονται με την πολιτική της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας ή της επαγγελματικής κατάρτισης (άρθρα 2, 3, 4 και 6 της Οδηγίας και άρθρα 7, 8, 9 και 11 του ν. 3304/2005, ΣτΕ 3184/2017, ΣτΕ 1706/ 2013).
2. Ο "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛΓΑ) ιδρύθηκε με το ν. 1790/1988, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκει εξολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης. Εξάλλου, με το άρθρο 29 παρ.4 και 6 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του "ΕΛΓΑ", που εγκρίθηκε με την 287819/10-8-2005 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ Β’ 1163/22-8-2005), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ.2 του ν. 1790/1988 και έχει ισχύ νόμου (ΑΠ 1806/2017, ΑΠ 721/2004), ορίζονται τα εξής: "1. [...] 4.
Στους τακτικούς υπαλλήλους που έχουν διετή τουλάχιστον πραγματική υπηρεσία και δεν έχουν υπερβεί το 45ο έτος της ηλικίας τους, μπορεί να χορηγείται μετά από αίτησή τους, με απόφαση του Προέδρου του ΕΛΓΑ και γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, εκπαιδευτική άδεια απουσίας με αποδοχές για την ημεδαπή ή την αλλοδαπή.
Η εκπαιδευτική άδεια συνολικά δεν μπορεί να υπερβαίνει την τριετία, χορηγείται δε για παρακολούθηση σπουδών, οι οποίες είναι απόλυτα σχετικές με το έργο του ΕΛΓΑ και καθορίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΛΓΑ. [...] 6. Οι υπάλληλοι στους οποίους χορηγείται άδεια μετεκπαίδευσης παίρνουν πλήρεις αποδοχές, που αυξάνονται στο διπλάσιο, αν η άδεια είναι για μετεκπαίδευση στο εξωτερικό.
Επίσης, παίρνουν τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής και τα έξοδα εγγραφής και φοίτησης στη σχολή στην οποία πρόκειται να μετεκπαιδευτούν. Η διαδικασία υποβολής, έγκρισης και απόδοσης των εξόδων και δαπανών καθορίζεται με απόφαση του Προέδρου του ΕΛΓΑ...". Με τις ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού ρυθμίζεται το ζήτημα της χορήγησης εκπαιδευτικής άδειας στους τακτικούς υπαλλήλους του ΕΛΓΑ, που έχουν διετή τουλάχιστον πραγματική υπηρεσία και δεν έχουν υπερβεί το 45ο έτος της ηλικίας τους.
3. Στην προκειμένη περίπτωση, το κατ’ έφεση δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 669/2016 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσελήφθη από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) το έτος 1989, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην κατηγορία υπαλλήλων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ΠΕ4 του κλάδου Διοικητικών- Οικονομικών.
Ότι από το έτος 2009 υπηρετούσε στη Διεύθυνση Οικονομικού, στο Τμήμα Μισθοδοσίας και από το έτος 2011 έως την άσκηση της ένδικης αγωγής στο Τμήμα Λογιστηρίου της ίδιας Διεύθυνσης. Ότι αρχές του έτους 2013, η ενάγουσα, ηλικίας τότε 54 ετών, έγινε δεκτή, μετά από σχετική αίτησή της, στο διατμηματικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΑΣΟΕΕ), στη δημόσια πολιτική και διοίκηση (Master in public policy and public management), με εξειδίκευση στη δημόσια διοίκηση των τμημάτων Οικονομικής Επιστήμης, Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας.
Ότι η έναρξη των μαθημάτων του εν λόγω προγράμματος, διετούς διάρκειας, ορίσθηκε την 1η Οκτωβρίου 2013 και το ύψος των διδάκτρων ορίσθηκε στο ποσό των 8.000 ευρώ. Ότι η ενάγουσα, με την από 5-7-2013 (αρ. πρωτ. 8537/5-7-2013) αίτησή της προς τη Διεύθυνση Μελετών και Εφαρμογών του εναγομένου, ζήτησε την έγκριση συμμετοχής της στο εν λόγω πρόγραμμα και την ανάληψη του κόστους των διδάκτρων από το εναγόμενο.
Ότι με την 94/2-8-2013 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου απορρίφθηκε η ως άνω αίτηση της ενάγουσας, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, που ορίζει η διάταξη του άρθρου 29 παρ.4 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού αυτού, διότι η ενάγουσα, κατά το χρόνο της υποβολής της ανωτέρω αίτησης, είχε υπερβεί το ηλικιακό όριο των 45 ετών, που θέτει η προαναφερόμενη διάταξη.
Ότι το άρθρο 29 παρ. 4 και 6 του ως άνω Κανονισμού, που θεσπίζει εξαίρεση υπέρ των τακτικών υπαλλήλων του εναγομένου, οι οποίοι δεν έχουν υπερβεί το 45ο έτος της ηλικίας τους, καθιερώνει διαφορετική μεταχείριση βασιζόμενη άμεσα στην ηλικία, σε βάρος των τακτικών υπαλλήλων του που έχουν συμπληρώσει το 45ο έτος της ηλικίας τους, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 παρ.1 και 2 στοιχ.
α’ της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ. Ότι, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ως άνω Οδηγίας, η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν συνιστά απαγορευμένη διάκριση, εάν δικαιολογείται από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξή του είναι πρόσφορα και αναγκαία. Ότι στην προκειμένη περίπτωση, η πρόβλεψη σε βάρος των τακτικών υπαλλήλων, που έχουν υπερβεί το προαναφερόμενο ηλικιακό όριο, δικαιολογείται αντικειμενικά και λογικά, διότι η θέσπιση του ηλικιακού ορίου των 45 ετών για τη χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας απουσίας και δυνατότητας απόδοσης των εξόδων και των δαπανών, που απορρέουν από τη μετεκπαίδευση, καθιστά δυνατή την παροχή ικανού και επαρκή χρόνου, προκειμένου ο μετεκπαιδευθείς σε σχετικές σπουδές υπάλληλος να εξελιχθεί εντός του Οργανισμού και να προσφέρει τις υπηρεσίες του για μεγάλο χρονικό διάστημα στον τελευταίο.
Ότι, συνεπώς, η διαφοροποίηση των ως άνω δύο κατηγοριών υπαλλήλων, η οποία συμβάλλει στην ικανοποίηση της ανάγκης του Οργανισμού για στελέχωσή του από εξειδικευμένους υπαλλήλους, αλλά και στη βιωσιμότητά του, δικαιολογείται από τον προαναφερόμενο θεμιτό σκοπό. Ότι αναφορικά με την αναγκαιότητα των ρυθμίσεων και τη στάθμιση της βλάβης των υπαλλήλων, που υφίστανται την ανωτέρω διαφορετική μεταχείριση και του οφέλους του κοινωνικού συνόλου, ενόψει της φύσης του Οργανισμού ως κοινής ωφελείας, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη:
α) ότι οι ανωτέρω στόχοι δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν εξίσου αποτελεσματικά με ηπιότερα μέσα, β) ότι το όριο ηλικίας που θεσπίζεται δυνάμει της διάταξης του άρθρου 29 του Κανονισμού είναι, κατ’ αρχήν, εύλογο, διότι επιτρέπει τη μακρόχρονη σταδιοδρομία του μετεκπαιδευθέντος στην υπηρεσία και γ) ότι το επίμαχο όριο των 45 ετών η ενάγουσα υπάλληλος το γνώριζε ήδη από το έτος 2005, οπότε με την ΚΥΑ 287819/10-8-2005 (ΦΕΚ 1163 Β’ /22-8-2005), εγκρίθηκε ο Κανονισμός Κατάστασης Προσωπικού του εναγομένου, δηλαδή δεν νομοθετήθηκε αιφνιδιαστικά χωρίς να το αναμένει.
Ότι, συνεπώς, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 29 (παρ.4 και 6) του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του ΕΛΓΑ, που εγκρίθηκε με την ως άνω ΚΥΑ, θέσπισε μέτρο, το οποίο δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων. Ότι ενόψει των ανωτέρω, δεν αντίκειται ούτε στη συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε στην οδηγία 2000/78/ΕΚ και το ν. 3304/2005, που τη μετέφερε στην εθνική έννομη τάξη, διότι η ανωτέρω διαφορετική μεταχείριση των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων είναι δικαιολογημένη, καθόσον υπηρετεί θεμιτούς σκοπούς και αποτελεί μέτρο πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξή τους.
Ότι, εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα ζήτησε να λάβει εκπαιδευτική άδεια με αποδοχές, αντίστοιχη της διάρκειας φοίτησής της στο εν λόγω μεταπτυχιακό τμήμα, ενώ στο ... εισηγητικό σημείωμα, που συντάχθηκε από τη Διεύθυνση Μελετών και Εφαρμογών του εναγομένου και απευθυνόταν προς το ΔΣ αυτού, δεν συμπεριελήφθη εισήγηση προς ανάληψη από τον τελευταίο του κόστους των διδάκτρων.
Ότι η απόρριψη από το εναγόμενο της αίτησης της ενάγουσας ήταν νόμιμη, η δε διαφορετική μεταχείρισή της σε σχέση με τους ενδεικτικά αναφερόμενους στην αγωγή υπαλλήλους, που είχαν ηλικία μικρότερη σε σχέση με αυτή, πάντως δεν υπερέβαιναν το 45ο έτος της ηλικίας τους, για τους οποίους εγκρίθηκε η καταβολή των εξόδων φοίτησης με αντίστοιχες αποφάσεις του ΔΣ του εναγομένου, ήταν δικαιολογημένη.
Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά παραδοχή της έφεσης του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.500 ευρώ (ήτοι 8.000 € για έξοδα φοίτησης στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών και 500 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. 4.
Κρίνοντας το κατ’ έφεση δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ότι η επίμαχη διάταξη του άρθρου 29 παρ.4 και 6 του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού του ΕΛΓΑ, δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε στις διατάξεις της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ και του ν. 3304/2005, με τον οποίο αυτή μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για τη συνδρομή στη συγκεκριμένη περίπτωση των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος, από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση (ως εκ του χρόνου έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και άσκησης της αίτησης αναίρεσης), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.5 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 (σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ’ αποφάσεων ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ.5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτής περί οικονομικής ωφέλειας του εναγομένου από τη μετεκπαίδευσή της, καθόσον ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές, χωρίς επιδότηση και προσκόμισε στην υπηρεσία τον μεταπτυχιακό τίτλο και έτσι προσέφερε στον εναγόμενο αναβαθμισμένες υπηρεσίες.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ, αλλά αποτελεί πραγματικό επιχείρημα που δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-5-2017 και με αριθμό κατάθεσης .../24-5-2017 αίτηση για αναίρεση της 669/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ