Legislator Case Law & Legislation
1159/2017 AI generated

1159/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1159/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1159/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, επειδή το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η σχετική ένσταση δεν είχε προβληθεί κατά των αξιώσεων του τελευταίου ενάγοντος, έσφαλε και, ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος της έφεσης της δεύτερης εναγόμενης Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", πρέπει να γίνει δεκτός και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 535 § 1 ΚΠολΔ) και να δικαστεί η παραπάνω .../9-6-2008 αγωγή.

Keywords

AI generated
fraudulent insurance claim private liability insurance safety concerns insurance policy right to higher insurance cover statutory insurance obligation
AI generated
673/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό - Εισηγητή και Παναγιώτα Πασσίση, Αρεοπαγίτες.
1976/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουλίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3069/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5728/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του καθώς και με τους από 19 Ιουλίου 2007 πρόσθετους λόγους.
156/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-5-2003 αγωγή και 20-8-2003 παρεμπίπτουσα αγωγή των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 342/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2008 αίτησή του και τους από 12-1-2010 πρόσθετους λόγους του.
687/2018
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2722/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 747/2015 του Εφετείου Πειραιά.
35/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:253/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2011 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1159 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1159/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ποσνακίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο 2ο χλμ. της Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2008 αγωγή του Ρ. Ρ. του Τ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 2-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 20-6-2008 (αρ. εκθ. καταθ. .../ 2008 και 27411/2008) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9028/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 495/2013 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-11-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 27-1-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 17-11-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 495/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β’ του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, ή, είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την .../22-6-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ό. Ε., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 241/2014, αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 5-2-2016 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε με σχετική σημείωση στο πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-11-2016) και έλαβε αριθμό πινακίου …, οπότε αυτή δεν εμφανίστηκε διά του νομίμου εκπροσώπου της, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει συνεπώς κατ’ εφαρμογή των άνω διατάξεων να προχωρήσει η έρευνα της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 του ν. 2915/ 2001, "αν στις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά: α) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, β) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά...".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ’ αυτές...

τις καταθέσεις των μαρτύρων...". Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ), όπως είναι οι διαφορές του άρθρου 681Α ΚΠολΔ, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων (άρθρο 666 παρ. 1 ΚΠολΔ), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και αντενστάσεις, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 KΠoλΔ, Ολ.ΑΠ 2/2005).

Είναι όμως παραδεκτοί οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, με σαφή έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν και προτείνονται και προφορικά, έστω και με παραπομπή στις προτάσεις, διότι και στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατή η εξέτασή τους στο ακροατήριο.

Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε των άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το τμήμα αυτών που περιέχει τις δηλώσεις των διαδίκων και γίνεται αναφορά στις κατατεθείσες προτάσεις αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ,Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. α’ του Ν. ΓΠΝ/4-5-1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" για κάθε ζημία που προξενείται από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 εδ. α’ του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ’ αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου "ο δικαστής, κατά την επιδίκασιν της αποζημιώσεως, οφείλει να λαμβάνη υπ’ όψιν τας κατ’ ιδίαν περιστάσεις, οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακός συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, προς δε και καταθέσεις μαρτύρων παρόντων κατά το ατύχημα και υποκειμένων, κατά τας διατάξεις της Πολ.Δικονομίας εις εξαίρεσιν, λόγω συγγενείας".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο ως άνω νόμος καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση) σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο αυτοκίνητο με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός). Επομένως, για τη θεμελίωση αγωγής που έχει ως βάση το Ν.

ΓΠΝ/1911 το θύμα (τρίτος) ζητώντας αποζημίωση με βάση το Ν. ΓΠΝ/1911 έχει υποχρέωση να επικαλεστεί και αποδείξει ζημία που προήλθε από το αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του και την ιδιότητα του εναγόμενου ως οδηγού, κατόχου ή ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρόνο της προκλήσεως της ζημίας.

Στις προϋποθέσεις αυτές δεν περιλαμβάνεται ούτε η πράξη ούτε το παράνομο. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/2011 προκύπτει ότι προβλέπεται απαλλαγή του ενεχόμενου προσώπου, πλην άλλων, και σε περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος στη ζημία του, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας του τελευταίου (ΑΚ 300).

Επομένως, επί αγωγής που έχει ως βάση το Ν. ΓΠΝ/1911, όπως συμβαίνει στην περίπτωση αγωγής αποζημιώσεως παθόντος πεζού σε αυτοκινητικό ατύχημα, στρεφόμενης κατά του ιδιοκτήτη και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο οποίος επίσης, δεν φέρεται ως προστήσας τον οδηγό αυτού, και συνεπώς δεν μπορεί να θεμελιωθούν οι σχετικές αξιώσεις στις διατάξεις του άρθρου 914 (για τον οδηγό) ή 922 ΑΚ (για το προστήσαντα), ο ισχυρισμός του εναγομένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος παθόντος στην πρόκληση του ατυχήματος συνιστά ένσταση στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 5 του Ν.

ΓΠΝ/1911, την οποία ο εναγόμενος οφείλει να προτείνει παραδεκτά κατά τα προαναφερόμενα. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 4476/1965 και 1 του β.δ. 226 της 22.2/21.3.1973 "περί του τρόπου υπολογισμού δαπανών του ΙΚΑ", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 4476/1965, συνάγεται ότι μετά την έναρξη ισχύος (23-11-1986) του πιο πάνω άρθρου 18 του ν. 1654/1986, το ΙΚΑ για παροχές στον ασφαλισμένο σ’ αυτό παθόντα έχει απευθείας αξίωση από τον νόμο κατά του υπόχρεου προς αποζημίωση, υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως κατά το ποσόν των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωσή του κατά του υπόχρεου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από αυτόν και τα κονδύλια, που κατέβαλε ή οφείλει να καταβάλει σε αυτόν το ΙΚΑ, από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης, που τους συνδέει, διότι ως προς αυτά δεν είναι πλέον δικαιούχος.

Γένεση της αξίωσης αποζημίωσης κατά του υπόχρεου και μεταβίβαση αυτής στο ΙΚΑ, συμπίπτουν χρονικώς. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεταβίβαση είναι η θεμελίωση αξιώσεως αποζημιώσεως στο πρόσωπο του ασφαλισμένου ή των μελών της οικογένειάς του κατά τρίτων. Μπορεί δε να στηρίζεται στο ν. ΓΠΝ/ 1911 ή στις διατάξεις των άρθρων 914, 922 ΑΚ.

Αν τέτοια αξίωση δεν μπορεί να θεμελιωθεί για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο, όπως γιατί το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου του ασφαλισμένου, τότε δεν τίθεται καν θέμα μεταβιβάσεως αξιώσεως στο Ι.Κ.Α., εφόσον τέτοια αξίωση δεν έχει γεννηθεί και η σχετική αγωγή ή κύρια παρέμβαση του Ι.Κ.Α., απορρίπτεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Τέλος, οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται μόνο σε περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για την μη τήρηση αυτών.

Αντιθέτως, δεν ιδρύονται οι λόγοι των αριθ. 1 και 19 επί παραβιάσεως κανόνων του δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον ΙΚΑ με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι παραδεκτά είχε προταθεί πρωτοδίκως, από τη δεύτερη εναγομένη, της με αριθμό καταθέσεως .../2008 αγωγής του και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "...

Α.Ε.", η ένσταση περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος, ασφαλισμένου του, Ρ. Ρ., διότι "...αυτή έχει καταχωρηθεί συνοπτικά (κατά τρόπο βέβαια δυσανάγνωστο) στα πρακτικά..." και συνακόλουθα έκανε δεκτό το σχετικό λόγο της έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς το κεφάλαιό της που είχε δεχτεί τη με αριθμό κατάθεσης .../2008 αγωγή του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας "...

Α.Ε.", αν και δεν είχε προβληθεί παραδεκτώς από την πρώτη αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, κατά τη συζήτηση και προφορικά, επί της έδρας, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ώστε να καταχωρηθεί στα πρακτικά, η ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος ασφαλισμένου του, όπως ήταν αναγκαίο για την παραδεκτή προβολή της στη διαδικασία που ακολουθείται στις διαφορές του άρθρου 681Α ΚΠολΔ, όπως η προκείμενη, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτώς και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επί πλέον παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος του από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται μόνο σε περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού δικαίου, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και από τα παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." άσκησε κατά των εναγομένων, 1) Κ.

Φ., η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "....", τη με αυξ. αριθμό κατάθεσης .../9-6-2008 αγωγή του, με την οποία επικαλούμενο ότι κατά τον αναφερόμενο σ’ αυτή τόπο και χρόνο συνέβη τροχαίο ατύχημα, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί ο πεζός R.

R., ασφαλισμένος του, το οποίο οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "....", ότι το ίδιο αναγκάσθηκε να καλύψει τμήμα των απωλεσθέντων εισοδημάτων του παθόντος ασφαλισμένου του, καταβάλλοντάς του ως επίδομα ασθενείας το ποσό των 1.279,25 ευρώ και για την αγορά επιγονατίδας και βακτηριών μασχάλης το ποσό των 77,25 ευρώ, και ότι έτσι υποκαταστάθηκε κατά τα ποσά αυτά στην αξίωση του ασφαλισμένου του κατά των εναγομένων, η οποία εκκαθαρίστηκε και προσδιορίστηκε για το παραπάνω ποσό με την υπ’ αριθμ. ...2008 απόφαση του Διοικητή του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, να του καταβάλουν για την παραπάνω αιτία το ποσό των 1.356,50 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής, μετά από συνεκδίκασή της, μεταξύ, άλλων με τη με αριθμό καταθ. 22205/28-5-2008 αγωγή του παθόντος R. R. εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 9028/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφ’ ενός μεν απέρριψε την αγωγή ως προς τις μη διαδίκους στην παρούσα δίκη πρώτη και τρίτη εναγόμενες, αφού δέχθηκε, κατά παραδοχή της προβληθείσας απ’ αυτές ένστασης αποκλειστικής υπαιτιότητας ότι ο ως άνω παθών, ασφαλισμένος του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ, ήταν ο ίδιος αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και για τον εξ αυτού τραυματισμό του, αφ’ ετέρου δε δέχτηκε αυτή κατά το ως άνω καταψηφιστικό αίτημά της, ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τη δεύτερη εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με την αιτιολογία ότι αυτή δεν πρότεινε παραδεκτά την ένσταση (άρθρ. 5 ν.

ΓΠΝ/1911) περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος (Ρ. Ρ.). Κατά της αποφάσεως αυτής η δεύτερη εναγομένη στην αγωγή του αναιρεσείοντος Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ, άσκησε την προαναφερόμενη έφεση, με την οποία, μεταξύ άλλων, παραπονέθηκε κατά της εκκαλουμένης κατά το μέρος της που δέχτηκε την εναντίον της αγωγή του αναιρεσείοντος, επικαλούμενη ότι "κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των προτάσεών της και των καταχωρηθέντων στα πρακτικά ισχυρισμών της, δέχτηκε ότι δεν πρότεινε την ένσταση του άρθρου 5 του Ν.

ΓΠΝ/1911 περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος στη ζημία" και έκανε εν μέρει δεκτή ως προς αυτήν, πέραν της αγωγής του παθόντος και την με αριθμό καταθ. .../9-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

Το Εφετείο αναφορικά με τον ως άνω λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης δέχτηκε τα εξής: "Περαιτέρω, όμως, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από τα υπ’ αριθμ. 9028/2010 πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "...", κατά τη συζήτηση των αγωγών στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προέβαλε τη σχετική ένσταση περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του R. R. στην πρόκληση του ατυχήματος κατά της αγωγής του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων -Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.". Δηλαδή, αυτή έχει καταχωρηθεί συνοπτικά (κατά τρόπο βέβαια δυσανάγνωστο) στα πρακτικά κατά των ανωτέρω αξιώσεων του προαναφερομένου ενάγοντος.

Συνεπώς, επειδή το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η σχετική ένσταση δεν είχε προβληθεί κατά των αξιώσεων του τελευταίου ενάγοντος, έσφαλε και, ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος της έφεσης της δεύτερης εναγόμενης Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", πρέπει να γίνει δεκτός και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο (άρθρ. 535 § 1 ΚΠολΔ) και να δικαστεί η παραπάνω .../9-6-2008 αγωγή.

Ακολούθως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της ως άνω εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, κατά παραδοχήν ως βάσιμης κατ’ ουσίαν της εκ μέρους της εναγομένης αυτής προβληθείσας σχετικής ένστασης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του R. R. στην πρόκληση του ως άνω τραυματισμού του, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω αποδείχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος είναι ο ασφαλισμένος του R.

R.". Από την επισκόπηση των προσκομιζομένων και επικαλουμένων από το αναιρεσείον ταυταρίθμων με την υπ’ αριθ. 9028/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πρακτικών συνεδριάσεως του εν λόγω Δικαστηρίου, προκύπτει, καθόσον αφορά στη δεύτερη εναγομένη στην ένδικη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ανώνυμη εταιρία με την "...

ΑΕ" ότι η εν λόγω εναγομένη, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αρνήθηκε την αγωγή του αναιρεσείοντος και περαιτέρω προέβαλε κατ’ αυτής ένσταση περιορισμού της ευθύνης της μέχρι την αξία του αυτοκινήτου, ενώ, ουδόλως αναγράφεται σ’ αυτά, όπως αντιθέτως συμβαίνει αναφορικά με τους λοιπούς εναγομένους (συνεναγομένους της) ότι προέβαλε ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος - παθόντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.

Τους ίδιους δε ισχυρισμούς προέβαλε η ως άνω εναγομένη και με τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον από 8-10-2009 έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αναφέροντας μάλιστα ότι ουδεμία γνώση των συνθηκών της ένδικης σύμβασης έχει.

Με τα δεδομένα αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση των αγωγών στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προέβαλε τη σχετική ένσταση περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του R. R. στην πρόκληση του ατυχήματος κατά της αγωγής του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Evιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), η οποία "έχει καταχωρηθεί συνοπτικά (κατά τρόπο βέβαια δυσανάγνωστο) στα πρακτικά", παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτώς και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επί πλέον παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος του από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιό της κατά το οποίο δέχθηκε, ότι παραδεκτά είχε προταθεί πρωτοδίκως, από τη δεύτερη εναγόμενη, της με αριθμό καταθ. .../9.6.2008 αγωγής του Ι.Κ.Α, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", η ένσταση περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος ασφαλισμένου του Ι.Κ.Α., Ρ. Ρ., στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, και στη συνέχεια έκανε δεκτό το σχετικό λόγο έφεσης της ως άνω πρώτης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την αγωγή καθ’ ο μέρος αυτή στρεφόταν κατά της παραπάνω δεύτερης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες ως ηττηθείσες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις και απολαμβάνει όλων των προνομίων του Δημοσίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, άρθρο 22 Ν. 3693/57, 19 Α.Ν. 1846/51 όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 3210/1955).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 495/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω κεφάλαιο για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ